Το Ιράν ανέπτυξε μια μεθοδική αναβίωση μιας σφαίρας επιρροής της περσικής αυτοκρατορίας σε όλο τον Αραβικό κόσμο που εκτείνεται από τη Μεσόγειο ως τον Ινδικό Ωκεανό, εκτελεσμένη με στρατηγική υπομονή που θα ζήλευαν οι αρχαίοι Πέρσες αυτοκράτορες. Οι προηγούμενες περσικές αυτοκρατορίες διατηρούσαν τον έλεγχο τεράστιων εδαφών με περιορισμένους πόρους, κάτι που εφάρμοσε και το Ιράν. Πρόκειται για μια ενιαία δομής διοίκησης που λειτουργούσε ταυτόχρονα σε έξι χώρες, που μπορούσε να συντονίζει επιθέσεις από τον Λίβανο (Χεζμπολάχ), τη Γάζα (Χαμάς), το Ιράκ, (πολιτοφυλακές) την Υεμένη (Χούθι) και από τη Συρία ταυτόχρονα.
Συντονίζοντας τη στρατηγική, διαμοιράζοντας πληροφορίες, χρηματοδοτώντας και συγχρονίζοντας επιχειρήσεις δημιουργούσε δυνάμεις-αντιπροσώπους που υπηρετούσαν τους ιρανικούς στρατηγικούς στόχους. Δημιούργησε θρησκευτικά, οικονομικά κίνητρα και κοινούς εχθρούς για τους τοπικούς ηγεμονικούς παράγοντες ώστε να ευθυγραμμιστούν με τα Ιρανικά συμφέροντα. Κάθε αντιπρόσωπος διαθέτει πραγματική τοπική νομιμοποίηση έναντι κοινών εχθρών ΗΠΑ, Ισραήλ, Σαουδική Αραβία κλπ., γεγονός που τους καθιστά πολύ πιο αποτελεσματικούς από μισθοφορικές δυνάμεις ή άμεση ιρανική στρατιωτική επέμβαση. Όλα αυτά εξελίσσονταν ενώ όλοι παρακολουθούσαν το Ισραήλ και την Παλαιστίνη να ανταλλάσσουν πυραύλους.
Το Ιράν δεν προσπάθησε να νικήσει απευθείας την αμερικανική στρατιωτική ισχύ και να επιβληθεί στον αραβικό κόσμο. Απλώς δημιούργησε επαρκή πολυπλοκότητα και εναλλακτικές σχέσεις που θα μπορούσαν να καταστήσουν την αμερικανική κυριαρχία μη βιώσιμη. Κάθε επέκταση των ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων αναγκάζει τις Ηνωμένες Πολιτείες να διαθέσουν περισσότερους πόρους για να στηρίξουν το Ισραήλ. Οι Χούθι είχαν στην πράξη κλείσει την Ερυθρά Θάλασσα όχι μόνο για την ισραηλινή ναυσιπλοΐα, χρησιμοποιώντας όπλα που κοστίζουν χιλιάδες δολάρια για να πλήξουν πλοία αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων.
Η αμερικανική στρατηγική προσοχή ήταν διαιρεμένη μεταξύ Ουκρανίας, Ταϊβάν, εγχώριας πολιτικής και οικονομικού ανταγωνισμού με την Κίνα. Το Ιράν υπολόγισε ότι θα μπορούσε συστηματικά να δημιουργήσει περιφερειακές προκλήσεις που θα υπερέβαιναν το διαθέσιμο αμερικανικό εύρος ενώ ταυτόχρονα έχτιζε εναλλακτικές σχέσεις που μειώνουν την εξάρτησή του από τα δυτικά συστήματα πέφτοντας στην άμεση εξάρτηση της Κίνας.
Το Ιράν πίστευε ότι εάν οι κυρώσεις το απομόνωναν, η Χεζμπολάχ θα μπορούσε να συνεχίσει να ελέγχει τον Λίβανο, η Χαμάς την Γάζα, οι Χούθι θα μπορούσαν να διατηρήσουν τον έλεγχο της δυτικής Υεμένης και οι ιρακινές πολιτοφυλακές θα συνέχιζαν να επηρεάζουν το Ιράκ. Αυτή η ανθεκτικότητα θα αλλάζε θεμελιωδώς τη δυναμική ισχύος στην περιοχή ποντάροντας ότι ακόμα και εάν απειληθεί το Ιράν δεν θα περιοριζόταν η δραστηριότητα των αντιπροσώπων. Το δίκτυο είχε γίνει μερικώς αυτοσυντηρούμενο, γεγονός που το Ιράν υπολόγιζε ότι θα το καθιστούσε πολύ πιο ανθεκτικό από τις συμβατικές συμμαχικές δομές.
