Μέσα στις επόμενες εβδομάδες έρχονται τα μέτρα ελάφρυνσης του ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία από την κυβέρνηση, τέσσερις μήνες μετά τη δέσμευση του πρωθυπουργού στη γενική συνέλευση του ΣΕΒ στις αρχές Οκτωβρίου. Στη συνάντηση που είχε χθες με αντιπροσωπεία του ΣΕΒ, με επικεφαλής τον πρόεδρο του Συνδέσμου Σπύρο Θεοδωρόπουλο, ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, μίλησε για επίλυση του κρίσιμου ζητήματος, όπως το χαρακτήρισε, τις επόμενες εβδομάδες στη βάση του ιταλικού μοντέλου.
Μια ημέρα νωρίτερα, αντίστοιχο μήνυμα εξέπεμψε και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, ο οποίος σε δημόσιες παρεμβάσεις του επανέλαβε ότι η κυβερνητική δέσμευση για στήριξη της βιομηχανίας παραμένει ισχυρή. Παρά ταύτα, απέφυγε να υιοθετήσει ρητά το ιταλικό μοντέλο, επισημαίνοντας την ανάγκη η όποια λύση να είναι πλήρως συμβατή με το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Στο μεταξύ, στις βιομηχανίες επικρατεί «αναβρασμός», με την πίεση να εντείνεται και τις αντοχές να δοκιμάζονται.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ δεν κρύβει την ενόχλησή του, δηλώνοντας ότι έχει καταθέσει πρόταση στην κυβέρνηση, χωρίς να έχει λάβει επίσημη απάντηση, υπενθυμίζοντας ότι από τον Οκτώβριο μέχρι σήμερα έχουν περάσει σχεδόν τέσσερις μήνες χωρίς απτό αποτέλεσμα.
Το κλίμα που επικρατεί περιγράφεται από στελέχη του κλάδου ως απογοητευτικό, με βασικό επιχείρημα ότι η καθυστέρηση πλήττει ευθέως την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής.
Το ευρωπαϊκό «μπλόκο» και ο ρόλος της Κομισιόν
Υπενθυμίζουμε ότι το επικρατέστερο σενάριο αφορούσε πράγματι την εφαρμογή του «ιταλικού μοντέλου», το οποίο, όμως στη συνέχεια βρήκε «τοίχο» από την Κομισιόν. Το βασικό αγκάθι του μοντέλου αυτού, που αποτελούσε και πρόταση του ΣΕΒ, εντοπίζεται στις ενστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το σχήμα που εξετάστηκε ως ελληνική εκδοχή του ιταλικού μοντέλου φέρεται να προσέκρουσε σε ζητήματα ασυμβατότητας με τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων, καθώς δεν αξιολογήθηκε ως στοχευμένη «πράσινη» επιδότηση αλλά ως γενικευμένη έκπτωση στο κόστος ρεύματος.
Η Κομισιόν εξετάζει τέτοιες παρεμβάσεις υπό το νέο πλαίσιο CISAF, το οποίο ναι μεν προσφέρει ευελιξία για τη στήριξη της καθαρής βιομηχανίας, θέτει όμως αυστηρούς περιορισμούς στη σωρευτικότητα των ενισχύσεων. Στην ελληνική περίπτωση, το ζήτημα περιπλέκεται από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της ενεργοβόρου βιομηχανίας λαμβάνει ήδη αντιστάθμιση έμμεσου κόστους CO₂, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια για πρόσθετα εργαλεία.
Plan B και «παλέτα» παρεμβάσεων
Υπό αυτές τις συνθήκες, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, φέρεται να βρίσκεται σε τελική φάση διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες για την τελική φόρμουλα. Παράλληλα με την προσπάθεια άρσης των ενστάσεων για το ιταλικό μοντέλο, στο τραπέζι έχει πέσει και ένα εναλλακτικό «Plan B», το οποίο, αν και ασαφές ως προς τη μορφή του, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να προσφέρει αντίστοιχο όφελος στις επιχειρήσεις.
Καλά ενημερωμένες πηγές αναφέρουν ότι η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από την αναζήτηση ενός ενιαίου μοντέλου στήριξης στη διαμόρφωση μιας ευρύτερης παλέτας παρεμβάσεων. Σε αυτήν θα μπορούσαν να ενταχθούν η ενίσχυση υφιστάμενων εργαλείων κρατικής ενίσχυσης, η ταχύτερη απόδοση εκκρεμών οφειλών προηγούμενων ετών (όπως επιστροφές από το ΕΤΜΕΑΡ ή καθυστερούμενες πληρωμές αντιστάθμισης) και η αξιοποίηση πόρων από τα έσοδα δικαιωμάτων εκπομπών.
Από την πλευρά τους, παράγοντες του δευτερογενούς τομέα προειδοποιούν ότι, χωρίς έναν συνδυασμό άμεσων και συμβατών με το ευρωπαϊκό πλαίσιο μέτρων, η ελληνική βιομηχανία κινδυνεύει να βρίσκεται και το 2026 με σαφές μειονέκτημα έναντι ανταγωνιστών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου ήδη εφαρμόζονται σχήματα με σημαντικά χαμηλότερο τελικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Σε αυτό το περιβάλλον, το «σίριαλ» του βιομηχανικού ρεύματος εξελίσσεται σε κρίσιμο τεστ αξιοπιστίας, όχι μόνο για τη σχέση κυβέρνησης–βιομηχανίας, αλλά και για το κατά πόσο η χώρα μπορεί να στηρίξει έμπρακτα την παραγωγική της βάση σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό ευρωπαϊκό ενεργειακό τοπίο.
