8ος χρόνος, ημέρα 2475η
Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2022

O πόλεμος διαρκείας των μικροεπεξεργαστών

O πόλεμος διαρκείας των μικροεπεξεργαστών
Shutterstock

Τις τελευταίες μέρες είχαμε γίνει μάρτυρες μίας – φαινομενικής μάλλον – προσέγγισης μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ, με αφορμή τις πληροφορίες για την πρόθεση του προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν να άρει τους δασμούς που είχε επιβάλει ο Ντόναλντ Τραμπ σε ένα πλήθος κινεζικών προϊόντων. Βέβαια, ο βασικός σκοπός του Τζο Μπάιντεν δεν είναι να τα πάει πολύ καλά με την Κίνα, αλλά να ανακουφίσει την οικονομία της χώρας του από τις ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις, πράγμα που πιθανώς να γίνει σε περίπτωση κατάργησης αυτών των δασμών.

Οι πραγματικές προθέσεις του απέναντι στην Κίνα φάνηκαν την Τρίτη, όταν μάθαμε, από ρεπορτάζ του Bloomberg, πως η αμερικανική κυβέρνηση πιέζει την ολλανδική κυβέρνηση προκειμένου η τελευταία να επιβάλλει στην ASML Holdings (ASML AMSTERDAM, ASML NYSE) και στην Ιαπωνική Nikon (7731 TOKYO) την πλήρη διακοπή των πωλήσεων κάποιων βασικών τους προϊόντων σε κινεζικές εταιρείες. Η ASML, η οποία ξεκίνησε την ζωή της πριν περίπου σαράντα χρόνια σε ένα γκαράζ δίπλα στις εγκαταστάσεις της Phillips στο Eindhoven, είναι μία πάρα πολύ σημαντική επιχείρηση. Χωρίς μεγάλη υπερβολή, κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως είναι μία από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις στον κόσμο. Αν ξαφνικά εξαφανιστεί από τον χάρτη, θα σταματήσει η ανέγερση όλων των νέων εργοστασίων κατασκευής μικροεπεξεργαστών.

Το βασικό της προϊόν είναι οι λιθογραφικές μηχανές, μηχανές που κοστίζουν πάνω από εκατό εκατομμύρια δολάρια η κάθε μία. Απλουστεύοντας λίγο τα πράγματα, μπορούμε να πούμε πως οι λιθογραφικές μηχανές χρησιμοποιούνται για τη χάραξη κυκλωμάτων πάνω στα μικροσκοπικά κομμάτια πυριτίου (σιλικόνης) που αποτελούν τη βάση κάθε μικροεπεξεργαστή. Όλες οι μεγάλες βιομηχανίες μικροεπεξεργαστών, η Intel, η Samsung Electronics, η Taiwan Semiconductor, η Global Foundries βασίζονται στην τεχνολογία της ASML, η οποία έχει ένα σχεδόν μονοπωλιακό ποσοστό της σχετικής αγοράς.

Το πιο εξελιγμένο προϊόν της, οι μηχανές EUV (Extreme Ultraviolet) χρησιμοποιούνται από τους κατασκευαστές microchips για την παραγωγή των πλέον σύγχρονων μικροεπεξεργαστών, όπως αυτών που χρησιμοποιούνται για τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Αυτές οι μηχανές δεν πωλούνται στην Κίνα, καθώς η κυβέρνηση της Ολλανδίας, σε συνεργασία με την αμερικανική, αρνείται να δώσει στην ASML άδεια για να προχωρήσει στην εξαγωγή τους στην Κίνα.

Πωλούνται όμως οι μηχανές DUV (Deep Ultraviolet), οι οποίες είναι της αμέσως προηγούμενης γενιάς, κυρίως από την ASML αλλά και από τη Nikon, κατά ένα πολύ μικρό ποσοστό. Το μεγαλύτερο μέρος των μικροεπεξεργαστών παγκοσμίως παράγεται ακόμα με χρήση των μηχανών DUV. Τα περισσότερα microchips που λείπουν από την παγκόσμια βιομηχανία εδώ και 18 μήνες, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται από την αυτοκινητοβιομηχανία, παράγονται με αυτή την τεχνολογία.

