Ακρίβεια, η μεγαλύτερη αναδιανομή πλούτου

Ακρίβεια, η μεγαλύτερη αναδιανομή πλούτου

Ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτούργησε σαν το λάδι στη «φωτιά» στο κόστος της ενέργειας αλλά και σε μια σειρά προϊόντων όπως τα μεταλλεύματα, τα έλαια και τα σιτηρά, με αποτέλεσμα το πληθωριστικό κύμα που διαπερνά όλη την εφοδιαστική αλυσίδα και που έχει ξεκινήσει εδώ και μήνες να παίρνει πλέον μεγάλες διαστάσεις, φέρνοντας επιχειρήσεις και νοικοκυριά αντιμέτωπα με ένα συνεχόμενο κύμα βίαιων ανατιμήσεων.

Οι καταναλωτές διαπιστώνουν ότι οι αυξήσεις «τρώνε» το διαθέσιμο εισόδημά τους περιορίζοντας τελικά την αγοραστική τους δύναμη. Αυτό με τη σειρά του «χτυπάει» τη λιανική η οποία βλέπει τα περιθώρια κέρδους της να ροκανίζονται, είτε απορροφήσει ένα μέρος των αυξήσεων, είτε το περάσει όλο στον καταναλωτή.

Και όλα αυτά τη στιγμή που ήδη το 2021 και σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, τα νοικοκυριά είχαν αυξήσει τις δαπάνες τους για τα ίδια βασικά αγαθά κατά 12%.

Το ποσοστό αυτό όχι απλά το έχουμε ξεπεράσει κατά το πρώτο τρίμηνο της φετινής χρονιάς, αλλά από ότι φαίνεται η ενέργεια και τα βασικά αγαθά θα φτάσουν να απορροφούν σχεδόν το σύνολο του διαθέσιμου εισοδήματος του Έλληνα.

Ήδη σύμφωνα με την έρευνα του ΓΣΕΒΕΕ, το 51% των νοικοκυριών περιόρισαν τις δαπάνες τους το 2021 για εξόδους σε εστιατόρια, καφέ, σινεμά κ.λπ. Το 45,1% των νοικοκυριών ξόδεψε λιγότερα για ταξίδια, ενώ το 43,3% περιόρισε τις δαπάνες για ένδυση-υπόδηση.

Φέτος τα ποσοστά αυτά θα είναι χειρότερα. Αρκεί να δει κανείς τον τζίρο στα εμπορικά καταστήματα, ο οποίος στην κυριολεξία έχει κάνει βουτιά.

Και είναι λογικό αν δούμε τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ: O πληθωρισμός τον Φεβρουάριο διαμορφώθηκε στο 7,2% από 6,2% που ήταν τον Ιανουάριο, συμπληρώνοντας τον 10ο μήνα συνεχούς ανόδου και σκαρφαλώνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Πρωταγωνιστικά στοιχεία του πληθωρισμού του Φεβρουαρίου ήταν οι τιμές του φυσικού αερίου με άνοδο 78,5% τον τελευταίο χρόνο, του πετρελαίου θέρμανσης με άνοδο 41,5% και του ηλεκτρικού ρεύματος με άνοδο 71,4%.

Τη σκυτάλη παίρνουν οι ετήσιες αυξήσεις κατά 23,2% στα καύσιμα και λιπαντικά, και ακολουθούν τα τρόφιμα με τις τιμές του λαδιού να ίπτανται κατά 16,8%, των λαχανικών κατά 15,2% , των φρούτων κατά 9,8%, των γαλακτοκομικών και αυγών κατά 6,8% και πέριξ του 6% στο ψωμί, τα πουλερικά και το μοσχάρι.

Το κόστος ενέργειας όμως μεταλαμπαδεύεται και στις υπηρεσίες. Ετήσια αύξηση 22,9% είδαμε στα αεροπορικά εισιτήρια και 11,6% στις τιμές των ξενοδοχείων, ενώ η ένδυση και η υπόδηση σημείωσαν αύξηση 5,6%. Στα ύψη και οι τιμές των αυτοκινήτων.

Έπεται συνέχεια

Η παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση στην Ουκρανία συνεπάγεται συνέχιση των οικονομικών κυρώσεων μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, ενώ ας μην ξεχνάμε ότι ο πόλεμος διεξάγεται μεταξύ δύο οικονομιών που μας παρέχουν σημαντικούς ενεργειακούς και άλλους σημαντικούς φυσικούς πόρους.

Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να προετοιμαστούμε για ακόμα υψηλότερες τιμές σχεδόν σε όλα τα είδη και τις υπηρεσίες, καθώς η άνοδος του πληθωρισμού που ζούμε εδράζεται σε παράγοντες που προκαλούν μείωση της συνολικής προσφοράς και οι παράγοντες αυτοί θα συνεχίσουν να υφίστανται όσο διαρκεί το γαϊτανάκι των κυρώσεων.

Βλέπετε η μείωση της συνολικής προσφοράς αυτή την περίοδο οφείλεται ως επί το πλείστον στην άνοδο του κόστους παραγωγής λόγω της αύξησης των τιμών των πρώτων υλών, ιδίως του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Ο πληθωρισμός αυτού του τύπου περιγράφεται συχνά ως πληθωρισμός λόγω αύξησης του κόστους (cost-push inflation).

Περιμένουμε κάποια άμεση βελτίωση στις γενεσιουργές αιτίες του πληθωρισμού; Προς το παρόν όχι. Αντίθετα τα πράγματα μπορεί να χειροτερέψουν.

Χθες ο ΟΟΣΑ σε έκθεση του σημείωσε ότι σε περίπτωση που φτάσουμε στο σημείο να περιοριστούν οι εξαγωγές ενέργειας από τη Ρωσία κατά 20%, αυτό θα μας κοστίσει 1% από τον ρυθμό ανάπτυξης και θα προσθέσει ένα extra 2,5% στον πληθωρισμό.

Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτές θα κληθούν να δαπανήσουν ακόμα περισσότερα από το διαθέσιμο εισόδημά τους σε βασικά αγαθά, καθώς θ’ ανοίξει ένας ακόμη κύκλος ανατιμήσεων, χωρίς καν να έχει κλείσει ο προηγούμενος.

Ήδη υπάρχουν εκτιμήσεις ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή θα προσεγγίσει, ίσως και να ξεπεράσει το 8% αυτό τον μήνα.

Αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου και αύξηση της ανισότητας

Οι τιμές μπορεί να ανεβαίνουν, όμως ο τζίρος των σούπερ μάρκετ παρά τις ανατιμήσεις μειώθηκε τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο πέριξ του 3% σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες το 2021. Μάλιστα το σύνολο των ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων παρουσίασε κάμψη τον προηγούμενο μήνα, με εξαίρεση τα φρέσκα επί ζυγίω τρόφιμα.

Αυτό πώς μεταφράζεται; Ότι οι καταναλωτές δεν έχουν μειώσει μόνο τα ταξίδια, τα έξοδα ένδυσης ή τη διασκέδαση στα εστιατόρια και στο σινεμά, αλλά αρχίζουν και μειώνουν την κατανάλωση και σε είδη διατροφής και πρώτης ανάγκης.

Βλέπετε, καταρχήν ο πληθωρισμός πλήττει κυρίως τα άτομα που έχουν σταθερό χρηματικό εισόδημα-όπως για παράδειγμα των συνταξιούχων - και ευνοεί τα άτομα που έχουν μεταβαλλόμενο. Παραδοσιακά, τα χαμηλότερα εισοδήματα «χτυπιούνται» περισσότερο καθώς ο μισθός τους είναι πεπερασμένος.

Για παράδειγμα, η επίπτωση της αύξησης της τιμής μιας υπηρεσίας ή ενός προϊόντος κατά 20% δεν είναι η ίδια γι’ αυτόν που ξοδεύει το 5% του εισοδήματος του για αυτό το προϊόν, με εκείνον που ξοδεύει το 20%. Το ίδιο είναι ένας λογαριασμός ρεύματος της τάξης των 160 ευρώ για έναν μισθωτό των 800 ευρώ με εκείνον των 3300 ευρώ; Mια αύξηση πέριξ του 20% στον λογαριασμό αυτό, θα οδηγήσει σε απορρόφηση του 24% του πρώτου εισοδήματος και μόλις του 5,8% του δεύτερου.

Επιπλέον οι χαμηλόμισθοι εκ των πραγμάτων δεν έχουν «αρκετό λίπος», ήτοι αρκετές αποταμιεύσεις ώστε να υποστηρίξουν την κατανάλωση για αυξημένο χρονικό διάστημα.

Επίσης, ο πληθωρισμός μαζί με την αγοραστική δύναμη μειώνει και την αξία των αποταμιεύσεων καθώς στην ουσία είναι μια φορολόγηση της πραγματικής αξίας των ρευστών διαθεσίμων.

