7ος χρόνος, ημέρα 2230η
Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2021

Ψάχνουν εναγωνίως θετικό αφήγημα στην οικονομία

Ψάχνουν εναγωνίως θετικό αφήγημα στην οικονομία

Photo by Hannes Kilian/Getty Images/ Stringer

 

Του Βασίλη Γεώργα

Με την ύφεση αγγίζει το 1% στο πρώτο εξάμηνο, τις εξαγωγές να κατακρημνίζονται και τις ενδείξεις από το φορολογικό μέτωπο να επιβεβαιώνουν την οικονομική εξάντληση πολιτών και επιχειρήσεων, η κυβέρνηση αναζητά αγωνιωδώς κάποιο θετικό στοιχείο για να αναστήσει το αφήγημα της ανάπτυξης.

Κινδυνεύει, όμως, να συνθλιβεί στις μυλόπετρες ενός νέου κύκλου καθυστερήσεων στα προαπαιτούμενα και τη δεύτερη αξιολόγηση, που με τη σειρά τους θα πάνε χρονικά πίσω όχι μόνο την εκταμίευση της δεύτερης δόσης για την αγορά (2,8 δισ. ευρώ), αλλά και τις αποφάσεις για την διευθέτηση της βιωσιμότητας του χρέους βραχυπρόθεσμα και την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που αποτελούν συστατικά στοιχεία των σεναρίων ανάκαμψης.

Τόσο οι καθυστερήσεις που αποτυπώνονται στους ρυθμούς προετοιμασίας όσο και οι προειδοποιήσεις από το ΔΝΤ και την ΕΚΤ ότι δεν υπάρχει ακόμη «φως στο τούνελ» για τη βιωσιμότητα του χρέους, εντείνουν τον προβληματισμό, αλλά επιχειρείται ταυτόχρονα οι εύλογες ανησυχίες να καλυφθούν μέσα από την παραμόρφωση της πραγματικότητας, την υποσχεσιολογία των ημερών και την καλλιέργεια εντυπώσεων ότι η ανάπτυξη είναι προ των πυλών.

Την ιστορία με την αδειοδότηση των καναλιών που οδήγησε σε ένα πράγματι υψηλό μελλοντικό τίμημα για τα δημόσια έσοδα, ο πρωθυπουργός έσπευσε αμέσως να την εντάξει στο κάδρο των κοινωνικών παροχών ενώ την ίδια ώρα έκοβε κορδέλες για τα εγκαίνια των πρώτων 20 χιλιομέτρων της Ολυμπίας Οδού προκειμένου να συμβολίσει την επανεκκίνηση των μεγάλων οδικών έργων.

Μια μέρα πριν ο υφυπουργός Οικονομικών Γ. Χουλιαράκης, δεν κλήθηκε μόνο να βγάλει το φίδι από την τρύπα που έριξαν άλλοι πιο υψηλόβαθμοι από αυτόν για την υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ, αλλά επιστρατεύτηκε κι εκείνος για να παίξει το παιχνίδι της παροχολογίας ενόψει της ΔΕΘ, του συνεδρίου, και των πολιτικών δυσκολιών που φέρνει η δεύτερη αξιολόγηση σε πολλά ανοιχτά μέτωπα με κορυφαίο το εργασιακό.

Για να ακουστεί ευχάριστα στα αυτιά τόσο των δανειστών όσο και των πολιτών, το οικονομικό επιτελείο υπόσχεται τώρα ότι αφενός θα μειώσει κρατικές δαπάνες, και αφετέρου ότι θα βρει χρήματα για να προχωρήσει σε μειώσεις φόρων σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις.

