Καθώς πλησιάζει η τέταρτη επέτειος από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία που ήλθε να χαράξει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην επί δεκαετίες επικρατούσα ευρωπαϊκή τάξη ασφάλειας και τη βίαιη προσαρμογή σε περιβάλλον στρατηγικού κινδύνου, η διπλωματία είναι ενεργή όμως η προοπτική διευθέτησης παραμένει αβέβαιη - και οι εκτιμήσεις ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών παραπέμπουν σε συνέχιση του πολέμου και καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026.
Η προεδρία Τραμπ χαράσσει έναν ορίζοντα συμφωνίας έως τις αρχές του καλοκαιριού, με φόντο τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο στα τέλη Νοεμβρίου. Η Ευρώπη επιχειρεί να επανατοποθετηθεί στη διαδικασία. Η Ουκρανία συμπιέζεται ανάμεσα στον ενεργειακό «στραγγαλισμό» της εν μέσω ψύχους με τους αδιάκοπους ρωσικούς βομβαρδισμούς και την εξουθένωση στο πεδίο, πιέσεις για οδυνηρές υποχωρήσεις και την ταυτόχρονη ανάγκη να μην έλθει σε ρήξη με την Ουάσινγκτον και να διατηρήσει στο μέγιστο την ευρωπαϊκή πολιτική και στρατιωτική στήριξη. Το Κρεμλίνο από πλευράς του δεν έχει κάνει βήμα πίσω από τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις του.
Σε αυτό το φόντο, ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών εμφανίζονται να θεωρούν εξαιρετικά αμφίβολη την επίτευξη συμφωνίας για την Ουκρανία εντός του 2026. Η εκτίμηση πως ο απρόκλητος, επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας θα συνεχιστεί και για πέμπτο έτος διατυπώθηκε από τους επικεφαλής πέντε ευρωπαϊκών μυστικών υπηρεσιών που μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας στο πρακτορείο Reuters. Χαρακτηρίζουν τον πρόσφατο γύρο των συνομιλιών στη Γενεύη «διαπραγματευτικό θέατρο», αναφέροντας πως η Ρωσία δεν επιδιώκει ταχεία κατάπαυση του πυρός, αλλά τη διατήρηση και διεύρυνση των στρατηγικών της στόχων, και αξιοποιεί τις επαφές με τις Ηνωμένες Πολιτείες κυρίως για να προωθήσει την άρση των αμερικανικών κυρώσεων και οικονομικές συμφωνίες.
«Η Ρωσία δεν επιδιώκει ειρηνευτική συμφωνία. Επιδιώκει τους στρατηγικούς της στόχους, και αυτοί δεν έχουν μεταβληθεί», αναφέρει επικεφαλής ευρωπαϊκής υπηρεσίας πληροφοριών. Η βασική εκτίμηση όσων μίλησαν στο Reuters είναι ότι το Κρεμλίνο δεν αισθάνεται επείγουσα ανάγκη συμβιβασμού, θεωρώνοντας ότι η οικονομία δεν βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης και μπορεί να αντέξει έναν παρατεταμένο πόλεμο. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι ακόμη και η πλήρης παράδοση του Ντονέτσκ από το Κίεβο δεν θα ικανοποιούσε τους πολιτικούς στόχους του Κρεμλίνου.
Οι εκτιμήσεις αυτές συγκλίνουν με τη μακρόχρονη αποτύπωση του Ινστιτούτου Μελέτης του Πολέμου (ISW), το οποίο θεωρεί ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν παραμένει απόλυτα προσηλωμένος στους αρχικούς πολεμικούς του στόχους. Κατά την ανάλυση του ISW, οι ρωσικές επιδιώξεις εκτείνονται πέρα από τον εδαφικό έλεγχο στην ανατολική Ουκρανία και περιλαμβάνουν την αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, την εγκατάλειψη από το Κίεβο των φιλοδοξιών ένταξης στο ΝΑΤΟ, δραστικούς περιορισμούς στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις και την εγκαθίδρυση φιλορωσικής κυβέρνησης στο Κίεβο. Η εικόνα αυτή ενισχύεται από επαναλαμβανόμενες δηλώσεις κορυφαίων Ρώσων αξιωματούχων, οι οποίοι απορρίπτουν οποιαδήποτε διευθέτηση που δεν ικανοποιεί πλήρως τις ρωσικές απαιτήσεις.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο δίκτυο Al Arabiya -την τελευταία σε μία μακρά σειρά συνεντεύξεων που στοχεύουν στη διεθνή κοινή γνώμη- ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ, υποστήριξε ότι ότι ΗΠΑ και Ρωσία συζήτησαν στις τριμερείς στη Γενεύη την λεγόμενη «κατανόηση της Αλάσκας», παραπέμποντας σε φερόμενες συμφωνίες μεταξύ των δύο πλευρών όσον αφορά τις, κατά Πούτιν, «ρίζες» του πολέμου: τις φιλοδοξίες ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την υποτιθέμενη διάκριση κατά ρωσόφωνων πληθυσμών.
Ο ίδιος απαίτησε εκ νέου την αναγνώριση των προσαρτήσεων τεσσάρων ουκρανικών περιφερειών και κατηγόρησε το Κίεβο και την Ευρωπαϊκή Ένωση για την αποτυχία των συμφωνιών του Μινσκ, ενώ απέρριψε τις δυτικές εγγυήσεις ασφάλειας ως απειλή για τη Ρωσία. Σε άλλη τοποθέτηση, τόνισε ότι οποιαδήποτε μελλοντική ουκρανική κυβέρνηση θα πρέπει να είναι «φιλική» και «ευνοϊκή» προς τη Μόσχα, υποδηλώνοντας ότι οι ρωσικές απαιτήσεις σαφώς υπερβαίνουν την αντικατάσταση της σημερινής ηγεσίας.
Στο ίδιο πνεύμα, το Κρεμλίνο επιχειρεί να διαχωρίσει τη διαπραγματευτική διαδικασία σε δύο παράλληλες τροχιές: μία για τον πόλεμο και μία για τις διμερείς σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι του τομέα του πληροφοριών εκτιμούν ότι η Μόσχα χρησιμοποιεί τη δεύτερη για να προσελκύσει την Ουάσινγκτον με οικονομικές προοπτικές και για την άρση των κυρώσεων.
Ο επικεφαλής του ρωσικού ταμείου άμεσων επενδύσεων, Κιρίλ Ντμίτριεφ, επιχειρηματολογεί ότι οι κυρώσεις πλήττουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις και ότι τα πιθανά αμερικανορωσικά project θα μπορούσαν να φθάσουν σε αξία δεκάδων τρισ. δολαρίων, ενώ ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, καλεί σε «αναβίωση» των οικονομικών σχέσεων που, κατά τη Μόσχα, παρεμποδίζονται από «παράνομες» κυρώσεις. Ο Λαβρόφ με τη σειρά του έχει αναφέρει ότι ΗΠΑ και Ρωσία «τρέχουν» ομάδες εργασίας μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας στο πεδίο της οικονομικής συνεργασίας παράλληλα με τις τριμερείς διαβουλεύσεις για την Ουκρανία.
Για την Ευρώπη αυτή η οικονομική διάσταση εντάσσεται σε ευρύτερη στρατηγική της Μόσχας να αποσπάσει παραχωρήσεις στο ουκρανικό μέτωπο. Σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους, η Ρωσία επιχειρεί να δελεάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες με συμφωνίες, ώστε να εξασφαλίσει ευνοϊκότερη μεταχείριση στις βασικές διαπραγματεύσεις. