Από τη Βενεζουέλα στην Ταϊβάν: Οι αγορές μπροστά σε γεωπολιτικές «νάρκες»
Shutterstock
Shutterstock

Από τη Βενεζουέλα στην Ταϊβάν: Οι αγορές μπροστά σε γεωπολιτικές «νάρκες»

Κυρίαρχη θέση στις εκθέσεις και στις αναλύσεις των χρηματιστηριακών και επενδυτικών οίκων για το 2026, καταλαμβάνει το κεφάλαιο των γεωπολιτικών εξελίξεων, κινδύνων και εντάσεων. Ποτέ ξανά στη σύγχρονη χρηματιστηριακή ιστορία, η γεωπολιτική δεν αποτελούσε τον «άγνωστο παράγοντα Χ», που θα επηρέαζε σε σημαντικό βαθμό την παγκόσμια οικονομία και τις αγορές.

Έτσι τόσο στις εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), όσο και του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), αναφέρεται ρητά, ότι παρ’ όλο που η παγκόσμια οικονομία επέδειξε ανθεκτικότητα απέναντι στο μπαράζ των γεωπολιτικών σοκ διαρκείας από το 2020 μέχρι σήμερα, παραμένει ευάλωτη μπροστά στους υπάρχοντες και δυνητικούς κινδύνους.  Οπότε η αρχική εκτίμηση για ανάπτυξη της τάξης του 2,9% έως 3,1% των δυο οργανισμών, είναι σίγουρο ότι θα επηρεαστεί από την κλιμάκωση ή αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.

Πού εστιάζουν την προσοχή τους οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι; 

Κατά πρώτον στον «αναίμακτο» εμπορικό πόλεμο ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, αλλά και ανάμεσα στις ΗΠΑ και τους παραδοσιακούς τους εμπορικούς εταίρους. Κατά δεύτερον στο ανοικτό μέτωπο μετά τη Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τις αργόσυρτες διαδικασίες για την επίτευξη εκεχειρίας. Κατά τρίτον στην ανεπιτυχή προς το παρόν προώθησης της ειρήνευσης στη Γάζα με τον μη αφοπλισμό της Χαμάς. Κατά τέταρτον στην εκκολαπτόμενη κρίση στην Ταϊβάν, που κλιμακώνεται μέσα από στρατιωτικές ασκήσεις και ρητορική πολέμου, από την πλευρά του Πεκίνου. Επιπλέον, τις τελευταίες ημέρες, η αναστάτωση στο εσωτερικό του Ιράν και η σύλληψη του Μαδούρο στη Βενεζουέλα, μπαίνουν και αυτές στην πολυπαραγοντική εξίσωση της παγκόσμιας οικονομίας για το τρέχον έτος.

Ο εμπορικός πόλεμος που είχε ξεκινήσει ήδη από την πρώτη προεδρική θητεία Τραμπ, είχε συνεχιστεί επί προεδρίας Μπάιντεν και κλιμακώνεται σήμερα, αποτελεί μια σημαντική πηγή ανισορροπίας στο σύστημα. Μπορεί να περνάει σήμερα μια περίοδο ύφεσης, ωστόσο ο προστατευτισμός σαν λογική έχει έρθει για να μείνει. Και δεν είναι μόνο το 18% που είναι το μέσο δασμολογικό ποσοστό, που προκαλεί προβλήματα, με πρώτο και καλύτερο τον ανθεκτικό πληθωρισμό στις ΗΠΑ.

Ο τεχνολογικός πόλεμος από την πλευρά της Ουάσιγκτον όσον αφορά τα chips και την τεχνητή νοημοσύνη και η απάντηση του Πεκίνου με περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και βιομηχανικών πρώτων υλών, δεν αφήνουν αλώβητες ούτε τις εφοδιαστικές αλυσίδες, ούτε τα επιχειρηματικά σχέδια των εταιρειών. Για παράδειγμα, η πορεία της Nvidia, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το άνοιγμα ή μη, της κινεζικής αγοράς. Το ίδιο συμβαίνει και με τα υλικά που απαιτούνται για την παραγωγή μπαταριών των ηλεκτρικών οχημάτων.

Η παράταση των ρωσικών επιθέσεων στο ουκρανικό έδαφος, συνεχίζουν να αποσταθεροποιούν σημαντικό τμήμα της αγοράς αγροτικών προϊόντων, των ενεργειακών οδών καθώς και των δημοσιονομικών μεγεθών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αβεβαιότητα που συνοδεύει τον πόλεμο στην καρδιά της Ευρώπης, επηρεάζει αρνητικά την επιχειρηματικότητα μαζί με τις παραγωγικές και τεχνολογικές επενδύσεις που απαιτούνται για να μειωθεί ή και να κλείσει η απόσταση από τις ΗΠΑ.