Το Ιράν, όμως, δεν υπολόγισε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για ένα κράτος δεν είναι ο εχθρός που πολεμάει έστω και με πληρεξουσίους αλλά είναι ο λογαριασμός στην οικονομία που θα έρθει μετά.
Μια χρηματοδότηση πολεμικών επιχειρήσεων που διαρκούν τόσα πολλά έτη μπορεί να καταρρεύσει ακόμα και ένα μεγάλο κράτος. Ο πόλεμος είναι ζωτικής σημασίας για κάθε κράτος καθώς είναι ικανός να καταστρέψει την ίδια την κοινωνία που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται. Όσο περισσότερο παρατείνεται μια εκστρατεία, τόσο περισσότερο διαβρώνει τη δυνατότητα του κράτους να λειτουργεί.
Το Ιράν βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο μετά το σοβαρό πλήγμα στη 40ετή του στρατηγική επέκτασης στον αραβικό κόσμο, με συνέπεια να βρίσκεται προ αλλαγών στο εσωτερικό πολιτικό τοπίο.
Το Ιράν με ΑΕΠ περίπου $350 δισ. σπατάλησε πάνω από $300 δισ. στη χρηματοδότηση πληρεξούσιων τρομοκρατικών οργανώσεων όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ, Χούθι, Συρία κλπ., είχε καταστεί κεντρικός αποσταθεροποιητικός παράγοντας στην ευρύτερη περιοχή αλλά και στην παγκόσμια οικονομία. Επιπλέον, λόγω των διεθνών κυρώσεων, έχει χάσει πάνω από $600 δισ. Ενώ στην αρχή του 21ου αιώνα το Ιράν είχε το μεγαλύτερο ΑΕΠ στην περιοχή, σήμερα η Σαουδική Αραβία ($1,27 τρισ.) έχει 3,5 φορές μεγαλύτερο ΑΕΠ. Επίσης το Ιράν, έχει επενδύσει περίπου $200 δισ. στο πυρηνικό του πρόγραμμα ενώ «κολυμπάει» μέσα στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο με τα τεράστια αποθέματα που διαθέτει. Οπότε δεν χρειάζεται το πυρηνικό πρόγραμμα για να παράγει επί πλέον ενέργεια.
Εν τω μεταξύ, το ιρανικό νόμισμα βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, καταγράφοντας ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Χρειάζονται πάνω από 49.000 ιρανικά ριαλ για την αγορά ενός ευρώ. Η εμπιστοσύνη στον ιδιωτικό τομέα έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Με πληθωρισμό από 31% στην αρχή του 2025 έφθασε πάνω από 50% στο τέλος του 2025. Το επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας έχει φθάσει στο 23% και το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού 5% του ΑΕΠ.
Χρόνια κυρώσεων, παρωχημένων υποδομών και σπάταλης κατανάλωσης ενέργειας έχουν αφήσει το Ιράν σε μια δυσλειτουργική κατάσταση, αγωνιζόμενο να λειτουργήσει. Η ενέργεια δεν αρκεί για να θερμαίνονται οι κάτοικοι τον χειμώνα και η κυβέρνηση έχει κλείσει το προηγούμενο χειμώνα πολλές από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές μονάδες της, για να διοχετεύσει ενέργεια στην θέρμανση, με αποτέλεσμα η βιομηχανική παραγωγή να έχει μειωθεί κατά τουλάχιστον 30% έως 50%, χάνοντας δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα. Παρά το γεγονός ότι το Ιράν διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου παγκοσμίως, η τεχνολογία γεωτρήσεων και οι υποδομές του είναι ανεπαρκείς για να καλύψουν τις εγχώριες ανάγκες του. Αναγκάζεται να δίνει σε επιδόματα πάνω από 25% του ΑΕΠ για να είναι φθηνό το ρεύμα για τους πολίτες του.
