Ο χρυσός και το ασήμι κατάφεραν μέσα στη Δευτέρα να «γυρίσουν» τις μεγάλες απώλειες που σημείωναν νωρίτερα κατά την πρώτη μέρα της εβδομάδας, σε ένα σημάδι για το ότι η ισχυρή πτώση της Παρασκευής μπορεί να αποδοθεί στις ρευστοποιήσεις και στην κατοχύρωση των κερδών που απέσπασαν οι επενδυτές από τα μέταλλα το προηγούμενο χρονικό διάστημα.
Μετά από τις 13:30 της Δευτέρας (ώρα Ελλάδας) τα αμερικανικά futures του χρυσού -παράδοσης Απριλίου- κέρδιζαν 1,06% στα 4.795 δολάρια ανά ουγγιά, ενώ νωρίτερα είχαν φτάσει να υποχωρούν έως και άνω του 6%. Την Παρασκευή έκλεισαν με τις μεγαλύτερες ημερήσιες απώλειες από το 1983.
Στην spot αγορά ο χρυσός έπεφτε 1,8% στα 4.776 δολάρια ανά ουγγιά, ενώ είχε φτάσει να υποχωρεί κοντά στο 4%.
Το ασήμι ανέβαινε 6,46% στα 83,6 δολάρια, ενώ πρόσκαιρα είχε φτάσει να πέφτει στα επίπεδα των 71,2 δολαρίων.
Η επιλογή του Γουόρς και οι εκτιμήσεις για 6.300 δολάρια
Η πτώση των μετάλλων έρχεται στον απόηχο της απόφασης του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, να προτείνει τον Κέβιν Γουόρς για τον επόμενο επικεφαλής της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ (Fed). Η επιλογή του Γουόρς φαίνεται πως δεν ήταν αυτή που περίμενε μια μερίδα αναλυτών για τις επόμενες κινήσεις της τράπεζας σχετικά με τα επιτόκια της.
Ο Γουόρς αναμένεται από τη μια να διατηρήσει μια στάση φιλική προς τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ -κάτι που ευνοεί παραδοσιακά τον χρυσό- αλλά από την άλλη εμφανίζεται και ως υπέρμαχος του σταθερού δολαρίου -«εχθρός» για τις επενδύσεις στα μέταλλα- στην αγορά των πολύτιμων μετάλλων.
Σε κάθε περίπτωση, ο Γουόρς αναμένεται να κινηθεί περισσότερο προς τις νομισματικές πολιτικές που επιθυμεί ο Τραμπ, σε σύγκριση και τον νυν πρόεδρο της Fed, Τζερόμ Πάουελ.
Σε αυτό το πλαίσιο, μένει να φανεί το εάν το sell-off στον χρυσό και το ασήμι θα συνεχιστεί τις επόμενες μέρες ή εάν θα αποδειχθεί ως μια επιλογή ρευστοποίησης των μεγάλων κερδών που έχουν καταγράψει οι επενδυτές από τα μέταλλα τους τελευταίους μήνες.
Σημειώνεται πως την Κυριακή η JP Morgan εκτίμησε σε σχετική έκθεση της πως ο χρυσός αναμένεται να φτάσει στα επίπεδα των 6.300 δολαρίων μέχρι το τέλος του 2026, τονίζοντας πως η ζήτηση από τις κεντρικές τράπεζες και τους επενδυτές θα συνεχίσει να ανεβάσει τις τιμές.
Η JP Morgan προβλέπει πλέον ότι οι αγορές χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες θα φτάσουν τις 800 τόνους το 2026, επικαλούμενη μια συνεχιζόμενη, ανεξάντλητη τάση διαφοροποίησης των αποθεμάτων.
Όσον αφορά το ασήμι, με τις τιμές να κυμαίνονται στα 80 δολάρια την ουγγιά από τα τέλη Δεκεμβρίου, οι παράγοντες που οδηγούν στη συνεχιζόμενη άνοδο έχουν γίνει πιο δύσκολο να προσδιοριστούν και να ποσοτικοποιηθούν, γεγονός που καθιστά την JP Morgan πιο επιφυλακτική.
Επιπλέον, «στην περίπτωση του ασημιού, χωρίς τις κεντρικές τράπεζες ως δομικούς αγοραστές σε περιόδους πτώσης όπως στο χρυσό, παραμένει ο κίνδυνος περαιτέρω ανόδου του λόγου χρυσού προς ασήμι τις επόμενες εβδομάδες», συμπλήρωσαν οι αναλυτές του οίκου.
Από την πλευρά της, η Deutsche Bank διατήρησε τη Δευτέρα την πρόβλεψη της για το ότι ο χρυσός θα φτάσει στα 6.000 δολάρια προς το τέλος του τρέχοντος έτους.
Τι θα κρίνει την πορεία σε χρυσό και ασήμι τις επόμενες μέρες
Για την καινούργια εβδομάδα, υπάρχουν αρκετές εξελίξεις που θα μπορούσαν να καθορίσουν τη βραχυπρόθεσμη πορεία στα πολύτιμα μέταλλα.
Τα στοιχεία για την πορεία της αμερικανικής αγοράς εργασία εντός του Ιανουαρίου ανακοινώνονται την προσεχή Παρασκευή και αναμένεται να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό τις επόμενες κινήσεις της Fed για τη νομισματική πολιτική της.
Τον Ιανουάριο, η Fed αποφάσισε να διατηρήσει τα επιτόκια σταθερά στο εύρος 3,5% έως 3,75%, επικαλούμενη σημάδια σταθεροποίησης στην αγορά εργασίας και σταθερές πληθωριστικές πιέσεις.
Περαιτέρω σημάδια ανθεκτικότητας της αγοράς εργασίας θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις προσδοκίες ότι η Fed θα επιλέξει να διατηρήσει την τρέχουσα νομισματική πολιτική της τους επόμενους μήνες. Προς το παρόν, οι επενδυτές δεν αναμένουν ότι η Fed θα λάβει νέα μέτρα για τα επιτόκια μέχρι τον Ιούνιο και την αλλαγή σκυτάλης της ηγεσίας, από τον Πάουελ στον Γουόρς.
Εξάλλου, με ενδιαφέρον αναμένονται τα οικονομικά αποτελέσματα των τεχνολογικών «κολοσσών» Amazon και Alphabet (μητρική της Google).
Οι ανακοινώσεις αναμένεται να δώσουν πολύτιμες ενδείξεις για τη ζήτηση που έχει ο κλάδος της Τεχνητής Νοημοσύνης, εν μέσω των ανησυχιών που παραμένουν σε μερίδα των αναλυτών για το ενδεχόμενο μιας «φούσκας» του AI. Εφόσον τα μεγέθη των Amazon και Google δεν ανταποκριθούν στις προσδοκίες των επενδυτών, η διάθεση για ρίσκο μεταξύ των επενδυτών θα μειωθεί, κάτι που παραδοσιακά ωφελεί τις τοποθετήσεις στον χρυσό.