Την ώρα που τα νοικοκυριά και η αγορά καθηλώνονται και η κυβέρνηση δέχεται κριτική για την επιλογή της να αυξήσει τους φόρους υπέρμετρα και να αποφύγει τη μείωση εξόδων, το υπουργείο Οικονομικών βγάζει από το συρτάρι το αραχνιασμένο σχέδιο για την «επισκόπηση δαπανών» του δημοσίου τομέα μέσω του οποίου η κυβέρνηση υπολογίζει ότι μπορεί να εξοικονομήσει μελλοντικά μέχρι και 500 εκατ. ευρώ μειώνοντας εθελοντικά τους προϋπολογισμούς των υπουργείων.

Τα λεφτά αυτά, αν τελικά προκύψουν, θα τα δώσει όπως λέει σε φορολογικές ελαφρύνσεις και στην χρηματοδότηση του μελλοντικού Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης. Μόνο που το εν λόγω πρόγραμμα παρότι προσχεδιασμένο από καιρό και ανεπιτυχώς δοκιμασμένο και επί συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, είναι μια «πιλοτική» ενέργεια που υποτίθεται ότι θα ξεκινήσει να τρέχει ξανά μέσα στον Σεπτέμβριο για τα υπουργεία Οικονομικών, Οικονομίας και Πολιτισμού πριν επεκταθεί τα επόμενα χρόνια στα υπόλοιπα υπουργεία. Ακόμη και αν φέρει αποτελέσματα εντός χρονοδιαγράμματος, αυτά δεν θα φανούν πριν τον προϋπολογισμό του 2018 και θα έχουν το ρόλο μιας εναλλακτικής απέναντι στα σενάρια αντιμετώπισης του «κόφτη».

Για την κυβέρνηση το πιο δύσκολο είναι να διαχειριστεί την τρέχουσα παρά την μελλοντική -και εν πολλοίς μετέωρη- πορεία της οικονομίας.  Πίσω από τις κορδέλες και τις εξαγγελίες, η πραγματική οικονομία παραμένει αφημένη στον αυτόματο πιλότο με το ρύγχος προς τα κάτω και κανείς δεν περιμένει στα σοβαρά η επικείμενη ΔΕΘ να αποτελέσει αφετηρία για αλλαγή πορείας. Δεν είναι μόνο τα έσοδα που υποχωρούν υπό το βάρος της υπερφορολόγησης φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων, αλλά η απουσία οποιουδήποτε σχεδίου για να έρθουν κεφάλαια και επενδύσεις.

Η προέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων παραμένει στο περιθώριο ακόμη και ως σημειολογική αναφορά, οι αποκρατικοποιήσεις ξαναγίνονται εχθρός ενόψει του συνεδρίου για τα περισσότερα κυβερνητικά στελέχη,  και παρότι τα στοιχεία δείχνουν ότι η ύφεση συνεχίζει να κατατρώγει την οικονομική δραστηριότητα, κυβέρνηση και τραπεζίτες προσπαθούν με ευχολόγια να στηρίξουν το αφήγημα ότι η οικονομία έχει εισέλθει σε φάση σταθεροποίησης και ότι για πρώτη φορά συντρέχουν προϋποθέσεις ανάπτυξης.

Ο αντίκτυπος των  ήδη ειλημμένων φορολογικών μέτρων και εκείνων που ακολουθούν τον χειμώνα (αύξηση ΕΦΚ καυσίμων), παραγνωρίζεται, και κυρίως, στην κυβέρνηση κάνουν ότι δεν βλέπουν ότι η κλεψύδρα του διαθέσιμου χρόνου για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην οικονομία έχει αρχίζει να αδειάζει.  

Το να πιστεύει κανείς ότι η ανάπτυξη θα έρθει μόνη της, χωρίς να κάνουμε τίποτα πέρα από το να ελπίζουμε ότι οι «χώρες του Νότου» θα πείσουν τη Γερμανία να μας ρυθμίσει το χρέος ώστε να μας εμπιστευτούν ξανά οι επενδυτές, δεν δείχνει να είναι πολύ διαφορετικό από την αντίληψη όσων πιστεύουν ότι ο Σώρρας θα τους πληρώσει την εφορία και θα ξελασπώσουν.