Όπως σχολίασαν πολλοί παρατηρητές, αν σταματήσει η πώληση και αυτών των λιθογραφικών μηχανών στην Κίνα, θα πρέπει να μιλήσουμε για κυριολεκτικό στραγγαλισμό της κινεζικής βιομηχανίας μικροεπεξεργαστών. Αυτό εξηγεί και την οργισμένη αντίδραση της Κίνας μετά τη δημοσίευση του ρεπορτάζ του διεθνούς πρακτορείου: ο εκπρόσωπος τύπου του κινεζικού υπουργείου εξωτερικών δήλωσε πως η πίεση των ΗΠΑ προς την Ολλανδία και την ASML, καθώς και προς την Ιαπωνία και τη Nikon, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «τεχνολογικής τρομοκρατίας» και μία υπενθύμιση προς κάθε χώρα του κόσμου για το πόσο επικίνδυνη είναι η εξάρτησή της από την τεχνολογία των ΗΠΑ.

Η προσπάθεια των ΗΠΑ να χτυπήσουν καίρια την κινεζική βιομηχανία προϊόντων υψηλής τεχνολογίας δεν είναι κάτι νέο. Ο πρώην πρόεδρος Τραμπ κυνήγησε με επιμονή τη Huawei, προσπαθώντας να την πετάξει έξω από κάθε δυτική χώρα και απαγορεύοντας στις περισσότερες εταιρείες των ΗΠΑ να πουλάνε σε αυτήν εξοπλισμό προηγμένης τεχνολογίας. Το κυνηγητό κατά της Huawei ήταν ένα γεγονός κομβικής σημασίας για την Κίνα και τις επιχειρήσεις της. Αντιλαμβανόμενες πως η εχθρική στάση των ΗΠΑ δεν πρόκειται να αλλάξει εύκολα, έχουν αποδυθεί σε έναν αγώνα δρόμου για την απεξάρτησή τους από την αμερικανική τεχνολογία και την εξέλιξή τους σε αξιόλογους παγκόσμιους «παίκτες».

Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, και αυτή τη στιγμή η Κίνα δεν έχει καταφέρει ακόμα να αποκτήσει δική της ισχυρή και αυτόνομη βιομηχανία κατασκευής μικροεπεξεργαστών, ούτε και μεγάλες επιχειρήσεις κατασκευής εξοπλισμού που είναι απαραίτητος για τη λειτουργία αυτών των εργοστασίων. Οι προσπάθειές τους όμως είναι πολύ μεθοδικές. Από ρεπορτάζ του Bloomberg πριν περίπου δεκαπέντε ημέρες, μαθαίνουμε πως από τις πρώτες είκοσι σε αύξηση κύκλου εργασιών παγκόσμιες βιομηχανίες μικροεπεξεργαστών τα τελευταία τέσσερα τρίμηνα, οι δεκαεννέα ήταν κινεζικές.

Στα αμέσως προηγούμενα τέσσερα τρίμηνα, μόνον οκτώ κινεζικές ανήκαν στις πρώτες είκοσι. Το τι έχει γίνει είναι φανερό: οι κινεζικές επιχειρήσεις, με την άμεση στήριξη της κυβέρνησής τους, προσπαθούν να μεγαλώσουν γρήγορα και να εξελιχθούν τεχνολογικά για να αντικαταστήσουν, όσο πιο γρήγορα γίνεται, τα αμερικανικά προϊόντα. Προφανώς, δεν έχουν καταφέρει ακόμα να φτάσουν τα αμερικανικά προϊόντα, αλλά είναι βέβαιο πως προχωρούν με γρήγορα βήματα.

