Το ζήτημα της Γροιλανδίας
AP Photo/Evgeniy Maloletka
AP Photo/Evgeniy Maloletka

Το ζήτημα της Γροιλανδίας

Καθώς η κλιματική αλλαγή καθιστά την Αρκτική ολοένα και πιο προσβάσιμη, η στρατηγική της σημασία αυξάνεται ραγδαία. Η αιφνίδια στροφή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς τη Γροιλανδία, και ιδίως η αμφιλεγόμενη του πρόταση περί ενδεχόμενης «αγοράς» του νησιού, ανακινεί θεμελιώδη ζητήματα περί κυριαρχίας, αρχιτεκτονικής των συμμαχιών και του αναπροσδιορισμού της αμερικανικής ηγεσίας στο σύγχρονο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Ενώ ο Τραμπ ορθώς επισημαίνει τη σημασία της Γροιλανδίας, η επιδίωξη της κυριότητας είναι ασύμβατη με το διεθνές δίκαιο, τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τη σύγχρονη στρατηγική.

Η Επανεμφάνιση της Μεγάλης Στρατηγικής

Τον Αύγουστο του 2025, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, διέρρευσε στον Τύπο μια ιδέα που σύντομα έλαβε διαστάσεις διπλωματικού σεισμού: «Από στρατηγικής απόψεως, θα είχε ενδιαφέρον να αποκτήσουμε τη Γροιλανδία». Η τοποθέτηση αυτή εξόργισε την Κοπεγχάγη, προκάλεσε δηκτικά σχόλια στα διεθνή μέσα ενημέρωσης και οδήγησε στην ακύρωση της προγραμματισμένης επίσημης επίσκεψης του Αμερικανού Προέδρου στη Δανία. Ωστόσο, πίσω από τον την εκκεντρικότητα, υποκρύπτεται μια ακριβής διαπίστωση· η Αρκτική, άλλοτε ένα απομονωμένο γεωγραφικό άκρο του πλανήτη, αναδύεται πλέον ως μία νευραλγική περιοχή ενός νέου γεωπολιτικού ανταγωνισμού και μετατόπισης της ισχύος.

Η διαρκής υποχώρηση των πάγων, τα ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα ορυκτών, οι νέες θαλάσσιες οδοί και η αυξανόμενη στρατιωτική δραστηριότητα της Ρωσίας και της Κίνας καθιστούν τον Αρκτικό Κύκλο έναν γεωστρατηγικό προμαχώνα παγκόσμιας σημασίας. Όπως καταδεικνύουν οι εκθέσεις της National Oceanic and Atmospheric Administration - NOAA, η Αρκτική θερμαίνεται με διπλάσια ταχύτητα από τον υπόλοιπο πλανήτη, με αποτέλεσμα το καλοκαίρι του 2040 να προβλέπεται ότι ο Βόρειος Πόλος θα είναι σχεδόν απαλλαγμένος από τον πάγο κατά τους θερινούς μήνες του 2040. Αυτή η αλλαγή ανοίγει τη Βόρεια Θαλάσσια Οδό, μια διαδρομή που θα μειώσει την απόσταση μεταξύ Ασίας και Ευρώπης κατά 40% σε σχέση με τη διέλευση μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Τι σημαίνει όμως αυτή η αλλαγή για τη γεωπολιτική ισορροπία;

Η δήλωση του Προέδρου Τραμπ ότι η Γροιλανδία αποτελεί «στρατηγική προτεραιότητα» για τις ΗΠΑ είναι, εν προκειμένω, ορθή. Ωστόσο, η ιδέα ότι η απόκτηση της νήσου μέσω αγοράς ή προσάρτησης θα επιλύσει το στρατηγικό έλλειμμα των ΗΠΑ, αποκαλύπτει μια επικίνδυνη σύγχυση μεταξύ κτηματομεσιτικών αντιλήψεων περί αγοράς εδαφών και της σύνθετης πραγματικότητας της διεθνούς πολιτικής.

Η Στρατηγική Σημασία της Γροιλανδίας

Η Γροιλανδία βρίσκεται στο σταυροδρόμι του Βορείου Ατλαντικού και του Αρκτικού Ωκεανού, προσφέροντας πρόσβαση σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς, προκεχωρημένες βάσεις επιτήρησης και αποθέματα πρώτων υλών. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι ΗΠΑ διατηρούσαν εκτεταμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Γροιλανδία, συμπεριλαμβανομένης της βάσης Thule, βασικού κρίκου του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης πυραυλικής επίθεσης.

Η Thule, εγκατεστημένη ήδη από το 1943 στο πλαίσιο των γεωστρατηγικών απαιτήσεων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μετεξελίχθηκε σε ζωτικό κόμβο του δικτύου BMEWS -  Ballistic Missile Early Warning System, φιλοξενώντας συστήματα ραντάρ ικανά να εντοπίζουν την εκτόξευση σοβιετικών πυραύλων από τα ενδότερα της Σιβηρίας.

Σήμερα, η βάση διαθέτει το σύστημα Space Surveillance Network - SSN, επιφορτισμένου με τη χαρτογράφηση δορυφορικών τροχιών και τη διαχείριση κινδύνων από διαστημικά θραύσματα, καθώς και ραντάρ νέας γενιάς για την αντιμετώπιση υπερηχητικών όπλων. Η τεχνολογική υπεροχή στην Αρκτική εξαρτάται από συστήματα LIDAR - Light Detection and Ranging, για την υποθαλάσσια παρακολούθηση κάτω από τους πάγους όπως την ανίχνευση ρωσικών πυρηνικών υποβρυχίων και προηγμένα συστήματα AEGIS ικανά να ανταποκριθούν σε ακραία πολικές συνθήκες. Η στρατηγική αναβάθμιση της Thule εντός της προσεχούς δεκαετίας θα απαιτούσε επενδυτικά κεφάλαια ύψους 5 έως 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ένα ελάχιστο κλάσμα συγκριτικά προς το κόστος μιας υποθετικής αγοράς της νήσου.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η απομείωση της αμερικανικής παρουσίας συνέπεσε με την επανενεργοποίηση της Ρωσίας και την υπόγεια, μα σταθερή, διείσδυση της Κίνας. Όπως επισημαίνει το Center for Strategic and International Studies - CSIS, η Ρωσική Ομοσπονδία έχει ήδη επαναλειτουργήσει άνω των πενήντα σοβιετικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε περιοχές της Αρκτικής, ενώ η Κίνα, αυτοπροσδιοριζόμενη ως «near-Arctic state», επενδύει συστηματικά σε λιμένες, ερευνητικές και πολιτιστικές αποστολές διείσδυσης με μακροπρόθεσμο γεωοικονομικό πρόσημο.

Αλλά τι θα συμβεί αν η Ρωσία αναπτύξει πυρηνικά υποβρύχια νέας γενιάς στις αρκτικές βάσεις της; Τι θα συμβεί αν η Κίνα εξασφαλίσει μόνιμη πρόσβαση σε λιμάνια της Ισλανδίας ή της Νορβηγίας; Μία κρίση θα μπορούσε να πυροδοτηθεί από στρατιωτική άσκηση στη Θάλασσα του Μπάρεντς, η οποία θα προσομοίωνε τον ναυτικό αποκλεισμό στο Στενό του Γιβραλτάρ, μια ενέργεια που θα καθιστούσε σχεδόν αναπόφευκτη την εμπλοκή του ΝΑΤΟ μέσω της Αρκτικής, ως διαύλου αντίδρασης. Εν απουσία επαρκών και επιχειρησιακά ώριμων υποδομών στη Γροιλανδία, η ταχύτητα αντίδρασης της Δύσης θα ήταν ανεπίτρεπτα καθυστερημένη.

