Το μεγάλο στοίχημα του Προέδρου Τραμπ για τον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας αποτελεί την πιο σημαντική δοκιμασία για την αμερικανική βιομηχανία μέχρι σήμερα όσον αφορά την ανοχή στο ρίσκο, αναφέρει σε ανάλυσή του το Axios.
Όπως σημειώνει, η στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ επικεντρώνεται στην ανασυγκρότηση των κατεστραμμένων υποδομών της Βενεζουέλας από τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, αξιοποιώντας τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της χώρας. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχει επισημάνει ότι η διατήρηση αυτών των αποθεμάτων υπό τον έλεγχο κρατών που δεν είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Κίνα και η Ρωσία, δεν ωφελεί ούτε τον λαό της Βενεζουέλας ούτε τη διεθνή ενεργειακή ισορροπία.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι στόχος της αμερικανικής πολιτικής είναι η δημιουργία βιώσιμων και επιτυχημένων χωρών, όπου η εξαγωγή πετρελαίου θα επιτρέπει τη μείωση των τιμών και θα ενισχύει το αμερικανικό συμφέρον. Παρά την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης, πολλοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η προθυμία των αμερικανικών εταιρειών να επενδύσουν στις ερειπωμένες υποδομές της Βενεζουέλας δεν είναι βέβαιη.
Η Jefferies Global Research & Strategy σημειώνει ότι η αύξηση της παραγωγής εξαρτάται άμεσα από πολιτική σταθερότητα και πιθανές εγγυήσεις από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ο Gregory Brew του Eurasia Group υπογραμμίζει ότι οι εταιρείες θα απαιτήσουν ασφαλές περιβάλλον και όρους που μειώνουν τον κίνδυνο, ειδικά σε μια περίοδο υπερπροσφοράς και χαμηλών τιμών.
Η κυβέρνηση εξετάζει τρόπους να ενθαρρύνει τις επενδύσεις, με τη «μοχλευτική» χρήση κυρώσεων στα πετρελαιοφόρα. Η Chevron παραμένει η μόνη μεγάλη αμερικανική εταιρεία που δραστηριοποιείται στη Βενεζουέλα, ενώ η Exxon και η ConocoPhillips αποχώρησαν πριν από δύο δεκαετίες, διεκδικώντας αποζημιώσεις για απαλλοτριωμένα περιουσιακά στοιχεία.
Έρευνα της Luisa Palacio, του Πανεπιστημίου Κολούμπια, εκτιμά ότι η παραγωγή θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 500.000 έως 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως μέσα σε δύο χρόνια, υπό συνθήκες βελτιωμένης διακυβέρνησης και άρσης κυρώσεων, με πιθανή επάνοδο στα 3,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως σε επτά έως δέκα χρόνια.
Μέχρι στιγμής, οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες παραμένουν επιφυλακτικές, αλλά η κυβέρνηση εκτιμά ότι θα υπάρξει «τεράστιο ενδιαφέρον αν γίνει με τον σωστό τρόπο».
Οι υπουργοί Ενέργειας και Εσωτερικών προγραμματίζουν αξιολόγηση και διαβουλεύσεις με τις εταιρείες, προκειμένου να καθοριστούν οι όροι και οι προϋποθέσεις που θα καταστήσουν τη Βενεζουέλα επενδυτικά ελκυστική.
Το σχέδιο Τραμπ παραμένει τολμηρό, απαιτώντας υψηλό ρίσκο, αλλά με δυνατότητα σημαντικών κερδών για τις αμερικανικές εταιρείες και την εθνική ενεργειακή στρατηγική.
