Ψήφος κατά του ρίσκου

Αυτή η τελετουργική βεβαιότητα πολλών «αναλυτών» με ξεπερνάει. «Μια κρίση που θα σέρνεται επ’ αόριστον, φθείρει υποχρεωτικά την εξουσία». Λάθος. Τέτοια αξιώματα που επαναλαμβάνονται με την άνεση του αυτονόητου, εννιά στις δέκα φορές αποδεικνύονται απλώς ευσεβείς πόθοι. «Παρατεταμένος πόλεμος, ακρίβεια, ανασφάλεια, ενεργειακή πίεση; Θα έρθει η στιγμή που η κοινωνία θα στραφεί εναντίον του πρωθυπουργού. Η συσπείρωση γύρω από τη σημαία θα ξεθυμάνει, και τότε θα αρχίσει η φθορά.» Αλήθεια;

Και πούθε τεκμαίρεται αυτό το εμβριθές συμπέρασμα; Θα πει δηλαδή ο μέσος Έλληνας ότι ο Μητσοτάκης δεν μπορεί να πιλοτάρει ικανοποιητικά σ’ έναν κόσμο που καίγεται και θα δώσει αυτό τον ρόλο στην Κωνσταντοπούλου που ξέρει τον δρόμο για να τσουρουφλιστούμε λιγότερο; Θα βλέπει ο συφοριασμένος νοικοκύρης την τιμή το ρεύματος και της βενζίνης να ανεβαίνουν επειδή είναι κλειστά τα στενά του Ορμούζ και θα εμπιστευτεί τον Ανδρουλάκη να τα εκπορθήσει;

Θα βλέπει η ταλαιπωριασμένη νοικοκυρά τις τιμές στο σούπερ μάρκετ να εξακοντίζονται και θα δώσει εντολή στον Βελόπουλο να της ξεχειλίσει το καλάθι της με καλά φθηνά προϊόντα; Θα πλησιάζει η στραβή με τον Ερντογάν καθώς όλα γύρω μας αλλάζουν με ορμή και θα στείλει την Καρυστιανού να βγάλει εθνικά μας τα κάστανα από την φωτιά; Ή θα καταρρεύσουν οι αγορές και τα χρηματιστήρια, οπότε θα ενθρονίσει τον Τσίπρα και τον Φάμελο που ξέρουν από τέτοια;

Ελάτε τώρα. Κανένας δεν θέλει αυτό τον πόλεμο, την αιματοχυσία, την αναστάτωση, την παρατεταμένη οικονομική κρίση, αλλά αν κάποιον βολεύει το άσχημο σενάριο της επ’ αόριστον σύγκρουσης, είναι τον Μητσοτάκη. Όχι τους υπόλοιπους ερασιτέχνες που κάθονται στην εξέδρα και κάνουν εύκολη κριτική.

Η σκέψη πως αν παραταθεί ο πόλεμος θα την πληρώσει η κυβέρνηση, πάσχει από μια βασική παρανόηση. Θεωρεί ότι οι κοινωνίες αντιδρούν γραμμικά, σχεδόν μηχανιστικά, απέναντι στις δυσκολίες. Σαν να πρόκειται για μια εξίσωση που λέει, «όσο χειρότερα τα πράγματα, τόσο μεγαλύτερη η οργή προς την εξουσία». Στην πραγματικότητα, όμως, οι κοινωνίες δεν λειτουργούν έτσι. Λειτουργούν με όρους φόβου, ενστίκτου αυτοσυντήρησης και κυρίως σύγκρισης.

Διότι το κρίσιμο ερώτημα σε περιόδους κρίσης δεν είναι μόνο «πόσο καλά πάει η κυβέρνηση», αλλά «ποιος άλλος μπορεί να κρατήσει το τιμόνι». Όσο οι συνθήκες επιδεινώνονται, τόσο η ψυχολογία του εκλογικού σώματος

μετατοπίζεται από την αξιολόγηση στην αναζήτηση ασφάλειας. Ο πληθωρισμός, η ακρίβεια στην ενέργεια, η αίσθηση γεωπολιτικής απειλής δεν παράγουν μόνο δυσαρέσκεια, παράγουν και φόβο. Και ο φόβος δεν είναι καλός σύμβουλος για πειραματισμούς. Είναι καλός σύμβουλος για συντήρηση.

Σε τέτοιες συνθήκες, η έννοια της «σταθερότητας» αποκτά βαρύτητα συχνά δυσανάλογη προς την πραγματική της αξία. Όσο το περιβάλλον γίνεται πιο ρευστό και ασταθές, τόσο μεγαλώνει το κόστος του άγνωστου.

Η ελληνική κοινωνία έχει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη της την εμπειρία της ακυβερνησίας, της πολιτικής αστάθειας και των αλλεπάλληλων «πειραμάτων». Από τις εκλογικές καταιγίδες της προηγούμενης δεκαετίας μέχρι τις περιπέτειες της διαπραγμάτευσης, το συλλογικό ένστικτο έχει γίνει πιο επιφυλακτικό. Δεν ενθουσιάζεται εύκολα με όποιον υπόσχεται τον ουρανό με τ’ άστρα. Πλέον τον ζυγίζει.

Γι’ αυτό και η υπόθεση ότι μια παρατεταμένη κρίση θα οδηγήσει αυτομάτως σε πολιτική αποδόμηση της κυβέρνησης είναι αφελής. Μπορεί να συμβεί, αλλά δεν είναι ο κανόνας. Το πιθανότερο σενάριο είναι, «όσο τα πράγματα δυσκολεύουν, τόσο η κοινωνία συσπειρώνεται γύρω από αυτό που ήδη γνωρίζει, ακόμη κι αν δεν την ικανοποιεί πλήρως». Διότι σε περιόδους πίεσης, δεν ψηφίζεις πάντα υπέρ κάποιου. Συχνά ψηφίζεις κατά του ρίσκου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η φθορά εξαφανίζεται. Σημαίνει ότι μετατίθεται. Δεν εκφράζεται ως άμεση ανατροπή, αλλά ως σιωπηλή δυσαρέσκεια που περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες για να εκδηλωθεί. Και αυτές οι συνθήκες, παραδόξως, δεν είναι οι πιο δύσκολες, αλλά οι πιο ήρεμες. Όταν η θάλασσα αγριεύει, ο κόσμος δεν αλλάζει καπετάνιο. Κρατιέται από αυτόν που είναι ήδη στο τιμόνι, ακόμη κι αν γκρινιάζει για τον τρόπο που το κρατά.