Χωρίς αμφιβολία, το Ιράν βρίσκεται σε μεγάλο πρόβλημα – και αυτός είναι συχνά ο τρόπος που ξεκινούν οι επαναστάσεις. Το Ιράν δεν ήταν σε θέση να διεξάγει έναν πόλεμο καθώς η οικονομία του ήταν ήδη σε άθλια κατάσταση, και οι Αγιατολάδες βρίσκονται σε μια πολιτικά επισφαλή θέση.
Το Ιράν δεν υπολόγισε τις αλυσίδες εφοδιασμού, την εξάντληση πόρων και το κόστος ευκαιρίας. Οι στρατηγοί του κυνηγούσαν τη δόξα της αναβίωσης της αυτοκρατορίας, εις βάρος της σταθερότητας.
Το Ιράν δεν κατανόησε μια αλήθεια που οι σύγχρονοι ηγέτες ξεχνούν συχνά, ότι η κάθε πολεμική απόφαση είναι, τελικά, απόφαση για τη δημοσιονομική φερεγγυότητα του κράτους. Και αν υπολογίσεις λάθος τα κόστη, δεν χάνεις μόνο εισοδήματα. Χάνεις το ίδιο το κράτος.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δείχνουν ότι το Ιράν στην πραγματικότητα υποφέρει από στρατηγικό αδιέξοδο. Η ιρανική κυβέρνηση φαίνεται να είναι ιδιαίτερα αδύναμη αυτή τη στιγμή, καθώς αντιμετωπίζει τρεις κρίσεις ταυτόχρονα: οικονομική κρίση, κρίση νομιμοποίησης και επικείμενη κρίση διαδοχής.
Όσον αφορά την κρίση νομιμοποίησης, οι πρόσφατες διαδηλώσεις έχουν δείξει ότι το ιρανικό καθεστώς είναι βαθιά αντιδημοφιλές σε μεγάλο μέρος του ιρανικού λαού, εν μέρει λόγω της οικονομικής κακοδιαχείρισης και της έμμονής τους να αναβιώσει την χαμένη αυτοκρατορία του.
Η στοχευμένη εξόντωση ανώτερων στελεχών των Φρουρών της Επανάστασης έχει δημιουργήσει την πιθανότητα ανάδυσης μιας νέας ηγεσίας από τον συμβατικό ιρανικό στρατό. Αυτό το ενδεχόμενο ενδέχεται να οδηγήσει σε μια αλλαγή κυβέρνησης και στη σταδιακή αποδυνάμωση του θεοκρατικού χαρακτήρα του καθεστώτος.
Ταυτόχρονα, οι μαζικές διαδηλώσεις και ο αναγκαίος διάλογος με τους διαδηλωτές προσθέτουν εν δυνάμει αστάθεια, αυξάνοντας τους κινδύνους της μετάβασης. Ενώ το Ιράν πασχίζει να ισορροπήσει μεταρρυθμίσεις και εξωτερική αφοσίωση, η αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής και η αυξανόμενη επιρροή γειτονικών δρώντων καθιστούν το περιβάλλον ιδιαίτερα απαιτητικό για το Ιράν. Η επιτυχία της μεταρρυθμιστικής στρατηγικής εξαρτάται από την ικανότητα της ηγεσίας να εδραιώσει εσωτερική συναίνεση, να διαχειριστεί κοινωνικές απαιτήσεις και να εξασφαλίσει σταθερούς διεθνείς όρους συνεργασίας και μακροπρόθεσμη κοινωνική βιωσιμότητα.
Οι ηγέτες που δεν μπορούν να υπολογίσουν το κόστος της αναβίωσης των αυτοκρατοριών τους είναι ανεπαρκείς να υπολογίζουν τη στρατηγική της χώρας τους. Ακόμα και αν νικήσουν, η νίκη δεν σημάνει τίποτε αν τα δημόσια ταμεία καταρρεύσουν. Και πολλοί ηγεμόνες ποτέ δεν το αντιλήφθηκαν αυτό. Οι σπάταλες ηγεσίες χρεοκοπούν τα κράτη τους με τα πολεμικά τους σχέδια ενώ κερδίζουν ασήμαντα οφέλη. Ο παρατεταμένος πόλεμος φθείρει το κράτος γρηγορότερα από ότι ο ίδιος ο εχθρός.
Οι ηγέτες που απολαμβάνουν τον πόλεμο για τον ίδιο τους τον εαυτό, θα φέρουν την καταστροφή στα κράτη τους. Αν ο ηγέτης αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως πάθος ή εμμονή αντί για υποχρέωση, τελικά θα χρεοκοπήσει το κράτος του. Η δύναμη ενός κράτους προέρχεται, όχι μόνο από τον στρατό του αλλά και από την οικονομική του ανθεκτικότητα, δηλαδή την ικανότητά του να απορροφά σοκ, να ανακάμπτει και να συνεχίζει να λειτουργεί.
Τα κράτη δεν αποτυγχάνουν επειδή χάνουν μάχες. Αποτυγχάνουν επειδή εξαντλούν το κεφάλαιο που τα διατηρεί συνεκτικά, γεμάτα αυτοπεποίθηση και λειτουργικά. Η δύναμη δεν μετριέται από το πόσο δυνατά πλήττεις, αλλά από το πόσο μπορείς να αντέξεις οικονομικά να πλήξεις. Και η ιστορία δείχνει ότι όταν τα χρηματοοικονομικά συστήματα συγκρούονται, δεν επικρατεί το πιο γενναίο έθνος αλλά επικρατεί το πιο οικονομικά πειθαρχημένο. Ο ηγεμόνας που διαφυλάσσει τους πόρους είναι σοφότερος από τον ηγεμόνα που κατακτά εδάφη.
Το Ιράν αποτελεί ένα παράδειγμα σε ποια αδιέξοδα μπορούν να φθάνουν τα αυταρχικά καθεστώτα για να αναβιώσουν τις δόξες του παρελθόντος. Αντί για να υπηρετούν τον λαό τους, προτιμούν να χρησιμοποιούν τον λαό τους για να παραμένουν στην εξουσία. Τα παραπάνω είναι μαθήματα προς τις άλλες αναθεωρητικές χώρες Τουρκία, Ρωσία, Κίνα, οι οποίες συνεργάζονται μεταξύ τους, και πασχίζουν να αναβιώσουν τις αυτοκρατορίες στους στερώντας από τους λαούς τους στοιχειώδες συνθήκες διαβίωσης, καθώς μετατρέπουν τον όποιο πλούτο τους, σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς και απειλούν και εισβάλουν στις γειτονικές τους χώρες για να ξανά αποκτήσουν επιρροή σε παλιά αυτοκρατορικά εδάφη.
Οι δε δημοκρατικές Δυτικές χώρες θα πρέπει να συνεργαστούν για να αντιμετωπίσουν τέτοιες ασύμμετρες απειλές που πλέον είναι διάπλατα ορατές και να επιλύσουν το θεμελιώδες ερώτημα, του κατά πόσον οι δημοκρατίες μπορούν να αντισταθούν σε συνεχή πίεση από αυταρχικές δυνάμεις που αποδέχονται κόστη, τα οποία οι δημοκρατικοί πληθυσμοί τελικά δεν μπορούν να αποδεχθούν.
Το ερώτημα δεν είναι αν η Ουκρανία θα πετύχει ειρήνη αλλά εάν η αμερικανική αποχώρηση από αυτή τη σύγκρουση θα ενθαρρύνει ή θα αποθαρρύνει μελλοντικές προκλήσεις εναντίον των δημοκρατικών θεσμών παγκοσμίως. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαπραγματεύονται από τη θέση ενός φθίνοντος ηγεμόνα που προσπαθεί να διαχειριστεί παγκόσμιες δεσμεύσεις που υπερβαίνουν τους διαθέσιμους πόρους της. Μια διαπραγματευτική αμερικανική υποχώρηση από την Ουκρανία στέλνει σήμα στην κινεζική ηγεσία ότι η επιθετική επέκταση μπορεί να πετύχει αν διεκπεραιωθεί με επαρκή υπομονή και αποφασιστικότητα. Αυτό μετατοπίζει τις διεθνείς αντιλήψεις περί ισχύος με τρόπους που εκτείνονται πολύ πέρα από την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Και η Τουρκία, η άλλη αναθεωρητική δύναμη με αυτοκρατορικά όνειρα, σίγουρα θα εκμεταλλευτεί ένα τέτοιο παράθυρο ευκαιρίας για εδαφικές επεκτάσεις. Είναι όμως οικονομικά αδύναμη για ένα μακρύ και πολυδάπανο πόλεμο και ήδη έχει υπέρ-επεκταθεί. Αλλά πολλές φορές οι φιλόδοξοι ηγέτες δεν μπορούν να υπολογίσουν τον λογαριασμό που θα πληρώσουν τελικά.
* Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων
