ΓΔ: 898,63 -6,68 (-0,74 %)

Τζίρος: 98,36 εκατ. €   RT

7ος χρόνος, ημέρα 1994η
Σάββατο, 17 Απριλίου 2021

ΓΔ: 898,63 -6,68 (-0,74 %)

Τζίρος: 98,36 εκατ. €   RT

Η επενδυτική βαθμίδα της Ελλάδας περνάει μέσα από την ΑΜΚ της Τράπεζας Πειραιώς

Η επενδυτική βαθμίδα της Ελλάδας περνάει μέσα από την ΑΜΚ της Τράπεζας Πειραιώς

Το να επιστρέψουν οι τράπεζες στην παραδοσιακή ροή εργασιών τους είναι μια θετική εξέλιξη για τους μετόχους τους και για την ελληνική οικονομία. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει οι δείκτες των μη εξυπηρετούμενων δανείων να χαμηλώσουν στο μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο και αυτό να συμβεί σε όλη τη συστημική περίμετρο.

Η επιτάχυνση των διαδικασιών του λεγόμενου de-risking απαιτεί κεφάλαια καθώς ο ρυθμός δημιουργίας κεφαλαίου είναι αργός αφού οι πωλήσεις των μη εξυπηρετούμενων δανείων στερούν και μέρος της οργανικής κερδοφορίας η οποία δεν είναι εύκολο να αναπληρωθεί με νέα δάνεια. Οι ως τώρα επιδόσεις και η μείωση των κόκκινων δανείων υποστηρίχθηκαν από πωλήσεις παγίων και από την ανατίμηση του χαρτοφυλακίου των ελληνικών ομολόγων που προσέφερε κεφαλαιακό μαξιλάρι κρατώντας απόσταση ασφαλείας από τα εποπτικά όρια. 

Αν είναι κάτι που από το 2010 και μετά συνοδεύει σχεδόν μονότονα κάθε αξιολόγηση του ελληνικού χρέους είναι οι επιφυλάξεις για τις ελληνικές τράπεζες. Το ΔΝΤ αρχικά και εν συνεχεία οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υπενθύμιζαν τον υψηλό βαθμό επισφαλειών, το βουνό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων θέτοντας εύλογα ερωτήματα για την ουσιαστική χρηματοδότηση του συστήματος.

Κακά τα ψέματα. Χωρίς τραπεζικό σύστημα σε μια οικονομία που έχει άμεση ανάγκη χρηματοδότησης για επενδύσεις και κεφάλαια κίνησης το αποτέλεσμα της ανάπτυξης είναι καταδικασμένο να παρουσιάζει καχεκτικούς ρυθμούς μεταβολής. Ειδικά μετά τη λήξη της πανδημίας σε μια οικονομία που διψάει για ρευστότητα ένα ισχυρότερο τραπεζικό σύστημα θα περιορίσει τα απόνερα της κρίσης και το χρόνο ανάκαμψης της οικονομίας. 

Για να ανέβει επομένως το ένα ή τα δύο σκαλοπάτια των βαθμίδων αξιολόγησης η χώρα μας και να μπει στην επενδυτική βαθμίδα των οίκων αξιολόγησης θα πρέπει να κλείσει το κεφάλαιο που λέγεται τράπεζες. Φαίνεται οξύμωρο αλλά η μεγάλη ζημιά που θα πάρει το Δημόσιο με την αύξηση κεφαλαίου της Τράπεζας Πειραιώς είναι ένα «αναγκαίο κακό» για να κερδίσει μακροπρόθεσμα.

Με την κατάσταση που επικρατεί στις αγορές η αναχρηματοδότηση του χρέους με δεκαετή ομόλογα επιτοκίου 0,5% θα επιτρέψει τη βελτίωση του αξιόχρεου, θα δώσει επιλογές μεγαλύτερων λήξεων και θα πιέσει αναγκαστικά το κόστος χρηματοδότησης και των μεγάλων επιχειρήσεων μέσα από διεθνείς εκδόσεις. Εταιρείες με ισχυρές ταμειακές ροές και παράδοση στην αποπληρωμή ομολογιακών δανείων θα τύχουν ευνοϊκότερης υποδοχής από τις αγορές καθώς θα προέρχονται από ένα προορισμό που θα έχει πλέον υπερβεί το ρίσκο που έχει ο χαρακτηρισμός αναδυόμενη αγορά. 

Οι τράπεζες θα αποκτήσουν πλέον πρόσβαση στη φθηνή ρευστότητα της ΕΚΤ, κάτι το οποίο το έχουν μεν τώρα ωστόσο οι συνθήκες δεν θα είναι για πάντα έκτακτες. Σχεδόν 39 δις ευρώ είναι η συνολική έκθεση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών στα αρνητικά επιτόκια της ΕΚΤ. Είναι επομένως ένα ζητούμενο να διατηρηθεί αυτή η πρόσβαση και μετά τη λήξη του συναγερμού της πανδημίας, πιθανότατα προς το τέλος της φετινής χρονιάς. Παράλληλα ο χαμηλός δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων θα χαμηλώσει τους ελάχιστους δείκτες φερεγγυότητας (SREP – OCΡ) δημιουργώντας χώρο για επιπλέον χρηματοδοτήσεις.

Δεδομένου, τέλος, ότι οι τράπεζες θα χρειαστεί να ενισχύουν τα κεφάλαια δεύτερης διαβάθμισης με ομολογιακά δάνεια θα τύχουν καλύτερης υποδοχής από τις αγορές. Και όταν είσαι δυνατός βάζεις εσύ τους δικούς όρους στις αγορές. Ενδεχομένως τότε οι αυξήσεις κεφαλαίου να μοιάζουν περισσότερο με ευκαιρία από ότι τώρα. 

Σε ποια επίπεδα βρίσκονται οι καθυστερήσεις άνω των 90 ημερών σε Ελλάδα και εξωτερικό

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, καμία διασφάλιση δε δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.