Υπέρ της αυστηροποίησης των τεχνικών απαιτήσεων για τις πολύ μικρές μονάδες ΑΠΕ, αλλά με σαφείς επιφυλάξεις για τις αλλαγές που αφορούν μεγαλύτερες κατηγορίες ισχύος, τάσσεται ο ΔΕΔΔΗΕ.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκονται τα όρια ισχύος που καθορίζουν τις λεγόμενες «κατηγορίες σημαντικότητας» των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, καθώς και οι τεχνικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τον ευρωπαϊκό Κανονισμό RfG (Requirements for Generators). Πρόκειται για ρυθμίσεις που, αν και τεχνικού χαρακτήρα, επηρεάζουν άμεσα τη σταθερότητα του ηλεκτρικού συστήματος αλλά και το κόστος που τελικά μετακυλίεται στην αγορά.
Γιατί τα όρια ισχύος έχουν σημασία
Τα κατώφλια ισχύος λειτουργούν στην πράξη ως «φίλτρο» καθώς καθορίζουν ποιες μονάδες θεωρούνται κρίσιμες για την ασφάλεια και τη λειτουργία του συστήματος και ποιες υποχρεώνονται να διαθέτουν προηγμένες τεχνικές δυνατότητες. Για τον ΔΕΔΔΗΕ, οι αποφάσεις αυτές επηρεάζουν άμεσα ζητήματα όπως ο περιορισμός παραγωγής (curtailment), η διαχείριση τοπικών συμφόρησεων, η αποφυγή υπερτάσεων και, συνολικά, η ευστάθεια του Δικτύου.
Παράλληλα, τα όρια ισχύος συνδέονται και με το συνολικό κόστος του συστήματος. Όταν πολλές μονάδες εξαιρούνται από βασικές τεχνικές υποχρεώσεις, το «βάρος» μεταφέρεται σε άλλες λύσεις – ενισχύσεις δικτύων, αποθήκευση ή εφεδρείες – με μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα υψηλότερο κόστος για καταναλωτές και αγορά.
Το «ναι» του ΔΕΔΔΗΕ για τις πολύ μικρές μονάδες
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΔΕΔΔΗΕ συμφωνεί με την πρόταση να αλλάξει το όριο μεταξύ των Κατηγοριών Α και Β για τις νέες μονάδες: από το 1 MW να κατέβει στα 100 kW. Όπως επισημαίνει, τα τελευταία χρόνια έχουν συνδεθεί χιλιάδες μικρά φωτοβολταϊκά κάτω του 1 MW, τα οποία σήμερα εντάσσονται στην Κατηγορία Α και δεν υποχρεούνται να διαθέτουν κρίσιμες δυνατότητες, όπως η αδιάλειπτη λειτουργία μετά από σφάλμα.
Η πρακτική αυτή, σύμφωνα με τον Διαχειριστή, αποδυναμώνει την ασφάλεια του συστήματος σε συνθήκες υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ. Αν το όριο είχε τεθεί εξαρχής στα 100 kW, μόνο ένα πολύ μικρό μέρος της συνολικής ισχύος θα εξαιρούνταν από τις απαιτήσεις αυτές.
Επιπλέον, ο ΔΕΔΔΗΕ τονίζει ότι οι σύγχρονες μικρές μονάδες είναι πλέον τεχνικά ώριμες και μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις της Κατηγορίας Β, όπως ήδη συμβαίνει σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς να πλήττεται η επενδυτική ελκυστικότητα.
Οι ενστάσεις για τις μεγαλύτερες κατηγορίες
Αντίθετα, ο ΔΕΔΔΗΕ διαφωνεί με την πρόταση του ΑΔΜΗΕ για δραστική μεταβολή των ορίων μεταξύ των Κατηγοριών Β και Γ (από 20 MW σε 3 MW) και Γ και Δ (από 75 MW σε 10 MW). Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Δικτύου, οι σταθμοί με ισχύ άνω των 3 MW είναι ελάχιστοι και η συνολική τους ισχύς μικρή σε σχέση με το σύνολο των ΑΠΕ.
Κατά τον Διαχειριστή, η ένταξη αυτών των μονάδων σε ανώτερες κατηγορίες με αυστηρότερες απαιτήσεις –όπως ρύθμιση συχνότητας και παροχή αέργου ισχύος– δεν προσφέρει ουσιαστικό όφελος στο σύστημα, ενώ αυξάνει το κόστος, τη γραφειοκρατία και τον χρόνο συμμόρφωσης. Μάλιστα, σημειώνει ότι η αλλαγή προτείνεται σε μια χρονική συγκυρία όπου αναμένεται ο νέος Κανονισμός RfG 2.0 το 2026, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα.
Ο ΔΕΔΔΗΕ ξεκαθαρίζει επίσης ότι, βάσει του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου, οι απαιτήσεις αέργου ισχύος για τις μονάδες Κατηγορίας Β εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Διαχειριστή Δικτύου και όχι του Διαχειριστή Συστήματος. Για τον λόγο αυτό ζητά να μην ενσωματωθούν σχετικές ρυθμίσεις στην υπό αναθεώρηση απόφαση, καθώς τα θέματα αυτά καλύπτονται ήδη από τον Κώδικα Διαχείρισης του Δικτύου και τις συμβάσεις σύνδεσης.
Ανάλογη είναι και η προσέγγιση για ζητήματα προστασίας τάσης, συχνότητας και νησιδοποίησης, τα οποία –όπως υποστηρίζει– ρυθμίζονται επαρκώς μέσα από το υφιστάμενο πλαίσιο και δεν απαιτούν πρόσθετες γενικές διατάξεις.
Η μεγάλη εικόνα
Η παρέμβαση του ΔΕΔΔΗΕ αναδεικνύει το λεπτό σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη ενίσχυσης της ασφάλειας του συστήματος και στη διατήρηση ενός λειτουργικού και ελκυστικού περιβάλλοντος για επενδύσεις στις ΑΠΕ.
Το «ναι» στην αυστηροποίηση για τις πολύ μικρές μονάδες συνοδεύεται από ένα ξεκάθαρο «όχι» σε αλλαγές που, κατά τον Διαχειριστή, αυξάνουν το κόστος χωρίς αντίστοιχο όφελος.