Η μη σταθεροποίηση στη Γάζα, αφού οι προσπάθειες πλήρους ειρήνευσης προς το παρόν έχουν οδηγήσει σε μια εύθραυστη εκεχειρία, δεν έχει οδηγήσει σε εξάλειψη της έντασης. Είναι ένα μέτωπο που δεν κλείνει, αλλά παραμένει ενεργό και απρόβλεπτο, με τον αραβικό παράγοντα να μην προωθεί κατ’ ελάχιστον ούτε τα συμφωνηθέντα. Επιπλέον, οι πρόσφατες εξελίξεις στην Υεμένη, όπου τα νήματα κινούνται από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Εμιράτα, περιπλέκουν ακόμα περισσότερο τις εύθραυστες ισορροπίες.

Το σενάριο της κινεζικής εισβολής στην Ταϊβάν, δεν απουσιάζει από το τραπέζι. Παρ’ όλο που οι επενδυτικοί οίκοι εκτιμούν ότι οι πιθανότητες για αυτό το σενάριο δεν είναι υψηλές, η βαρύτητα της Ταϊβάν στην παγκόσμια αγορά chips δεν μας επιτρέπει να μην το συμπεριλαμβάνουμε στους δυνητικούς κινδύνους. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να παραλύσει κρίσιμους τομείς της παγκόσμιας οικονομίας και να εμπλέξει δυνάμεις όπως τις ΗΠΑ σε μια επικίνδυνη αντιπαράθεση με την Κίνα.

Διότι είναι σίγουρο ότι πέραν όλων των άλλων οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν ποτέ να περάσει η TSMC (Taiwan Semiconductor Manufacturing Company), που είναι η μεγαλύτερη και πιο σημαντική εταιρεία παραγωγής ημιαγωγών στον κόσμο, αλλά και άλλες εταιρείες όπως η UMC, MediaTek, ASE, Novatek, AIchip στα χέρια του Πεκίνου.

To οικονομικό χάος στο Ιράν που έχει οδηγήσει σε μαζικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας απέναντι στο Ισλαμικό Καθεστώς της Τεχεράνης, εγκυμονεί πέραν όλων των άλλων και οικονομικής φύσεως εξελίξεις. Όλα τα σενάρια είναι ανοικτά. Από την εξομάλυνση των σχέσεων με τη Δύση μέχρι την υιοθέτηση μιας ακόμα πιο σκληρής και επιθετικής πολιτικής. Οι αγορές πετρελαίου βρίσκονται σε κατάσταση αναμονής. 

Η σύλληψη του δικτάτορα της Βενεζουέλας και η μεταφορά του στις ΗΠΑ, άνοιξε ένα ακόμα κεφάλαιο μεταβολής των όρων του παιχνιδιού όπως το γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Οι οικονομικές σχέσεις Καράκας – Πεκίνου που ήταν επικεντρωμένες στο πετρέλαιο, οι εξαγωγές πετρελαίου «βαρέως τύπου» προς την Ινδία και οι εξαγωγές χρυσού, μάλλον θα επανεξεταστούν από την αρχή, εφόσον υπάρξει πραγματική πολιτική αλλαγή.

Και εδώ οι αγορές πετρελαίου, εξετάζουν προσεκτικά τα δεδομένα, με τα διυλιστήρια των ΗΠΑ να «τρίβουν τα χέρια τους» και αντιθέτως το οικοσύστημα του σχιστολιθικού πετρελαίου να ανησυχεί μπροστά στο ενδεχόμενο μείωσης των τιμών του πετρελαίου κάτω από το δικό τους «break even» όριο, που βρίσκεται στα $65/βαρέλι. Δεν βρίσκονται εκτός εξισώσεως τα σιδηρομεταλλεύματα της Βενεζουέλας, η αξία των οποίων υπολογίζεται στα $425 δισ., με τα περιθώρια κερδοφορίας της εξόρυξης και επεξεργασίας τους να κινούνται πέριξ του 50%.

Πέραν των άμεσων οικονομικών επιπτώσεων που μπορεί να επιφέρουν στην παγκόσμια οικονομία οι προαναφερθέντες γεωπολιτικοί κίνδυνοι, η αίσθηση της διαρκούς αβεβαιότητας είναι διάχυτη στην πραγματική οικονομία. Με το ρίσκο να λειτουργεί αποτρεπτικά. Τα χρηματιστήρια, σαφώς και δεν έχουν επηρεαστεί στον βαθμό που θα έπρεπε.

Κυρίαρχο χαρακτηριστικό, οι μικρές μόνο υποχωρήσεις των τιμών των μετοχών που ακολουθούνται από νέες ανόδους με τη λογική του «buy the dip», δηλαδή την αγορά μετοχών στη βύθιση των τιμών, να κυριαρχεί παντού. Βασικός νικητής ο χρυσός, που αποτελεί για πολλούς το καταφύγιο της ασφάλειας. Ωστόσο για τους περισσότερους επενδυτές «καταφύγιο», αποτελεί η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης που πραγματοποιείται ανεμπόδιστα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τους κινδύνους που τις συνοδεύουν.