Συγχρόνως, η Βόρεια Θαλάσσια Οδός, αρτηρία που διατρέχει τις ρωσικές αρκτικές ακτές, εκτιμάται πως έως το 2035 θα μπορούσε να διακινεί 80 εκατομμύρια τόνους φορτίου ετησίως, μειώνοντας τον χρόνο διαπλεύσεως από τη Σαγκάη στο Ρότερνταμ από 48 σε μόλις 30 ημέρες. Αυτή η εξέλιξη όχι μόνο θα μετατοπίσει το κέντρο βάρους του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά θα προσφέρει στο Κρεμλίνο τη δυνατότητα να επιβάλει τέλη διέλευσης, να ασκήσει έλεγχο στην πρόσβαση και να ενεργοποιήσει μηχανισμούς οικονομικού εξαναγκασμού εις βάρος τρίτων χωρών.

Υπό αυτό το πρίσμα, η στρατηγική έμφαση που αποδίδει ο Τραμπ στη Γροιλανδία, είναι ορθή. Η γεωγραφία, όπως εύστοχα παρατηρούσε ο Halford Mackinder, αποτελεί τη μήτρα της ισχύος.

Η Αμερικανική Ιστορία με τη Γροιλανδία, Μια Συνεχής Επιδίωξη

Η πρόταση του Τραμπ περί ενδεχόμενης απόκτησης της Γροιλανδίας δεν συνιστά ιστορική καινοτομία, αλλά συνεχίζει μια μακρά παράδοση αμερικανικού ενδιαφέροντος για το νησί. Ήδη από το 1867, το ίδιο έτος κατά το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες προέβησαν στην αγορά της Αλάσκας από τη Ρωσική Αυτοκρατορία, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών William Seward είχε διερευνήσει, σε θεωρητικό επίπεδο, το ενδεχόμενο απόκτησης τόσο της Γροιλανδίας όσο και της Ισλανδίας από τη Δανία. Αν και η πρόταση εκείνη δεν τελεσφόρησε, η γεωπολιτική σύλληψη που τη συνόδευε δεν εξέλιπε· απλώς μετατέθηκε χρονικά.

Η αναζωπύρωση του αμερικανικού ενδιαφέροντος σημειώθηκε κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η κατοχή της Δανίας από τη ναζιστική Γερμανία το 1940 κατέστησε τη Γροιλανδία στρατηγικά μετέωρη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, επικαλούμενες την ανάγκη αποτροπής της γερμανικής διείσδυσης στον Βόρειο Ατλαντικό, ανέλαβαν ουσιαστικά τον έλεγχο του νησιού, εγκαθιστώντας αεροπορικές βάσεις, μετεωρολογικούς σταθμούς και ραδιοεπικοινωνιακές υποδομές, οι οποίες αποδείχθηκαν καθοριστικές για την επιτυχή διεξαγωγή των συμμαχικών επιχειρήσεων στη Μάχη του Ατλαντικού. Η Γροιλανδία μεταβλήθηκε έτσι από περιφέρεια σε επιχειρησιακό κόμβο. 

Το πλέον αποκαλυπτικό, ωστόσο, επεισόδιο αυτής της ιστορικής συνέχειας υπήρξε το Camp Century, ένα απόρρητο εγχείρημα που λειτούργησε μεταξύ 1959 και 1967. Επίσημα, το Camp Century παρουσιαζόταν ως επιστημονικός σταθμός για τη μελέτη των πάγων και την δοκιμή της λειτουργίας πυρηνικού αντιδραστήρα σε αρκτικές συνθήκες. Στην πραγματικότητα, αποτελούσε μέρος του Project Iceworm, ενός σχεδίου για την κατασκευή ενός δικτύου υπόγειων σηράγγων, ικανών να φιλοξενήσουν έως και 600 πυρηνικούς πυραύλους Minuteman, στραμμένους πρός τη Σοβιετική Ένωση. Η πραγματική αποστολή κρυβόταν από τη Δανία και την τοπική κυβέρνηση της Γροιλανδίας.

Όταν το σχέδιο εγκαταλείφθηκε το 1967 λόγω της γεωλογικής αστάθειας των πάγων, οι Ηνωμένες Πολιτείες άφησαν πίσω τους σημαντικές ποσότητες ραδιενεργών και χημικών καταλοίπων, τα οποία, υπό τις σημερινές συνθήκες επιταχυνόμενης τήξης των πάγων, απειλούν να επανέλθουν στην επιφάνεια με ανυπολόγιστες περιβαλλοντικές συνέπειες. Η αποκάλυψη, το 2016, της πλήρους έκτασης της απόκρυψης από έρευνα στη Δανία, προκάλεσε εύλογη διπλωματική ένταση. Το περιστατικό αυτό αποτελεί προειδοποίηση: η στρατηγική παρουσία χωρίς διαφάνεια και σεβασμό της κυριαρχίας του συμμάχου μπορεί να δημιουργήσει μακρόχρονες και διαβρωτικές ζημίες.

Η ιστορική αυτή διαδρομή καταδεικνύει ότι το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία είναι διαχρονικό και συνεπές· ταυτόχρονα, όμως, αποκαλύπτει με ενάργεια ότι η μέθοδος άσκησης ισχύος είναι εξίσου κρίσιμη με τον ίδιο τον στρατηγικό σκοπό. Η εποχή των μονομερών ενεργειών, των μυστικών προγραμμάτων και της παραβίασης της κυριαρχίας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η σύγχρονη στρατηγική οικοδομείται πλέον επί της συναίνεσης, της θεσμικής διαφάνειας και, της συνευθύνης των Συμμάχων.

Το Σφάλμα της Κυριότητας

Παρά την κατ’ αρχήν στρατηγική ορθότητα των ανησυχιών, η πρόταση του Τραμπ περί «αγοράς» της Γροιλανδίας προσκρούει σε θεμελιώδη ζητήματα αρχής και πολιτικής νομιμοποίησης. Σε συνέντευξή του τον Αύγουστο του 2025, ο Αμερικανός Πρόεδρος δήλωσε χαρακτηριστικά ότι πρόκειται, «στην ουσία, για μια μεγάλη κτηματομεσιτική συμφωνία», προσθέτοντας πως η διατήρηση της νήσου αποτελεί οικονομικό βάρος για τη Δανία. Η φρασεολογία του Τραμπ προδίδει μια σύγχυση αξιοσημείωτης ελαφρότητας: η κυριαρχία δεν ταυτίζεται με την ακίνητη περιουσία.

Η κυριαρχία δεν είναι προϊόν προς πώληση και η εποχή των αποικιακών ανταλλαγών έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Η αντίδραση της Γροιλανδίας και της Δανίας υπήρξε άμεση. Η πρωθυπουργός της Δανίας χαρακτήρισε την πρόταση παράλογη, ενώ ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Kim Kielsen, δήλωσε κατηγορηματικά: «Η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση. Είμαστε ανοιχτοί στο εμπόριο και τη συνεργασία με τον κόσμο, αλλά δεν είμαστε προς πώληση». Ακόμη πιο εύγλωττη υπήρξε η παρέμβαση εκπροσώπων του ιθαγενούς πληθυσμού, οι οποίοι υπενθύμισαν ότι ένας πολιτισμός χιλιετιών δεν είναι εμπόρευμα.

Από το 2009, η Γροιλανδία απολαύει εκτεταμένης εσωτερικής αυτονομίας, διατηρώντας δεσμούς με τη Δανία κυρίως στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας. Κάθε συζήτηση περί μεταβίβασης κυριαρχίας παραγνωρίζει όχι μόνο το θεσμικό αυτό καθεστώς, αλλά και την εθνοπολιτισμική ιδιοσυστασία της νήσου, της οποίας η πλειονότητα του πληθυσμού ανήκει στους Ινουΐτ. Όπως έχει επισημανθεί από ηγετικές μορφές του αυτονομιστικού κινήματος, το πραγματικό διακύβευμα δεν αφορά την επιλογή ανάμεσα σε δύο εξωτερικούς κυρίαρχους, αλλά το πότε και υπό ποιες συνθήκες η ίδια η Γροιλανδία θα καταστεί πλήρως κυρίαρχο κράτος.

Η σύγκριση με άλλες γεωπολιτικές περιπτώσεις είναι διαφωτιστική. Το Χόνγκ Κόνγκ, το οποίο παραδόθηκε από τη Βρετανία στην Κίνα το 1997, υπό το δόγμα «μία χώρα, δύο συστήματα», καταδεικνύει ότι η μεταβίβαση κυριαρχίας και η σταδιακή περιθωριοποίηση της τοπικής κοινωνίας οδηγεί, μεθοδικά και αθόρυβα, στην αποσάθρωση των ελευθεριών.

Ακόμη πιο διαφωτιστική είναι η αναλογία με τα νησιά Σπράτλι στη Νότια Σινική Θάλασσα, μικρά, αμφισβητούμενα εδάφη με τεράστια στρατηγική αξία λόγω των θαλασσίων οδών και φυσικών πόρων. Η Κίνα έχει κατασκευάσει τεχνητά νησιά και στρατιωτικές βάσεις, προκαλώντας τη διεθνή κατακραυγή. Μετατρέποντας ύφαλους και κοραλλιογενείς σχηματισμούς σε τεχνητά νησιά με μόνιμες υποδομές, επιχειρεί να δημιουργήσει de facto κυριαρχία και να θεμελιώσει δικαιώματα αποκλειστικής οικονομικής ζώνης. Μια προσπάθεια «αγοράς» της Γροιλανδίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή ως δυτικό ανάλογο του κινεζικού επεκτατισμού, με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για τη θεσμική συνοχή της δυτικής διεθνούς τάξης.

Το Νομικό Πλαίσιο του 1951, Όλα Όσα Χρειάζεται η Ουάσιγκτον Υπάρχουν Ήδη

Ο Πρόεδρος Τραμπ παρέβλεψε το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν ήδη ένα πλήρες νομικό οπλοστάσιο για τη στρατιωτική τους παρουσία στη Γροιλανδία. Η Συνθήκη Αμυντικής Συνεργασίας του 1951 μεταξύ ΗΠΑ και Δανίας, η οποία επικαιροποιήθηκε το 2004 ώστε να ενσωματώσει τη συμμετοχή της αυτόνομης κυβέρνησης της Γροιλανδίας, καθιστά εφικτή τη διατήρηση στρατιωτικών υποδομών στην επικράτεια της νήσου, υπό τον όρο της συναίνεσης τόσο της Κοπεγχάγης όσο και της Νουούκ. Το θεσμικό αυτό πλέγμα συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σταθερών και αμοιβαία επωφελών διμερών αμυντικών συμφωνιών στην περιφέρεια του Αρκτικού Κύκλου.

Η γεωπολιτική παρουσία στην Αρκτική δεν προϋποθέτει την εδαφική κυριότητα αλλά πολιτική διορατικότητα και βούληση· συναίνεση και, θεσμική αξιοπιστία.

Το Αμερικανικό Έλλειμμα στην Αρκτική

Η ευθύνη για την παρούσα κατάσταση δεν βαραίνει τη Δανία ή τη Γροιλανδία, αλλά την αμερικανική στρατηγική αδράνεια των προηγούμενων δεκαετιών. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι ΗΠΑ μείωσαν τη στρατιωτική τους παρουσία στη Γροιλανδία, έκλεισαν βάσεις και εγκατέλειψαν την Αρκτική. Η Ρωσία, αντίθετα, πολλαπλασίασε τις βάσεις της και η Κίνα επένδυσε διπλωματικά και οικονομικά στην περιοχή.

