Σε σταθερά ανοδική τροχιά βρίσκονται οι ελληνικές εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, μετατρέποντας τη χώρα σε καθαρό προμηθευτή ρεύματος για την ευρύτερη περιοχή.
Το 2025 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο, καθώς οι εξαγωγές δεκαπλασιάστηκαν σε ετήσια βάση, ξεπερνώντας τις 3 TWh, ενώ τα πρώτα διαθέσιμα στοιχεία για το 2026 δείχνουν ότι η δυναμική αυτή όχι μόνο διατηρείται, αλλά γενισχύεται περαιτέρω.
Η εικόνα αποτυπώνεται καθαρά στα στοιχεία του Χρηματιστήριο Ενέργειας, σύμφωνα με τα οποία τον Ιανουάριο σχεδόν το ένα τέταρτο της συνολικής παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας κατευθύνθηκε σε εξαγωγές.
Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές περιορίστηκαν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 5% του εγχώριου ενεργειακού μείγματος. Το ισοζύγιο αυτό καταγράφει με σαφήνεια τη μεταβολή του ρόλου της Ελλάδας στον περιφερειακό ενεργειακό χάρτη.
Η έντονη εξαγωγική δραστηριότητα δεν είναι τυχαία. Στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη παρατηρείται το τελευταίο διάστημα αξιοσημείωτη αύξηση της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια. Όπως επισημαίνει η Montel, από την Αυστρία έως τη Βουλγαρία, η κατανάλωση κινείται σε επίπεδα ρεκόρ σε σύγκριση με τα προηγούμενα τρία έως πέντε χρόνια, δημιουργώντας αυξημένες ανάγκες κάλυψης από τις διασυνοριακές ροές.
Στην εξίσωση αυτή προστίθενται συγκεκριμένοι παράγοντες που εντείνουν την πίεση στις αγορές της περιοχής. Οι χαμηλές θερμοκρασίες ενίσχυσαν τη ζήτηση για θέρμανση, ενώ οι αυξημένες εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από την Ουκρανία απορρόφησαν σημαντικά φορτία.
Παράλληλα, η μειωμένη παραγωγή από φωτοβολταϊκά, λόγω περιορισμένης ηλιοφάνειας, περιόρισε την προσφορά φθηνής ενέργειας σε αρκετές αγορές.
Το αποτέλεσμα ήταν η άνοδος των χονδρεμπορικών τιμών στις περισσότερες γειτονικές χώρες. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα εμφανίζεται ως σχετική εξαίρεση. Ο εξαγωγικός χαρακτήρας του συστήματος, σε συνδυασμό με τη διαθεσιμότητα μονάδων παραγωγής και τη συμμετοχή των ΑΠΕ, λειτούργησε ως «ασπίδα» για την εγχώρια αγορά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Ιανουάριο οι τιμές στην ελληνική χονδρική αγορά διαμορφώθηκαν αισθητά χαμηλότερα σε σύγκριση με αγορές όπως της Ιταλία και της Βουλγαρία.
Η τάση αυτή ενισχύει τη θέση της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου στην περιοχή, με τις διασυνδέσεις να αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία.
Ταυτόχρονα, αναδεικνύει τις προκλήσεις που συνοδεύουν έναν πιο εξωστρεφή ρόλο, καθώς η ισορροπία ανάμεσα στην εξαγωγική δραστηριότητα και τη διασφάλιση ανταγωνιστικών τιμών για την εγχώρια κατανάλωση παραμένει κρίσιμο ζητούμενο.
Σε κάθε περίπτωση, τα μέχρι στιγμής δεδομένα του 2026 δείχνουν ότι το εξαγωγικό momentum της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι συγκυριακό. Αντίθετα, φαίνεται να εδραιώνεται ως διαρθρωτικό χαρακτηριστικό, με άμεσες επιπτώσεις τόσο στην περιφερειακή αγορά όσο και στη στρατηγική ενεργειακής πολιτικής της χώρας.
