Η ελληνική αγορά ενέργειας εισέρχεται σε μια νέα φάση αναδιάταξης, με τις «πράσινες» επενδύσεις να παραμένουν στο επίκεντρο, αλλά υπό σαφώς διαφορετικούς όρους από εκείνους που επικρατούσαν τα προηγούμενα χρόνια. Οι επενδυτές συνεχίζουν να βλέπουν αξία στον εγχώριο κλάδο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ωστόσο η στρατηγική τους προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα που δημιουργούν οι αυξανόμενες περικοπές παραγωγής και η εμφάνιση μηδενικών ή ακόμη και αρνητικών τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με πληροφορίες από κύκλους της αγοράς, τουλάχιστον έξι επενδυτικά funds, εγχώρια και διεθνή, εξετάζουν ενεργά ευκαιρίες στην Ελλάδα. Σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους, όπου κυριαρχούσαν μεγάλες εξαγορές χαρτοφυλακίων ή εταιρειών, το ενδιαφέρον φαίνεται να μετατοπίζεται σε πιο στοχευμένες κινήσεις. Οι επενδυτές αξιολογούν μεμονωμένα έργα ή μικρότερα clusters, επιδιώκοντας μεγαλύτερη ευελιξία και περιορισμό ρίσκου.
Στα αιολικά και τις μπαταρίες «γέρνει» η ζυγαριά
Η στροφή αυτή δεν είναι τυχαία. Η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα έχει εντείνει τα φαινόμενα περικοπών, ιδιαίτερα σε ώρες υψηλής παραγωγής, επηρεάζοντας άμεσα τα έσοδα των παραγωγών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα φωτοβολταϊκά έργα που δεν συνοδεύονται από υποδομές αποθήκευσης φαίνεται να χάνουν μέρος της ελκυστικότητάς τους.
Αντίθετα, αυξημένο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν τα αιολικά πάρκα, τα οποία προσφέρουν πιο ομαλή κατανομή παραγωγής κατά τη διάρκεια της ημέρας, μειώνοντας την έκθεση σε περικοπές. Την ίδια στιγμή, οι μονάδες αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες αναδεικνύονται σε κομβικό στοιχείο για τη νέα εποχή της αγοράς, λειτουργώντας ως εργαλείο εξισορρόπησης και ενίσχυσης της αξίας των έργων.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκονται κυρίως ώριμα έργα ή εγκαταστάσεις σε λειτουργία, καθώς και projects με εξασφαλισμένες βασικές αδειοδοτήσεις και όρους σύνδεσης. Αντιθέτως, έργα πρώιμου σταδίου ανάπτυξης ή «καθαρά» φωτοβολταϊκά χωρίς αποθήκευση παραμένουν εκτός βασικού επενδυτικού ενδιαφέροντος, εκτός εάν προσφέρονται σε σημαντικά χαμηλότερες αποτιμήσεις.
Παράλληλα, αρχίζει να διαμορφώνεται και μια τρίτη κατηγορία έργων που προσελκύει προσοχή: τα υβριδικά σχήματα, όπου φωτοβολταϊκά συνδυάζονται με συστήματα αποθήκευσης. Τα έργα αυτά θεωρούνται ενδιάμεση λύση που μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των επενδύσεων στο νέο περιβάλλον.
Σε ό,τι αφορά τις αποτιμήσεις, ειδικά για τα εν λειτουργία αιολικά πάρκα, δεν υπάρχει πλέον ενιαίο μοντέλο. Καθοριστικό ρόλο παίζουν η «ηλικία» του έργου και η ποιότητα του αιολικού δυναμικού, με τα νεότερα και αποδοτικότερα projects να διατηρούν υψηλότερα τιμήματα.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, στοιχείο που αναδεικνύεται είναι η αλλαγή ισορροπιών στην αγορά. Η αυξημένη προσφορά έργων σε συνδυασμό με τις νέες προκλήσεις οδηγεί σε μετατόπιση της διαπραγματευτικής ισχύος προς την πλευρά των αγοραστών. Η αγορά γίνεται πλέον πιο «φιλική» προς αυτούς, περιορίζοντας τη δυνατότητα των πωλητών να διαμορφώνουν τιμές ανεξάρτητα από τις συνθήκες.