Η Δανία, στο μεσοδιάστημα, ανέλαβε τη διατήρηση κρίσιμων υποδομών που είχαν εγκαταλειφθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενισχύοντας παραλλήλως τη δική της επιχειρησιακή παρουσία στη Γροιλανδία.

Η Κοπεγχάγη, όπως κατέστη σαφές σε επίσημες δηλώσεις του 2020, έχει εκφράσει την προθυμία της να συνδράμει στην περαιτέρω ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή. Η πρωτοβουλία, εντούτοις, οφείλει να εκκινήσει από την ίδια την Ουάσιγκτον.

Το Παράδοξο του ΝΑΤΟ

Η πρόταση προσάρτησης της Γροιλανδίας υπονομεύει θεμελιωδώς την αρχιτεκτονική λογική της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Το ΝΑΤΟ συνιστά μία στρατιωτική ομπρέλα αμοιβαίας εγγύησης της κυριαρχίας μεταξύ ισοτίμων εταίρων· κάθε απόπειρα, έστω και θεωρητική, να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εδαφική ακεραιότητα κράτους-μέλους, διαβρώνει την ίδια την έννοια της συλλογικής αποτροπής και αποσταθεροποιεί τη συνοχή της Συμμαχίας.

Η Ρωσία, επιδεκτική στις αποχρώσες ενδείξεις ρηγμάτων εντός του διατλαντικού ιστού, παρακολουθεί τις εντάσεις, αναζητώντας ευκαιρίες διείσδυσης. Μια επιθετική κίνηση προσάρτησης στη Γροιλανδία θα αποτελούσε εύχρηστο αφήγημα για το Κρεμλίνο, επιτρέποντας στον Βλαντιμίρ Πούτιν να πλαισιώσει το ΝΑΤΟ ως εργαλείο του αμερικανικού επεκτατισμού. Η ρωσική προπαγάνδα θα αντλούσε από το γεγονός στρατηγικό και ιδεολογικό κεφάλαιο, παρουσιάζοντας τη Δύση ως θεματοφύλακα αρχών τις οποίες η ίδια εφαρμόζει επιλεκτικά και κατά το δοκούν.

Συγχρόνως, η Κίνα θα μπορούσε να επικαλεστεί το προηγούμενο για να δικαιολογήσει τις δικές της διεκδικήσεις στη Νότια Σινική Θάλασσα ή την πίεση προς την Ταϊβάν. Η δυτική διεθνής τάξη εξαρτάται από τη συμφωνία λόγου και πράξεων· η ελάχιστη απόκλιση μεταξύ των δύο αρκεί για να κλονίσει εκ θεμελίων τον αξιακό της πυρήνα.

Οικονομικές Ευκαιρίες

Η Γροιλανδία διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα σπάνιων γαιών, ουρανίου και πολύτιμων μετάλλων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Υπηρεσίας Γεωλογικών Ερευνών των Ηνωμένων Πολιτειών - USGS, η νήσος ενδέχεται να περικλείει έως και 38,5 εκατομμύρια τόνους σπανίων γαιών, το μεγαλύτερο γνωστό απόθεμα εκτός Κίνας. Το εμπόδιο για την εκμετάλλευσή τους δεν είναι πολιτικής φύσεως, αλλά πρωτίστως τεχνικό και γεωλογικό: σχεδόν το 80% της επιφάνειας παραμένει σκεπασμένο από παγετώδεις μάζες πάχους έως και τριών χιλιομέτρων, καθιστώντας την πρόσβαση εξαιρετικά δυσχερή. 

