8ος χρόνος, ημέρα 2433η
Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2022

Ενεργειακή κρίση: Γιατί οι αγορές δεν βιάστηκαν να ανοίξουν σαμπάνιες

Ενεργειακή κρίση: Γιατί οι αγορές δεν βιάστηκαν να ανοίξουν σαμπάνιες

Όσοι ασχολούνται με την αγορά του φυσικού αερίου θα πρέπει να οπλιστούν με ψυχραιμία τις επόμενες ημέρες καθώς η αγορά θα περάσει δια πυρός και σιδήρου μέχρι να ξεκαθαριστεί αν ο Πούτιν ανοίξει πράγματι από τις 8 Νοεμβρίου τη στρόφιγγα για να αναπληρωθούν τα πολύ χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου στις αποθήκες της Ευρώπης.

Βάση των όσων είπε ο Ρώσος Πρόεδρος, μόλις τελειώσει η παροχή αερίου στις υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης της Ρωσίας θα αρχίσει η παροχή στις ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Όπως ήταν επόμενο μετά από αυτές τις δηλώσεις, οι τιμές του φυσικού αερίου TTF έπεσαν. Η πτώση όμως ούτε διήρκησε ούτε ήταν τόσο θεαματική όσο θα περίμενε κανείς.

Οι τιμές κινήθηκαν πτωτικά την προηγούμενη εβδομάδα έως τα 66ευρώ/Mwh -επίπεδα ούτως ή άλλως δραματικά υψηλότερα από τις τιμές του περασμένου Ιανουαρίου- ενώ χθες πραγματοποίησαν νέα απρόσμενη άνοδο.

Οι ειδήσεις που στρέσαραν και πάλι τις τιμές είναι το γεγονός ότι το ρωσικό αέριο άρχισε να ρέει από τη Γερμανία προς την Πολωνία κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, αντίστροφα από την καθιερωμένη κατεύθυνση, ενώ ταυτόχρονα στην Ισπανία έληξε η 25ετής σύμβαση για τη μεταφορά αερίου από την Αλγερία μέσω Μαρόκου με την ανανέωση της να αγνοείται λόγω διπλωματικής κόντρας μεταξύ των δύο αφρικανικών χωρών.

Όμως ας είμαστε ειλικρινείς. Το «ζουμί» είναι αλλού. Βλέπετε, οι αγορές μαζί με τις υποσχέσεις Πούτιν έχουν συγκρατήσει και τις δηλώσεις του περί αναγκαιότητας νέων μακροπρόθεσμων συμβάσεων με την Ευρώπη. Ξανακαταθέτουμε λοιπόν το εύλογο ερώτημα: Ποιους όρους και πάνω από όλα τι τιμές θα περιλαμβάνουν τα νέα μακροπρόθεσμα συμβόλαια με τη Ρωσία;

Μέχρι λοιπόν να διασαφηνιστούν οι επίμαχες λεπτομέρειες, οι τιμές του φυσικού αερίου θα επηρεάζονται από τα εκπεμπόμενα σήματα από τη Ρωσία.

Μέσα από αυτό το πρίσμα, το γεγονός ότι οι ρωσικές προμήθειες προς τον γερμανικό σταθμό Mallnow έπεσαν στο μηδέν το Σάββατο που μας πέρασε και ο αγωγός Yamal – Europe έστελνε αέριο προς τα ανατολικά μέχρι και χτες Δευτέρα, είναι λογικό να στρεσάρει εκ νέου την αγορά και να πυροδοτήσει νέες ανησυχίες όσον αφορά την εκπλήρωση των υποσχέσεων της Ρωσίας στις 8 Νοεμβρίου.

Ως εκ τούτου οι κινήσεις της Gazprom παρακολουθούνται στενά. Τι έγινε λοιπόν το Σάββατο; Δημιουργήθηκε ζήτημα όταν σταμάτησε η τροφοδοσία της Γερμανίας μέσω της Πολωνίας δια μέσου του αγωγού Yamal – Europe. Σύμφωνα με το Reuters η Gazprom δήλωσε ότι οι διακυμάνσεις της ζήτησης για ρωσικό φυσικό αέριο εξαρτώνται από τις πραγματικές ανάγκες των αγοραστών και οι Ευρωπαίοι πελάτες της ικανοποιούνται κανονικά.

Ο φορέας εκμετάλλευσης δικτύου φυσικού αερίου της Πολωνίας Gaz-System από την άλλη δήλωσε ότι οι ροές από τα ανατολικά ήταν πολύ χαμηλότερες από το συνηθισμένο, αλλά η Πολωνία εξακολουθεί να λαμβάνει ποσότητες σύμφωνα με τη σύμβασή της. Μάλιστα εκπρόσωπος της εταιρείας δήλωσε ότι δεν υπάρχει ζήτηση για διαμετακόμιση φυσικού αερίου προς τη Γερμανία αυτή τη στιγμή.

Σύμφωνα όμως με τα στοιχεία της Gas Infrastructure Europe οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου της Γερμανίας ήταν πλήρεις κατά 71% στις 27 Οκτωβρίου και οι αποθήκες που ελέγχονται από την Gazprom μέσω της θυγατρικής της Αstora- αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τέταρτο της χωρητικότητας αποθήκευσης της Γερμανίας-ήταν πλήρεις μόλις κατά 21%.

Ακόμα λοιπόν και αν η Gazprom έχει προμηθεύσει όλο το αέριο που απαιτείται βάσει των συμβάσεων της με Ευρωπαίους αγοραστές, δεν έχει ξεκινήσει καν να αναπληρώνει τις δικές της εγκαταστάσεις αποθήκευσης στην ήπειρο και αυτό είναι κάτι που στρεσάρει την αγορά.

Υπενθυμίζουμε δε ότι στην τελευταία δημοπρασία χωρητικότητας αγωγών στις 18 Οκτωβρίου, (Άνθρακες ο θησαυρός για τις υποσχέσεις Πούτιν) η Gazprom έκλεισε περίπου το 35% της συνολικής πρόσθετης χωρητικότητας που προσέφερε ο πολωνικός φορέας εκμετάλλευσης Gas System.

Για να δούμε αν από 8 Νοεμβρίου τηρηθούν οι ρωσικές υποσχέσεις ώστε να οδηγηθούν οι τιμές τουλάχιστον κάτω από τα 50 δολάρια/Mwh και πάνω από όλα να διατηρηθούν σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα.