Η Βενεζουέλα αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς. Πρόκειται για τη χώρα με τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα για έναν παραγωγό που αδυνατεί εδώ και χρόνια να αξιοποιήσει τον πλούτο του. Παρά το γεγονός ότι διαθέτει περίπου το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων αργού πετρελαίου, η συμμετοχή της στη διεθνή παραγωγή παραμένει οριακή.
Η σταδιακή αποδυνάμωση της πετρελαϊκής της βιομηχανίας δεν είναι αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα. Αντίθετα, αποτελεί άθροισμα πολιτικών επιλογών, διαρθρωτικών αδυναμιών, διεθνών κυρώσεων και χρόνιας έλλειψης επενδύσεων, που οδήγησαν σε βαθιά υποβάθμιση των ενεργειακών υποδομών.
Ο πετρελαϊκός πλούτος της χώρας
Η Βενεζουέλα διαθέτει περίπου 303 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων πετρελαίου, σύμφωνα με διεθνείς ενεργειακές εκτιμήσεις. Η θεωρητική αξία αυτού του πλούτου αποτιμάται σε δεκάδες τρισεκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας τη χώρα έναν δυνητικά κομβικό παίκτη στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια.
Παράλληλα, η χώρα διαθέτει και σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου, που εκτιμώνται σε περίπου 200 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια, ποσότητα που αντιστοιχεί σε πάνω από το 60% των αποθεμάτων της Λατινικής Αμερικής. Ωστόσο, φυσικό αέριο και πετρέλαιο παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητα, λόγω ελλείψεων σε υποδομές, τεχνογνωσία και επενδυτικό ενδιαφέρον.
Παρά τον τεράστιο υπόγειο πλούτο, η πραγματική παραγωγή πετρελαίου έχει καταρρεύσει: Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2011, η Βενεζουέλα παρήγαγε περίπου 2,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Σήμερα, η παραγωγή έχει υποχωρήσει κοντά στο 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Το επίπεδο αυτό αντιστοιχεί μόλις στο 0,8% της παγκόσμιας παραγωγής.
Η μείωση είναι εντυπωσιακή αν συγκριθεί με τα ιστορικά υψηλά της χώρας, όταν η παραγωγή ξεπερνούσε τα 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, πριν από την ενίσχυση του κρατικού ελέγχου στον κλάδο.
Κεντρικό ρόλο στην κατάρρευση της παραγωγής διαδραμάτισε η σταδιακή αποδυνάμωση της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας PDVSA. Η εταιρεία, που επί δεκαετίες αποτελούσε τον βασικό πυλώνα της οικονομίας, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα διοίκησης, χρηματοδότησης και τεχνικής επάρκειας.
Οι ενεργειακές υποδομές της χώρας έχουν γεράσει δραματικά. Σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις, πολλοί αγωγοί δεν έχουν αναβαθμιστεί εδώ και σχεδόν 50 χρόνια, ενώ τα διυλιστήρια λειτουργούν με χαμηλή αποδοτικότητα ή παραμένουν εκτός λειτουργίας λόγω βλαβών.
Μάλιστα, το κόστος για την αποκατάσταση της παραγωγής στα ιστορικά επίπεδα εκτιμάται σε τουλάχιστον 58 δισ. δολάρια, ποσό που υπερβαίνει κατά πολύ τις σημερινές δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας.
Φυσικά, ακόμη ένα διαρθρωτικό μειονέκτημα είναι η ποιότητα του αργού. Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας είναι βαρύ και όξινο, γεγονός που απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό και υψηλή τεχνογνωσία τόσο στην εξόρυξη όσο και στη διύλιση.
Αντίθετα, με το ελαφρύ αμερικανικό αργό, το βενεζουελανικό πετρέλαιο είναι απαραίτητο για την παραγωγή προϊόντων όπως το ντίζελ, η άσφαλτος και τα καύσιμα βαριάς βιομηχανίας. Ωστόσο, η έλλειψη επενδύσεων και η αποχώρηση διεθνών εταιρειών περιόρισαν δραστικά την αξιοποίησή του.
Κυρώσεις και διεθνής απομόνωση
Οι διεθνείς κυρώσεις επιδείνωσαν την ήδη προβληματική εικόνα. Η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ανταλλακτικά και τεχνογνωσία επιτάχυνε την πτώση της παραγωγής, ενώ περιόρισε και τις εξαγωγικές δυνατότητες.
Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών κατευθύνεται στην Κίνα, ενώ μικρότερο ποσοστό φτάνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως μέσω ειδικών αδειών και περιορισμένων εξαιρέσεων. Παρά την εικόνα παρακμής, η Βενεζουέλα παραμένει μια χώρα με τεράστιες ανεκμετάλλευτες δυνατότητες. Ωστόσο, η πλήρης επανεκκίνηση της πετρελαϊκής της βιομηχανίας δεν μπορεί να γίνει άμεσα. Απαιτεί πολυετή επενδυτικά προγράμματα, βαθιές θεσμικές αλλαγές και σταθερό διεθνές περιβάλλον.
Οι διεθνής αναλυτές συγκλίνουν ότι ακόμη και σε ένα ευνοϊκό σενάριο, θα χρειαστούν 5 έως 10 χρόνια για να ανακτηθεί ουσιαστικό μέρος της παραγωγικής ικανότητας. Μέχρι τότε, η Βενεζουέλα θα συνεχίσει να αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς ο ενεργειακός πλούτος, χωρίς θεσμική σταθερότητα και επενδύσεις, μπορεί να μετατραπεί από πλεονέκτημα σε χαμένη ευκαιρία.
