Ο χειρισμός της κρίσης στη Βενεζουέλα προκαλεί αμηχανία στην Τουρκία και ειδικά στον ίδιο τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς δυσκολεύεται να ισορροπήσει ανάμεσα στην παλαιά του φιλία με τον Νικολάς Μαδούρο, την σκληρή αντιδυτική ρητορική, στην οποία στηρίζει εν πολλοίς την πολιτική του ισχύ, και την υπαρξιακή ανάγκη εξομάλυνσης των σχέσεων με την Ουάσινγκτον και τον Ντόναλντ Τραμπ.
Σε περίοδο κατά την οποία η Τουρκία καλείται να επαναπροσδιορίσει τη θέση της εντός ενός διεθνούς περιβάλλοντος όπου κυριαρχεί η ρευστότητα και το δίκαιο του ισχυρού, χωρίς τους κανόνες της διπλωματίας, όπως αυτοί ίσχυαν μεταπολεμικά εδώ και 80 χρόνια, η υπόθεση της Βενεζουέλας αναδεικνύει τον κεντρικό στρατηγικό διχασμό της Άγκυρας: μια χώρα που καταγγέλλει την κατάργηση του Διεθνούς Δικαίου, φιλοδοξεί η ίδια να επωφεληθεί από την κατάσταση αυτή, αλλά από την άλλη δεν είναι έτοιμη να συγκρουστεί με εκείνους που το καταργούν, όταν το πολιτικό και οικονομικό κόστος θεωρείται υπερβολικό.
Κατ' επέκταση, η αρπαγή και σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες αντί να λειτουργήσει ως ευκαιρία για μια «κλασική» φραστική επίθεση του Τούρκου προέδρου κατά της Δύσης, αποκαλύπτει εσωτερικές αντιφάσεις, φόβους και στρατηγικά αδιέξοδα.
Για χρόνια, ο Ερντογάν παρουσίαζε τη σχέση του με τον Νικολάς Μαδούρο ως σύμβολο του τουρκικού ανοίγματος προς τον Παγκόσμιο Νότο και ως απόδειξη ότι η Τουρκία μπορεί να λειτουργεί ως προστάτιδα δύναμη ηγετών που βρίσκονται στο στόχαστρο των ΗΠΑ. Οι κοινές εμφανίσεις, η ρητορική περί «αδελφικών» δεσμών, η οικονομική συνεργασία, όλα αυτά λειτουργούσαν ως υπόμνηση μιας Άγκυρας που διεκδικεί αυτόνομο ρόλο στο παγκόσμιο σύστημα. Ο Ερντογάν στήριξε ευθέως και δημόσια τον Μαδούρο κατά την κρίση του 2019, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και σύμμαχοί τους επιχείρησαν να τον απομονώσουν διεθνώς. Ο Τούρκος πρόεδρος είχε δηλώσει απερίφραστα «Μαδούρο, δεν είσαι μόνος», στέλνοντας σαφές μήνυμα αμφισβήτησης της αμερικανικής πολιτικής και ανταποδίδοντας τη στήριξη του προέδρου της Βενεζουέλας στο πρόσωπό του μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία τον Ιούλιο του 2016.
Ενδεικτική της εμβάθυνσης των σχέσεων των δύο πλευρών ήταν η επίσκεψη Ερντογάν στην Βενεζουέλα το 2108 και η υπογραφή έκτοτε σειράς συμφωνιών συνεργασίας σε διάφορους τομείς, εκ των οποίων τουλάχιστον οι τρεις αφορούν τη μεταφορά και επεξεργασία του χρυσού της Βενεζουέλας στην Τουρκία, καθώς το Καράκας δεν μπορούσε να τον στείλει στην Ελβετία για πιστοποίηση λόγω των διεθνών κυρώσεων. Η μία συμφωνία προέβλεπε την μεταφορά του χρυσού σε εγκαταστάσεις μεταλλευτικής εταιρείας στην επαρχία Τσόρουμ της κεντρικής Τουρκίας, η δεύτερη αφορούσε πρόγραμμα ανταλλαγής αποστολής τροφίμων από την Τουρκία στη Βενεζουέλα έναντι χρυσού και η τρίτη την εξόρυξη χρυσού σε ορυχεία της Βενεζουέλας από τουρκικές εταιρείες.
Η πρώτη επίσημη αντίδραση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών για την υπόθεση Μαδούρο ήταν μία ανακοίνωση-«καθρέφτης» της αμηχανίας της Άγκυρας: Δήλωνε παρουσία, αποφεύγοντας να πει οτιδήποτε ουσιαστικό. Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών δήλωνε ότι «παρακολουθεί στενά» τις εξελίξεις, υπογράμμιζε τη σημασία της σταθερότητας στη Βενεζουέλα, καλούσε «όλες τις πλευρές» σε αυτοσυγκράτηση, διαβεβαίωνε ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να συμβάλει «εντός του πλαισίου του Διεθνούς Δικαίου» και αναφερόταν στην προστασία των Τούρκων πολιτών στη Βενεζουέλα.
Από πολιτική άποψη το σημαντικότερο δεν ήταν αυτά που έλεγε η ανακοίνωση, αλλά όσα δεν είπε: Δεν υπήρχε καμία ρητή αναφορά ούτε στη σύλληψη του Μαδούρο, ούτε στη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, ούτε στο όνομα του Τραμπ. Ήταν μία μια γλώσσα «ουδετερότητας» που απείχε δραματικά από τις συνηθισμένες επιθέσεις της Άγκυρας κατά της Δύσης, του Ισραήλ ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν δεν διακυβεύονται άμεσα οι σχέσεις της με την Ουάσινγκτον.
Όμως, προτού καν «στεγνώσει το μελάνι» της ανακοίνωσης του ΥΠΕΞ, ο κυβερνητικός εταίρος του προέδρου Ερντογάν και ηγέτης του ακροδεξιού Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ), Ντεβλέτ Μπαχτσελί, έσπευσε να υπενθυμίσει τις μύχιες σκέψεις της «βαθιάς» Τουρκίας. Ο ηγέτης των εθνικιστών Γκρίζων Λύκων συνέκρινε την επιχείρηση κατά του Μαδούρο με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 στην Τουρκία. Υποστήριξε ότι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε εναντίον του Μαδούρο είναι όμοια με το σχέδιο δολοφονίας του Ερντογάν εκείνο το βράδυ στη Μαρμαρίδα, όπου παραθέριζε με την οικογένειά του, ισχυριζόμενος ότι οι ΗΠΑ, που απέτυχαν τότε τον στόχο τους στην Τουρκία, δοκίμασαν τώρα αντίστοιχο σενάριο στη Βενεζουέλα.
Συχνά ο Μπαχτσελί λειτουργεί ως ο «λαγός» του τουρκικού συστήματος, λέγοντας όσα δεν μπορεί να θέσει ευθέως ο Ερντογάν, όπως η πρόταση για συμμαχία της Τουρκίας με την Κίνα και της Ρωσία. Όμως, το τελευταίο διάστημα φαίνεται ότι ο Μπαχτσελί επιβάλει θέσεις με τις οποίες δεν συμφωνεί ο Ερντογάν, όπως στο Κουρδικό ή το Κυπριακό, γεγονός που ενισχύει τη φημολογία για «σύννεφα» στις σχέσεις των δύο ανδρών.
Το αφήγημα του Μπαχτσελί στην περίπτωση του Μαδούρο φαίνεται να υπηρετεί δύο σκοπούς. Πρώτον, συσπειρώνει τους ψηφοφόρους του εθνικιστικού χώρου γύρω από την ιδέα μιας μόνιμης, σχεδόν υπαρξιακής, αντιπαράθεσης με την Ουάσινγκτον - βάζοντας την υπόθεση Μαδούρο στο ίδιο κάδρο με το «τραύμα» της 15ης Ιουλίου. Δεύτερον, παρουσιάζει τον Ερντογάν και τον Μαδούρο ως θύματα της ίδιας παγκόσμιας συνωμοσίας, ενισχύοντας το αφήγημα ότι η Τουρκία είναι στόχος των ίδιων «ιμπεριαλιστικών κύκλων» που τώρα χτυπούν τη Βενεζουέλα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι παρεμβάσεις των προεδρικών συμβούλων, που φωτίζουν τις εσωτερικές αντιφάσεις του καθεστώτος.
Ο Μεχμέτ Ουτσούμ, κάνει λόγο για «εγκληματική ενέργεια» που δείχνει την «πλήρη κατάργηση» του Διεθνούς Δικαίου, για «ληστρικές μεθόδους» ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, εφόσον δεν υπάρχουν θεσμοί και κανόνες να συγκρατήσουν τις επιθετικές δυνάμεις, «μόνο η αντίσταση με βάση την ισχύ» μπορεί να σταθεί απέναντι στον ιμπεριαλισμό, καλώντας σε ενίσχυση του «αντιιμπεριαλιστικού αγώνα». Όμως αποφεύγει να κατονομάσει τον Τραμπ, ούτε προτείνει συγκεκριμένες κινήσεις πολιτικής και μένει στο επίπεδο μια ρητορικής με έντονο ιδεολογικό χρωματισμό.
Ο προεδρικός σύμβουλος Τζεμίλ Ερτέμ, αντίστοιχα, έκανε ανάρτηση κατηγορώντας τις ΗΠΑ ότι μεταφέρουν την «ιμπεριαλιστική ληστρικότητα» που ασκούν στη Μέση Ανατολή μαζί με το Ισραήλ στη Βενεζουέλα, τονίζοντας ότι αυτή δεν πρέπει να μείνει ατιμώρητη. Λίγο αργότερα, όμως, διέγραψε τη σχετική ανάρτηση.
Ανάλογες σκληρές αντιαμερικανικές «κορώνες» είχαν ακουστεί και προ των γεγονότων στη Βενεζουέλα μέσα από την ίδια την οικογένεια του Τούρκου προέδρου και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια της μεγάλης πρωτοχρονιάτικης διαδήλωσης που διοργάνωσε στην Κωνσταντινούπολη για τη Γάζα ο γιος του Ερντογάν, Μπιλάλ. Το όνομά του ακούγεται, μάλιστα, όλο και πιο συχνά στον σιωπηρό «εμφύλιο πόλεμο», που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, έχει ξεσπάσει εντός του κυβερνώντος κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) για τη διαδοχή του Ερντογάν.