Ωστόσο, η επιταχυνόμενη κλιματική μεταβολή, με ρυθμούς απώλειας παγετώνων που ξεπερνούν τους 280 δισεκατομμύρια τόνους ετησίως, μεταβάλλει σταδιακά το τοπίο· περιοχές που επί μακρόν παρέμεναν αδιαπέραστες καθίστανται προσβάσιμες. Τα κοίτασμα του Kvanefjeld στη νότια Γροιλανδία, πλούσια σε ουράνιο και σπάνιες γαίες, θα μπορούσαν, βάσει υφιστάμενων προβλέψεων, να καταστούν εκμεταλλεύσιμα έως το 2030. Η προοπτική αυτή, πάντως, συνοδεύεται από βαρείς περιβαλλοντικούς αστερίσκους: κίνδυνος ραδιενεργού μόλυνσης, απειλή για τις ευαίσθητες θαλάσσιες περιοχές αλιείας που στηρίζουν την τοπική οικονομία, καθώς και ενδεχόμενη επιδείνωση των κλιματικών ανισορροπιών λόγω εκπομπών που απορρέουν από τη βιομηχανική δραστηριότητα.

Αντανακλώντας τις αυξανόμενες οικολογικές ανησυχίες της τοπικής κοινωνίας, η κυβέρνηση της Γροιλανδίας προέβη το 2021 στην απαγόρευση της εξόρυξης ουρανίου, μια κίνηση που επανακαθορίζει τους όρους του διαλόγου. Κάθε προοπτική εμβάθυνσης της αμερικανο-γροιλανδικής οικονομικής συνεργασίας θα πρέπει, συνεπώς, να ερείδεται στον σεβασμό των αποφάσεων αυτών.

Καθώς οι τεχνολογικές συνθήκες ωριμάζουν, θεωρείται σχεδόν βέβαιον ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις θα αναζητήσουν ενεργή πρόσβαση στους φυσικούς πόρους της Γροιλανδίας. Η κυβέρνηση της νήσου έχει ήδη εκφράσει τη σαφή της προθυμία για την υποδοχή εξωτερικών επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν απαρέγκλιτα οι προβλέψεις της τοπικής νομοθεσίας και τα περιβαλλοντικά πρωτόκολλα. 

Όπως άλλως τε επισημαίνει η Υπηρεσία Γεωλογικών Ερευνών των ΗΠΑ, η Γροιλανδία αναδεικνύεται σταδιακά σε μελλοντικό προμηθευτικό κόμβο κρίσιμων πρώτων υλών, τόσο για την αμυντική βιομηχανία όσο και για την αναδυόμενη τεχνολογία της πράσινης ενεργειακής μετάβασης.

Η Αρκτική το 2050

Ας φανταστούμε την Αρκτική το έτος 2050: μία περιοχή  όπου η στρατηγική σταθερότητα συμπορεύεται με τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος· όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Δανία, η Γροιλανδία και οι λοιποί αρκτικοί εταίροι έχουν σχηματίσει ένα δίκτυο αμοιβαίας ασφάλειας και συνεργασίας, ικανό να αποτρέπει την επιθετικότητα, να προασπίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα και να προστατεύει τα δικαιώματα των ιθαγενών πληθυσμών. 

Στο πλαίσιο αυτού του οράματος, η βάση Thule έχει μετατραπεί σε ένα κέντρο τεχνολογικής καινοτομίας, φιλοξενώντας διεπιστημονικά ερευνητικά προγράμματα υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ, με αντικείμενο την κλιματική επιστήμη, τη ναυσιπλοΐα σε αρκτικές συνθήκες και τις ανανεώσιμες ενεργειακές τεχνολογίες. Εκεί, επιστήμονες από τη Γροιλανδία, τις ΗΠΑ, τη Δανία και τον Καναδά συνεργάζονται στενά σε προγράμματα που παρακολουθούν την τήξη των παγετώνων και διαμορφώνουν προσαρμοστικές στρατηγικές έναντι των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.