Σίγουρα θα χρειαστεί αρκετός χρόνος μέχρι να μπορέσουν να απεξαρτηθούν πλήρως από την αμερικανική, την ολλανδική και την ιαπωνική τεχνολογία και να αναπτύξουν τη δική τους, η οποία δεν είναι ανάγκη να είναι συμβατή με τη δυτική. Αυτός πρέπει να είναι ο βασικός κινεζικός στόχος, αφού, όπως φαίνεται, οι πιθανότητες επαναπροσέγγισης των ΗΠΑ και της Κίνας μειώνονται κάθε μέρα που περνά. Ειδικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τις βαρύτατες κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία από τις ΗΠΑ και τις δυτικές χώρες, η κινεζική ηγεσία δεν πρέπει να έχει και πολλές αμφιβολίες για τη διάθεση των ΗΠΑ να συνεχίσουν την προσπάθεια παρεμπόδισης της «ανόδου» της χώρας τους.

Είναι δεδομένο πως η βιομηχανία μικροεπεξεργαστών είναι ένας από τους βασικότερους δομικούς λίθους της παγκόσμιας οικονομίας, όχι μόνο από τεχνολογική άποψη. Κυρίως από αμυντική θα λέγαμε, αφού όλα τα σύγχρονα οπλικά συστήματα είναι γεμάτα από μικροεπεξεργαστές. Τα δύο βασικά παγκόσμια στρατόπεδα θα καταβάλλουν πολύ μεγάλες προσπάθειες για να επικρατήσουν σε αυτόν τον πόλεμο διαρκείας που τώρα ξεκινάει. Το δυτικό στρατόπεδο έχει ένα μεγάλο προβάδισμα, αλλά το κινεζικό κινείται με πολύ γρήγορα και αποφασιστικά βήματα, και δεν έχει και να δώσει λογαριασμό για τις κινήσεις της ηγεσίας του.

Δεν θεωρούμε – ακόμα – πιθανή μία κίνηση της Κίνας για βίαιη ενσωμάτωση της Ταϊβάν και «κατάληψη» των υπερσύγχρονων εργοστασίων κατασκευής microchips της Taiwan Semiconductor. Υποθέτουμε πως η πλευρά της Κίνας θα προσπαθήσει να καλύψει όσο πιο γρήγορα γίνεται το τεχνολογικό κενό που τη χωρίζει από τις ΗΠΑ, ξοδεύοντας τεράστια χρηματικά ποσά για να βοηθήσει το μεγάλο της ανθρώπινο επιστημονικό δυναμικό. Οι ΗΠΑ, από τη μεριά τους, ίσως πιστεύουν πως ο στραγγαλισμός της κινεζικής βιομηχανίας μικροεπεξεργαστών να είναι αρκετός για να κρατήσουν για πολλά ακόμα χρόνια το προβάδισμά τους, αλλά δεν κάθονται και με σταυρωμένα χέρια.

Είναι γεγονός πως η Intel και άλλες αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν ξεκινήσει ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα με σκοπό τη μεταφορά του κέντρου της βιομηχανίας μικροεπεξεργαστών από την Ασία στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, βασιζόμενοι σε μεγάλο βαθμό και στην κρατική βοήθεια. Όμως, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να κινηθεί πολύ γρήγορα, καθώς δίνει προτεραιότητα στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Πριν σχεδόν έναν μήνα, άρθρο του Bloomberg είχε τον τίτλο «Το ύψους 52 δις δολαρίων πρόγραμμα του Μπάιντεν για τη βιομηχανία μικροεπεξεργαστών είναι κολλημένο. Οι νομοθέτες περιμένουν τις εκλογές».

Όπως είπαμε στον τίτλο μας, ο πόλεμος που έχει ξεκινήσει για την τεχνολογική πρωτοκαθεδρία στη βιομηχανία μικροεπεξεργαστών θα κρατήσει πολύ. Σίγουρα οι ΗΠΑ, η Δυτική Ευρώπη, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα έχουν ένα μεγάλο προβάδισμα απέναντι στον αντίπαλό τους, αυτό όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση αρκετό από μόνο του. Δεν μπορούμε βέβαια να ισχυριστούμε πως η Κίνα παίζει σε αυτόν τον αγώνα τον ρόλο της χελώνας από τον μύθο του Αισώπου, ίσως όμως να πρέπει να πούμε πως η Δύση έχει μία τάση να συμπεριφέρεται σαν τον λαγό, κρίνοντας από τη χαλαρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το ζήτημα οι Αμερικανοί νομοθέτες.