Από την άλλη πλευρά, σε αντίθεση με τον Μπαχτσελί, στελέχη του ΑΚΡ και τους προεδρικούς συμβούλους, ο αντιπρόεδρος Τζεβντέτ Γιλμάζ, ως θεσμικός παράγων όπως το υπουργείο Εξωτερικών, τηρεί και αυτός μία προσεκτικά αμυντική θέση. Κάνει αναφορές στο Διεθνές Δίκαιο, τον σεβασμό της εθνικής βούλησης και στήριξη του λαού της Βενεζουέλας, χωρίς όμως να κατονομάζει τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η στάση αυτή προδίδει στρατηγικό υπολογισμό: Η Άγκυρα θέλει να καταγραφεί «στα χαρτιά» ως κράτος που υπερασπίζεται την αρχή της κυριαρχίας, χωρίς όμως να συγκρουστεί ευθέως με τον Λευκό Οίκο.
Ο εκπρόσωπος του ΑΚΡ, Ομέρ Τσελίκ, από την πλευρά του επέλεξε μία άλλη τακτική. Έστρεψε τα βέλη του κατά του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο πρόεδρος του CHP, Οζγκιούρ Οζέλ, κατηγορεί τον Ερντογάν ότι, «από φόβο», δεν μπόρεσε «να αρθρώσει ούτε μία λέξη» για το «πραξικόπημα του Τραμπ» στη Βενεζουέλα και υπενθυμίζει ότι ο Ερντογάν αποκαλούσε τον Μαδούρο «αδελφό» και «φίλο», αλλά τώρα σιωπά.
Πράγματι, οι τοποθετήσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έπειτα από μακρά σιωπή, δεν θύμιζαν σε τίποτα τις παλιές πύρινες ομιλίες του κατά των ΗΠΑ, που άρχιζαν με τη φράση «Εε Αμερική!» και ξεδίπλωναν στη συνέχεια μια σκληρά αντιαμερικανική και αντιδυτική ρητορική. Μετά τη χθεσινή απογευματινή συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου περιορίστηκε να ενημερώσει την κοινή γνώμη ότι συζητήθηκε και το θέμα της Βενεζουέλας και ότι ο ίδιος είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον Τραμπ, στον οποίο μετέφερε τις «ευαισθησίες» της Τουρκίας και την ανάγκη να μην αποσταθεροποιηθεί η Βενεζουέλα, τονίζοντας ότι η χώρα του «θα σταθεί στο πλευρό του λαού της Βενεζουέλας στον αγώνα του για ευημερία, ειρήνη και ανάπτυξη».
Εμφανίστηκε όμως ιδιαίτερα προσεκτικός στο να μην αφήσει την αντιπολίτευση να εκμεταλλευτεί τις αντιφάσεις του. Αφού εξαπέλυσε επίθεση κατά του CHP και αναφερόμενος στις επικρίσεις του προέδρου του Οζγκιούρ Οζέλ, είπε ότι «ο κ. Μαδούρο και ο λαός της Βενεζουέλας έχουν δείξει πολλές φορές ότι είναι φίλοι του έθνους μας. Ως δύο φιλικές χώρες, δώσαμε σημασία και προτεραιότητα στο να είμαστε αλληλέγγυοι ο ένας στον άλλον στις δύσκολες μέρες μας. Και σήμερα ενεργούμε με την ίδια αντίληψη».
Όμως, η συνέντευξή του νωρίτερα στο Bloomberg ήταν αποκαλυπτική των ορίων και των προτεραιοτήτων του στις σχέσεις του με τον Τραμπ και τις ΗΠΑ: Χαρακτήρισε «άδικη» την απόφαση για τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 λόγω της αγοράς στρατιωτικού εξοπλισμού από τη Ρωσία και δήλωσε ότι μετέφερε αυτοπροσώπως αυτό το ζήτημα στον Αμερικανό πρόεδρο. Δήλωσε ακόμη ότι με την επανεκλογή του Τραμπ αναδύθηκε μια ευκαιρία για την προώθηση των σχέσεων μεταξύ της Τουρκίας και των ΗΠΑ σε μια πιο λογική και εποικοδομητική κατεύθυνση.
Η Βενεζουέλα λειτουργεί σαν πολλαπλασιαστής αντιφάσεων για τον Ερντογάν. Το παρελθόν του, με τις συμμαχίες με αυταρχικούς ηγέτες, τις σκληρές αντιδυτικές δηλώσεις, τη ρητορική περί «νέας παγκόσμιας τάξης» και τα περί «δικαιότερου κόσμου», στο οποίο στηρίζει μέχρι και σήμερα την πολιτική του κυριαρχία στο εσωτερικό της χώρας, συγκρούεται με το παρόν της εξάρτησης και της ανάγκης αποκατάστασης σχέσεων με τις ΗΠΑ, προκειμένου να επιβιώσει πολιτικά ο ίδιος.
