Μαχητής των Ταλιμπάν σε στρατιωτικό φυλάκιο στην αφγανική πλευρά του συνοριακού περάσματος Γκουλάμ Χαν με το Πακιστάν, στην επαρχία Χοστ του Αφγανιστάν, 27 Φεβρουαρίου 2026
Σύγκρουση Πακιστάν-Αφγανιστάν: Όταν το φίδι δαγκώνει τον δημιουργό του
AP Photo/Saifullah Zahir
AP Photo/Saifullah Zahir
Μαχητής των Ταλιμπάν σε στρατιωτικό φυλάκιο στην αφγανική πλευρά του συνοριακού περάσματος Γκουλάμ Χαν με το Πακιστάν, στην επαρχία Χοστ του Αφγανιστάν, 27 Φεβρουαρίου 2026

Σύγκρουση Πακιστάν-Αφγανιστάν: Όταν το φίδι δαγκώνει τον δημιουργό του

Η «φωτιά» που άναψε ανάμεσα στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν υπερβαίνει τα πλαίσια μιας ακόμη συνοριακής κρίσης αλλά αποτυπώνει την κατάρρευση της «επένδυσης» του Ισλαμαμπάντ στο καθεστώς των Ταλιμπάν. Επί τρεις δεκαετίες, το πακιστανικό κράτος εξέθρεψε το εξτρεμιστικό ισλαμιστικό κίνημα προς απόκτηση «στρατηγικού βάθους» μπροστά στην αντιπαλότητα με την Ινδία. Ο βασικός φίλος, χορηγός και προστάτης των Ταλιμπάν βρίσκεται ωστόσο σήμερα αντιμέτωπος με ένα καθεστώς που δεν δείχνει «ευγνωμοσύνη», αλλά υποθάλπει δυνάμεις που απειλούν την ίδια την πακιστανική κρατική συνοχή.

Η πρόσφατη κλιμάκωση -βομβαρδισμοί σε Καμπούλ και Κανταχάρ, μάχες στα σύνορα, δεκάδες έως εκατοντάδες νεκροί εκατέρωθεν συνοδεία δηλώσεων περί «ανοιχτού πολέμου»- εγκυμονεί σοβαρούς περιφερειακούς κινδύνους εάν δεν περιοριστεί σε ελεγχόμενο πλαίσιο, όπως κατά τους αναλυτές διαφαίνεται και ότι θα συμβεί. Η αμφισβήτηση αυτή τροφοδοτεί συγκρούσεις επί δεκαετίες, με επαναλαμβανόμενα επεισόδια βίας και προσωρινές εκεχειρίες, όπως η τελευταία του Οκτωβρίου του 2025 για την οποία μεσολάβησαν Κατάρ και Τουρκία.

Το Πακιστάν εξαπέλυσε αεροπορικές επιδρομές σε πολλαπλούς στόχους εντός Αφγανιστάν, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων στην πρωτεύουσα Καμπούλ και την επαρχία Κανταχάρ, το προπύργιο του κινήματος των Ταλιμπάν και έδρα του ανώτατου ηγέτη τους, Χαϊμπατουλάχ Αχουντζάντα. Η σημασία των πληγμάτων δεν έγκειται μόνο στη γεωγραφική τους έκταση αλλά και στο είδος των στόχων: στρατιωτικά αρχηγεία, αποθήκες πυρομαχικών και κυβερνητικές θέσεις. Ήταν η πρώτη φορά που η πακιστανική αεροπορία έπληξε αστικά κέντρα βαθιά στο αφγανικό έδαφος και δομές του ίδιου του καθεστώτος των Ταλιμπάν, αντί να περιοριστεί σε θέσεις ανταρτών κοντά στα σύνορα. 

Το Ισλαμαμπάντ παρουσίασε την επιχείρηση ως απάντηση σε επίθεση αφγανικών δυνάμεων κατά πακιστανικών φυλακίων κατά μήκος της Γραμμής Ντουράντ, όπου εδράζεται και ο ιστορικός πυρήνας της έντασης και παραμένει μέχρι σήμερα γεωπολιτική πληγή. Είναι το σύνορο που χάραξε η βρετανική αποικιακή διοίκηση το 1893 και ξεπερνά τα 2.000 χιλιόμετρα. Το Πακιστάν το θεωρεί διεθνώς αναγνωρισμένο. Το Αφγανιστάν δεν το αποδέχθηκε ποτέ, θεωρώντας το «αποικιακή διαίρεση» των παστούν πληθυσμών. 

Η σχέση Πακιστάν-Ταλιμπάν αναδύθηκε από τη γεωπολιτική του Ψυχρού Πολέμου και τη μετέπειτα αντιπαλότητα του Ισλαμαμπάντ με την Ινδία. Το Πακιστάν υπήρξε καθοριστικός παράγοντας στη δημιουργία των Ταλιμπάν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι πακιστανικές υπηρεσίες ασφαλείας υποστήριξαν ενεργά τη συγκρότηση ενός ισλαμιστικού κινήματος ικανού να ελέγξει το Αφγανιστάν. Η στρατηγική αυτή στηριζόταν στην έννοια του «στρατηγικού βάθους»: ένα φιλικό Αφγανιστάν θα εξασφάλιζε στο Πακιστάν περιθώριο ελιγμών σε περίπτωση σύγκρουσης με την Ινδία. Οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την Καμπούλ το 1996· το Πακιστάν ήταν από τα ελάχιστα κράτη που αναγνώρισαν το καθεστώς τους. Μετά τις τρομοκρατίες επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, το Πακιστάν εντάχθηκε επίσημα στον αμερικανικό «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», όμως οι δεσμοί με τους Αφγανούς Ταλιμπάν παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό άθικτοι. 

Η επάνοδος των Ταλιμπάν στην εξουσία το 2021 θεωρήθηκε στο Πακιστάν στρατηγική επιτυχία. Ο τότε πρωθυπουργός Ιμράν Χαν είχε δηλώσει ότι οι Αφγανοί «έσπασαν τα δεσμά της σκλαβιάς». Λίγες ημέρες μετά την πτώση της Καμπούλ και τη χαοτική απόσυρση των ΗΠΑ, ο επικεφαλής των πακιστανικών μυστικών υπηρεσιών εμφανιζόταν χαμογελαστός σε ξενοδοχείο της αφγανικής πρωτεύουσας, διαβεβαιώνοντας τους δημοσιογράφους: «Μην ανησυχείτε, όλα θα πάνε καλά». Η εικόνα αυτή της «θριαμβευτικής» επίσκεψης, αποτύπωνε την πεποίθηση ότι η νέα αφγανική ηγεσία θα λειτουργούσε ως στρατηγικός εταίρος. 

Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική και η στρατηγική του «βάθους» γύρισε ανάποδα. Το μεγάλο «αγκάθι» είναι η οργάνωση Tehreek-e-Taliban Pakistan (TTP) ή οι Πακιστανοί Ταλιμπάν, οργάνωση διακριτή αλλά ιδεολογικά συγγενής με τους Αφγανούς Ταλιμπάν, που επιδιώκει την ανατροπή του πακιστανικού κράτους και την επιβολή ισλαμικού καθεστώτος. Το TTP, που ιδρύθηκε το 2007, έχει συνδεθεί με επιθέσεις κατά του στρατού, της αστυνομίας και πολιτικών στόχων, συμπεριλαμβανομένης της δολοφονίας της πρώην πρωθυπουργού Μπεναζίρ Μπούτο, της σφαγής των μαθητών στο σχολείο της Πεσαβάρ και της δολοφονικής επίθεσης κατά της Μαλάλα Γιουσουφζάι επειδή υπερασπιζόταν το δικαίωμα των κοριτσιών στην εκπαίδευση.

Η οργάνωση είχε αποδυναμωθεί πριν από το 2021 αλλά επανέκτησε έδαφος μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία του Ταλιμπάν. Ανασυγκροτήθηκε από βάσεις στο αφγανικό έδαφος και έχει αυξήσει σημαντικά τις επιθέσεις στο πακιστανικό έδαφος. Το Ισλαμαμπάντ κατηγορεί την Καμπούλ ότι παρέχει καταφύγιο και ανοχή στο TTP. Οι Ταλιμπάν αρνούνται τις κατηγορίες και αντιτείνουν ότι το Πακιστάν υποθάλπει αντιπάλους τους, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων του Ισλαμικού Κράτους του Χορασάν (ISIS-K). Η ηγεσία των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν αποφεύγει να κινηθεί αποφασιστικά κατά του TTP, εν μέρει λόγω ιδεολογικών και ιστορικών δεσμών, αλλά και λόγω φόβου ότι η καταστολή θα ωθήσει μαχητές προς το Ισλαμικό Κράτος του Χορασάν.

Η σύγκρουση αυτή αντανακλά μια βαθύτερη στρατηγική αποτυχία. Η πακιστανική στρατιωτική ηγεσία διαχώριζε επί χρόνια τους «καλούς» Αφγανούς τζιχαντιστές από τους «κακούς» Πακιστανούς αντάρτες που πολεμούσε στο εσωτερικό. Η διάκριση αυτή, «πάντα εύθραυστη», κατέρρευσε όταν μέλη των Ταλιμπάν εντάχθηκαν στο TTP αφότου τελείωσε η τζιχάντ στο Αφγανιστάν, γράφει ο Σαΐν Σαχίν, ανταποκριτής του Guardian στο Ισλαμαμπάντ.

Όταν η βία επέστρεψε στο πακιστανικό έδαφος, η παλιά στρατηγική διάκριση κατέρρευσε και το Ισλαμαμπάντ κατέληξε να αντιμετωπίζει από τα δυτικά σύνορα την ίδια απειλή που επί χρόνια κατηγορούνταν ότι ανεχόταν. Ο αναλυτής Καμράν Μποχάρι της εδρεύουσας στην Ουάσινγκτον δεξαμενής σκέψης New Lines Institute κάνει λόγο για  «μπούμερανγκ στρατηγικής μεγάλης κλίμακας», υπογραμμίζοντας ότι «όταν στηρίζεις πληρεξούσιους δρώντες που αμφισβητούν τη δική σου εθνική ταυτότητα και το εθνικό σου αφήγημα -όταν δεν σε θεωρούν ιδεολογικά νομιμοποιημένο- είναι μόνο ζήτημα χρόνου να στρέψουν τα όπλα τους εναντίον σου».

Η διατύπωση θυμίζει την προειδοποίηση του 2011 προς το Πακιστάν διά στόματος της τότε υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον: «Δεν μπορείς να κρατάς φίδια στην αυλή σου και να περιμένεις να δαγκώνουν μόνο τους γείτονές σου». Η φράση αυτή επανέρχεται σήμερα ως σημείο αναφοράς για την εξέλιξη της σχέσης Ισλαμαμπάντ-Ταλιμπάν. 

Η παρούσα κλιμάκωση διαφέρει από προηγούμενες φάσεις έντασης σε δύο βασικά σημεία. Πρώτον, το Πακιστάν επέλεξε να πλήξει όχι μόνο θέσεις ανταρτών αλλά και εγκαταστάσεις του ίδιου του καθεστώτος των Ταλιμπάν, μετατρέποντας τη σύγκρουση σε διακρατική αντιπαράθεση. Δεύτερον, οι επιθέσεις έφθασαν βαθιά στο αφγανικό έδαφος, σε αστικά κέντρα όπως η Καμπούλ και η Κανταχάρ. Η μετατόπιση αυτή σηματοδοτεί μετάβαση από λογική «αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων» σε στρατηγική πίεσης κατά της αφγανικής ηγεσίας. Ήταν ένα πολιτικό μήνυμα προς την ηγεσία του Χαϊμπατουλάχ Αχουντζάντα

Όμως, κατά την εκτίμηση του Αντόνιο Τζουστρότσι, ανώτερου ερευνητή του London’s Royal United Services Institute (Rusi), η κίνηση είχε αντίστροφο αποτέλεσμα. Η ηγεσία των Ταλιμπάν υποχρεώθηκε να απαντήσει για λόγους κύρους, ενώ η σύγκρουση ενίσχυσε τον αφγανικό εθνικισμό. Το Ισλαμαμπάντ επιδίωξε να πιέσει· τελικά συνέβαλε στη συσπείρωση του αντιπάλου της, κατά την εκδοχή αυτή.

Η ασυμμετρία στρατιωτικής ισχύος μεταξύ των δύο πλευρών είναι προφανής. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (IISS), οι ένοπλες δυνάμεις του Πακιστάν αριθμούν πάνω από 600.000 στρατιώτες, διαθέτουν περισσότερα από 6.000 τεθωρακισμένα και άνω των 400 μαχητικών αεροσκαφών, και φυσικά το Πακιστάν είναι πυρηνική δύναμη. Αντιθέτως, οι δυνάμεις των Ταλιμπάν αριθμούν περίπου 170.000 μαχητές, χωρίς ουσιαστική αεροπορία και με περιορισμένο βαρύ οπλισμό. Διατηρούν πάντως το πλεονέκτημα εμπειρίας σε ανταρτοπόλεμο και πρόσβαση σε δίκτυα ένοπλων οργανώσεων, όπως το TTP και ο Απελευθερωτικός Στρατός του Βαλουχιστάν, που δρα στο νοτιοδυτικό Πακιστάν. 

Η προοπτική ενός πολέμου σε δύο μέτωπα αποτελεί διαχρονικό εφιάλτη για το Ισλαμαμπάντ, δεδομένης της μόνιμης αντιπαράθεσης με την Ινδία στα ανατολικά σύνορα, λέει στο Al-Monitor η Πακιστάνη πρώην διπλωμάτης Μαλίχα Λόντι.

Ο αναλυτής του Ιταλικού Ινστιτούτου Πολιτικών Μελετών ISPI Νικόλα Μισάλια συνοψίζει: «Αυτό που βλέπουμε δεν είναι ένα ξαφνικό επεισόδιο αλλά ένα ρήγμα που δεν έκλεισε ποτέ και ενεργοποιείται ξανά υπό το βάρος εκατέρωθεν κατηγοριών και εχθρικών πολιτοφυλακών». Κατά τον ίδιο, η καινοτομία έγκειται στο ότι το Πακιστάν βρίσκεται υπό εσωτερική πίεση, το καθεστώς των Ταλιμπάν επιζητεί διεθνή νομιμοποίηση, και καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορεί να αντέξει έναν πόλεμο, όμως και οι δύο κινδυνεύουν να εμπλακούν σε αυτόν από λάθος υπολογισμό ή κλιμάκωση. Παράλληλα, προειδοποιεί για τις περιφερειακές συνέπειες: Οικονομικοί διάδρομοι, ενεργειακές διαδρομές και εύθραυστες αρχιτεκτονικές ισχύος θα επηρεαστούν σε όλη τη νότια Ασία.

Η ουσία της κρίσης βρίσκεται στην αλλαγή ρόλων, κατά την ανάγνωση ειδικών. Το Ισλαμαμπάντ αντιμετωπίζει πλέον ένα καθεστώς που θεωρεί τον εαυτό του νικητή πολέμου και όχι εξαρτώμενο σύμμαχο. Οι Ταλιμπάν δεν αισθάνονται υποχρέωση ανταπόδοσης. Όπως σημειώνουν διπλωμάτες σε ξένα μέσα, το Πακιστάν περίμενε «ευγνωμοσύνη» μετά από δεκαετίες στήριξης - οι Ταλιμπάν απλώς δεν τη συμμερίζονται. Το Πακιστάν επένδυσε επί δεκαετίες στην επιρροή μέσω πληρεξουσίων. Σήμερα ανακαλύπτει τα όρια αυτής της στρατηγικής: οι πληρεξούσιοι, όταν κερδίζουν την εξουσία, αποκτούν αυτονομία.

Η σύγκρουση δεν αφορά σαφώς μόνο δύο κράτη. Κίνα, Ρωσία, Τουρκία και Κατάρ επιχειρούν μεσολάβηση. Η ανησυχία είναι ότι μια παρατεταμένη κρίση θα αποσταθεροποιήσει ζώνη που εκτείνεται από τον Περσικό Κόλπο έως τα Ιμαλάια, κρίσιμη για εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους της Ευρασίας. Η Κίνα ανησυχεί για την ασφάλεια του Οικονομικού Διαδρόμου Κίνας-Πακιστάν. Η Ινδία από την άλλη παρακολουθεί έναν αντίπαλο να αποδυναμώνεται. Το Ιράν, σε φάση εσωτερικής αδυναμίας, δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός παράγοντας στα δυτικά σύνορα του Πακιστάν.