Ακόμα δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οι φόροι, όπως ο ΦΠΑ, εφαρμόζονται στις ονομαστικές τιμές και όχι στις αποπληθωρισμένες. (σ.σ: Βέβαια αυτό υπό την προϋπόθεση ότι δεν μειώνεται η κατανάλωση, μπορεί να αυξήσει τον τζίρο της οικονομίας, να ενισχύσει το ονομαστικό ΑΕΠ και να βελτιώσει λογιστικά την εικόνα του χρέους προς ΑΕΠ. Όμως δυστυχώς η παρούσα συγκυρία δεν ανήκει σε αυτή την περίπτωση, καθώς η μείωση της κατανάλωσης αναμένεται να είναι μεγάλη).

Στον αντίποδα τώρα, τα μεγαλύτερα εισοδήματα εκ των πραγμάτων είναι πιο οχυρωμένα και επιπλέον μπορούν να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό μέσω των κατάλληλων επενδύσεων. Επίσης είναι σε καλύτερη θέση να δανειστούν προκειμένου να επενδύσουν σε παραγωγικές δραστηριότητες και όπως ξέρουμε ο πληθωρισμός αναδιανέμει τον πλούτο μεταξύ δανειστών και δανειζόμενων, καθώς οι δανειζόμενοι επωφελούνται σε βάρος των δανειστών.

Εν ολίγοις, οι υψηλές τιμές δεν έχουν το ίδιο αντίκτυπο σε όλους. Οι χαμηλόμισθοι και συνταξιούχοι στην ουσία είναι σαν να είναι στην ακτή την ώρα που έρχεται το τσουνάμι των ανατιμήσεων, στερούμενοι των αντανακλαστικών που διαθέτουν όσοι είναι ήδη στα υψώματα.

Συν τις Κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις πρέπει να «κινήσουν τη χείρα τους»

Το υπουργείο Οικονομικών αναγνωρίζει πλέον ότι δεν είναι εφικτός ο στόχος που είχε τεθεί στον προϋπολογισμό για πληθωρισμό της τάξεως του 1%.

Οι πολίτες αρχίζουν και αγγίζουν τα όρια τους στις δυνατότητες κατανάλωσης, περιορίζοντας τα έξοδα τους στα απολύτως βασικά, ήτοι ενέργεια και τρόφιμα.

Η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης να θεσμοθετήσει πλαφόν στο περιθώριο μεικτού κέρδους σε σειρά προϊόντων και υπηρεσιών δύσκολα θα τιθασεύσει τις ανατιμήσεις καθώς όπως εξηγήσαμε πιο πάνω ο πληθωρισμός που ζούμε είναι cost-push inflation.

Ο πρωθυπουργός προσπαθεί να δώσει απάντηση μέσα από ένα νέο πακέτο στήριξης για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και αγρότες, όμως οι δυνατότητες του προϋπολογισμού μας είναι πεπερασμένες, ήτοι τα πακέτα αυτά θα προσφέρουν μερική ανακούφιση στα νοικοκυριά κατώτατου εισοδήματος και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Χρειάζεται μια συνολικότερη απάντηση, σε ευρωπαϊκό και κεντρικό επίπεδο, αρχής γενομένης από τις αγορές της ενέργειας, καθώς η τελευταία είναι η κύρια δύναμη που εξωθεί τον πληθωρισμό σε ολοένα και υψηλότερα επίπεδα.

Πολλοί πιστεύουν ότι ο τρόπος που διαμορφώνεται η ημερήσια-οριακή τιμή στις ευρωπαϊκές χονδρεμπορικές αγορές –η τελευταία μονάδα που εισέρχεται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας για να καλύψει την προσφορά της (προ) ημερήσιας ζήτησης είναι και αυτή που καθορίζει την τιμή της (προ)ημερήσιας αγοράς για το σύνολο των μονάδων - είναι ένας από τους βασικούς λόγους που δεν καταφέραμε να ελέγξουμε τον αντίκτυπο των ανατιμήσεων του φυσικού αερίου και του πετρελαίου στην τιμή της κιλοβατώρας.

Δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που πιστεύουν ότι τα ενδογενή δομικά προβλήματα στις εθνικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας των κρατών μελών της ΕΕ συντηρούν και μεγεθύνουν  τις αυξητικές τάσεις των τιμών αυτή την περίοδο. Σε αυτά τα προβλήματα λοιπόν θα πρέπει να σκύψει η ΕΕ χωρίς φόβο και πάθος, προκειμένου να προβεί στις μεταρρυθμίσεις εκείνες που θα εξομαλύνουν τις στρεβλώσεις στην αγορά και τις τυχόν κερδοσκοπικές κινήσεις.

Ένας εξορθολογισμός της τιμής της κιλοβατώρας θα διοχετευτεί σε όλα τα κανάλια της οικονομικής δραστηριότητας, μειώνοντας τα κόστη προϊόντων και υπηρεσιών και προστατεύοντας ένα μεγάλο μέρος της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών.

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.