Σε παρατεταμένη κατάσταση αναμονής βρίσκεται η αγορά του βιομεθανίου, καθώς οι επενδυτές εξακολουθούν να αναμένουν τις οριστικές αποφάσεις για το πλαίσιο κρατικής ενίσχυσης που θα ξεκλειδώσει νέα έργα. Τις τελευταίες εβδομάδες, ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, παρατηρείται εκ νέου κινητικότητα στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με το ενδιαφέρον να επιστρέφει σε έναν τομέα που θεωρείται κρίσιμος για την πράσινη μετάβαση, αλλά μέχρι σήμερα παραμένει περιορισμένος.
Θυμίζουμε ότι ο νόμος για τον κλάδο έχει ψηφιστεί από το καλοκαίρι του 2025 αλλά οι επενδυτές βρίσκονται εν αναμονή των οριστικών αποφάσεων για το πλαίσιο κρατικής ενίσχυσης. Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι στο ΥΠΕΝ εξετάζονται τώρα σενάρια σταδιακής ενεργοποίησης για το βιομεθάνιο και το βιοαέριο, αναγνωρίζοντας τα περιθώρια ανάπτυξης που υπάρχουν τόσο σε ενεργειακό όσο και σε περιβαλλοντικό επίπεδο.
Το περιβαλλοντικό όφελος
Πέρα από τα οφέλη για την ενεργειακή ασφάλεια και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, οι ίδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι το μεγαλύτερο συγκριτικό πλεονέκτημα του βιομεθανίου αφορά τη μείωση του ρυπαντικού φορτίου της χώρας. Μέσω της διαχείρισης οργανικών αποβλήτων και της αξιοποίησής τους, μπορεί να μειωθεί δραστικά το ρυπαντικό φορτίο, σε μια περίοδο όπου η κυκλική οικονομία και η βιώσιμη διαχείριση αποβλήτων βρίσκονται ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα.
Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι παραμένουν ανεκμετάλλευτοι περίπου 17 εκατ. τόνοι οργανικών αποβλήτων, με ενεργειακό δυναμικό που αντιστοιχεί σε περίπου 7 TWh για παραγωγή βιομεθανίου. Η αξιοποίηση αυτού του αποθέματος, σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου, θα μπορούσε να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά για την οικονομία και το ενεργειακό σύστημα της χώρας.
Οι αριθμοί πίσω από το δυναμικό του βιομεθανίου
Το εύρος των δυνατοτήτων της αγοράς αποτυπώνεται στα στοιχεία που παραθέτει ο Χρ. Ζαφείρης, Υπεύθυνος Δέσμης Έργων Βιοαερίου και Βιομεθανίου του Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, μιλώντας στο Liberal. Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά: «Το βιομεθάνιο, ως καύσιμο, ενισχύει:
· Την ενεργειακή ασφάλεια, καθώς παράγεται από ευρύ φάσμα ενδογενών πηγών βιομάζας, μειώνοντας την εξάρτηση από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους.
· Τη βιωσιμότητα, δεδομένου ότι η παραγωγή του ακολουθεί ολοκληρωμένα σχέδια διαχείρισης και επεξεργασίας οργανικών αποβλήτων, ενώ αποτελεί ανανεώσιμη πηγή ενέργειας.
· Την ανταγωνιστικότητα, αφού υποστηρίζει τον πρωτογενή τομέα, ενισχύει την τεχνολογική καινοτομία, αυξάνει την προστιθέμενη αξία σε τοπικό επίπεδο ενώ δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας στο πλαίσιο της αναπτυσσόμενης εφοδιαστικής αλυσίδας βιοαερίου και βιομεθανίου.
Σύμφωνα με μελέτες του Τμήματος Βιομάζας του ΚΑΠΕ, η υλοποίηση στόχου παραγωγής 2,1 TWh έως το 2030 συνεπάγεται σημαντικά εξωτερικά οφέλη, τα οποία εκτιμώνται σε 176,4 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, εκτιμάται ότι μπορούν να δημιουργηθούν περίπου 1.635 νέες θέσεις εργασίας, ενώ θα παραχθούν και περίπου 280.000 τόνοι βιογενούς CO₂.
Το θεωρητικό δυναμικό βιομάζας στη χώρα, που προέρχεται από κτηνοτροφικά απόβλητα, γεωργικά υπολείμματα και το οργανικό κλάσμα των αστικών στερεών αποβλήτων, υπολογίζεται σε περισσότερους από 16,3 εκατ. τόνους ετησίως. Το αντίστοιχο δυναμικό βιομεθανίου ανέρχεται σε 0,72 bcm, με ενεργειακό περιεχόμενο σχεδόν 7 TWh ετησίως.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η προοπτική παραγωγής bio-LNG, με το θεωρητικό δυναμικό να εκτιμάται σε 155.000 τόνους ετησίως, καθώς και 310.000 τόνους bio-CO₂. Ενδεικτικό της ενεργειακής του αξίας είναι ότι ένα εμπορικό πλοίο 206.000 τόνων, σε ταξίδι 3.500 ναυτικών μιλίων, καταναλώνει περίπου 420 τόνους bio-LNG.
Ένας μέσος σταθμός βιομεθανίου μπορεί να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες περίπου 3.700 κατοικιών ή να παράγει καύσιμο για την κίνηση 100 βαρέων οχημάτων ετησίως, ενώ παράλληλα παράγει βιογενές CO₂ και οργανικό λίπασμα.
Όπως τονίζεται, το σημαντικότερο πλεονέκτημα του κλάδου είναι ότι μετατρέπει οργανικά απόβλητα, υλικά με μηδενική ή και αρνητική αξία, σε τοπικά παραγόμενα καύσιμα χαμηλών εκπομπών άνθρακα, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης με ισχυρό περιβαλλοντικό και οικονομικό αποτύπωμα.