Η ελληνική αγορά «πράσινης» ενέργειας, αν και παραμένει ελκυστική, εισέρχεται έτσι σε μια πιο ώριμη και απαιτητική περίοδο, όπου η επιλεκτικότητα, η τεχνογνωσία και η σωστή αποτίμηση του ρίσκου καθίστανται κρίσιμοι παράγοντες για την επιτυχία των επενδύσεων.
Παράλληλα, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προχωρά σε ριζική αναμόρφωση του πλαισίου λειτουργικής ενίσχυσης για τις ΑΠΕ, με στόχο να δημιουργήσει ένα πιο ανθεκτικό και ανταγωνιστικό περιβάλλον τόσο για τα αιολικά όσο και για τα φωτοβολταϊκά έργα. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική παρέμβαση μετά από περίπου τρία χρόνια, καθώς από την τελευταία δημοπρασία δεν είχε υπάρξει αντίστοιχη πρωτοβουλία για νέες ταρίφες.
Νέο πλαίσιο στήριξης στις ΑΠΕ από το ΥΠΕΝ
Παράλληλα, το ΥΠΕΝ βρίσκεται πλέον στο τελικό στάδιο διαμόρφωσης του νέου πλαισίου, το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες από αρμόδιες πηγές, θα τεθεί προς προκοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ανοίγοντας τον δρόμο για τις επίσημες διαπραγματεύσεις. Η βασική δομή του νέου σχήματος δεν φαίνεται να διαφοροποιείται σημαντικά από τα προηγούμενα συστήματα στήριξης που είχαν εγκριθεί, γεγονός που ενισχύει τις προσδοκίες για μια σχετικά ομαλή διαδικασία έγκρισης.
Ο στόχος είναι η παροχή λειτουργικής ενίσχυσης σε νέα έργα συνολικής ισχύος 3–4 GW μέσω συμβολαίων CfD, τα οποία θα διασφαλίζουν σταθερά έσοδα για τους παραγωγούς. Αρχικά, έμφαση δίνεται στα φωτοβολταϊκά που συνδυάζονται με μπαταρίες, ακολουθώντας τη λογική του πρόσφατου διαγωνισμού «Απόλλων», όπου η αποθήκευση αποτελούσε βασική προϋπόθεση. Η επιλογή αυτή συνδέεται με την ανάγκη περιορισμού της υπερσυγκέντρωσης φωτοβολταϊκών και της έκθεσης σε αρνητικές τιμές και περικοπές παραγωγής.
Στα αιολικά έργα, η ενσωμάτωση μπαταριών αναμένεται να λειτουργήσει συμπληρωματικά, καθώς η παραγωγή τους είναι πιο ομαλά κατανεμημένη μέσα στο 24ωρο. Σε κάθε περίπτωση, οι τιμές αναφοράς θα καθορίζονται μέσω ανταγωνιστικών διαδικασιών, με τα έργα που προσφέρουν τη χαμηλότερη τιμή να προκρίνονται.
Η επανεκκίνηση των λειτουργικών ενισχύσεων αναμένεται να ενισχύσει την ανάπτυξη νέων έργων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που οι δυνατότητες σύναψης διμερών συμβολαίων (PPAs) παραμένουν περιορισμένες. Παράλληλα, εκτιμάται ότι θα ανοίξει εκ νέου τον δρόμο και για μικρότερους επενδυτές, καθώς η εξασφαλισμένη ταρίφα διευκολύνει τη χρηματοδότηση και μειώνει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων.
Κρίσιμο στοιχείο του νέου πλαισίου αποτελεί η ενίσχυση της αποθήκευσης πίσω από τον μετρητή (behind the meter), μια λύση που μέχρι σήμερα δεν είχε αξιοποιηθεί στον βαθμό που αναμενόταν. Με την αλλαγή του πλαισίου, το ΥΠΕΝ επιδιώκει να συνδέσει στενότερα τις ΑΠΕ με τις τεχνολογίες αποθήκευσης, διαμορφώνοντας ένα πιο ευέλικτο και βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο.
