Οι τιμές του πετρελαίου σημείωσαν ήπια πτώση την Πέμπτη, μετά την υπαναχώρηση του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ από τις απειλές για επιβολή δασμών στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να αποκτήσει τον έλεγχο της Γροιλανδίας, εξέλιξη που μείωσε τον κίνδυνο ενός εμπορικού πολέμου ΗΠΑ–Ευρώπης και στήριξε τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας και της ζήτησης πετρελαίου.
Συγκεκριμένα, το Brent μειώθηκε κατά 0,18%, στα 65,12 δολάρια το βαρέλι. Το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate (WTI) σημείωσε πτώση κατά 0,21%, στα 65,1 δολάρια το βαρέλι.
Υπενθυμίζεται ότι, ο Τραμπ απέκλεισε την Τετάρτη τη χρήση βίας στη Γροιλανδία και άφησε να εννοηθεί ότι επίκειται συμφωνία για την επίλυση της διαμάχης γύρω από το δανικό έδαφος, η οποία είχε δημιουργήσει τον κίνδυνο της βαθύτερης ρήξης στις διατλαντικές σχέσεις εδώ και δεκαετίες.
Μια συμφωνία για τη Γροιλανδία θα μείωνε τους κινδύνους από έναν εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ–Ευρώπης και θα λειτουργούσε υποστηρικτικά για την παγκόσμια οικονομία και τη ζήτηση πετρελαίου, δήλωσε ο Μινγκγιού Γκάο, επικεφαλής ερευνητής για την ενέργεια και τα χημικά στην China Futures Co Ltd.
Ο Τραμπ δήλωσε ακόμη ότι ελπίζει να μην υπάρξει περαιτέρω στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράν, προσθέτοντας ωστόσο ότι η Ουάσινγκτον θα αντιδράσει εάν η Τεχεράνη επανεκκινήσει το πυρηνικό της πρόγραμμα.
«Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ δεν έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο στρατιωτικής εμπλοκής στο Ιράν, κάτι που επίσης στηρίζει τις τιμές του πετρελαίου», ανέφερε ο Γκάο.
Με φόντο το πλαίσιο για τη Γροιλανδία και την απουσία περαιτέρω αμερικανικής δράσης στο Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου αναμένεται να διατηρηθούν γύρω από τα 60 δολάρια το βαρέλι, δήλωσε ο Τόνι Σάικαμορ, αναλυτής της IG.
Στο μεταξύ, τα αποθέματα αργού πετρελαίου και βενζίνης στις ΗΠΑ αυξήθηκαν την περασμένη εβδομάδα, ενώ τα αποθέματα αποσταγμάτων μειώθηκαν, σύμφωνα με πηγές της αγοράς που επικαλέστηκαν στοιχεία του American Petroleum Institute (API).
Παράλληλα, το φυσικό αέριο σημείωσε άνοδο 14,6% στα 39,65 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Πρόκειται για την υψηλότερη τιμή που έχει αγγίξει από τις 23 Ιουνίου, καθώς οι ανησυχίες για την ασφάλεια του εφοδιασμού εντάθηκαν εν μέσω κλιμακούμενων εντάσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