Η Βόρεια Θαλάσσια Οδός λειτουργεί πλέον υπό καθεστώς διεθνούς επιτήρησης, διασφαλίζοντας την ελευθερία της ναυσιπλοΐας χωρίς μονομερείς αξιώσεις ισχύος. Τα λιμάνια της Γροιλανδίας, αναβαθμισμένα με τη στήριξη αμερικανικών και ευρωπαϊκών επενδύσεων, εξυπηρετούν συγχρόνως εμπορικά, επιστημονικά και περιβαλλοντικά σκάφη, δημιουργώντας ένα νέο υπόδειγμα βιώσιμης τοπικής ανάπτυξης. Οι Ινουΐτ διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων. Το Συμβούλιο της Αρκτικής, ενισχυμένο θεσμικά, έχει εξελιχθεί σε φόρουμ ουσιαστικού διαλόγου και ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών. Οι ΗΠΑ ηγούνται μέσω του παραδείγματος: επενδύοντας στην τεχνολογία, σεβόμενες τη νομιμότητα, και οικοδομώντας συμμαχίες που βασίζονται στην εμπιστοσύνη. Η Αρκτική γίνεται ένα εργαστήριο για το πώς η ανθρωπότητα μπορεί να διαχειριστεί κοινούς πόρους για τη διαχείριση της κλιματικής αλλαγής.

Αυτό όραμα είναι εφικτό. Απαιτεί πολιτική βούληση, επενδυτική διορατικότητα και διπλωματική υπομονή. Αλλά είναι εφικτό και είναι το μόνο όραμα που ανταποκρίνεται στις προκλήσεις και τις δυνατότητες του 21ου αιώνα.

Ο Πρόεδρος Τραμπ ανέγνωσε ορθώς τη σημασία της Γροιλανδίας ως γεωστρατηγικού κόμβου της Αρκτικής. Πλην όμως, το μέσο που πρότεινε, η απόκτηση της κυριότητας, συνιστά αναχρονισμό που δεν ανταποκρίνεται στη σύγχρονη πραγματικότητα. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν ήδη τα μέσα για να ενισχύσουν την παρουσία τους στην Αρκτική χωρίς διπλωματικό κόστος, μέσω αναβάθμισης υποδομών, από παγοθραυστικά έως συστήματα υποθαλάσσιας παρακολούθησης, αξιοποίησης υφιστάμενων συνθηκών και εμβάθυνσης της συνεργασίας με περιφερειακούς και θεσμικούς εταίρους.

Η κλιματική αλλαγή μετατρέπει την Αρκτική από ακατοίκητη παγωμένη ζώνη σε ζωντανή αρένα ανταγωνισμού. Η Βόρεια Θαλάσσια Οδός θα ανασχεδιάσει το παγκόσμιο εμπόριο. Τα κοιτάσματα σπάνιων γαιών θα τροφοδοτήσουν την τεχνολογική επανάσταση. Η στρατιωτική ισορροπία θα καθοριστεί από την ικανότητα προβολής ισχύος στα παγωμένα νερά. Σε όλα αυτά τα μέτωπα, η Γροιλανδία είναι το κλειδί.

Η πρόκληση δεν είναι να «κατακτηθεί» η νήσος, αλλά να κερδηθεί η εμπιστοσύνη της. Στον 21ο αιώνα, η ισχύς δεν μετριέται σε τετραγωνικά χιλιόμετρα, αλλά σε δίκτυα συμμαχιών, τεχνολογική υπεροχή και την ικανότητα να διαμορφώνεις τους κανόνες του παιχνιδιού. Η Αρκτική περιμένει έναν ηγέτη που καταλαβαίνει ότι η μεγαλύτερη δύναμη έγκειται στο να εμπνέεις. Ο πλανήτης δεν αντέχει άλλες μικρόψυχες αντιπαραθέσεις.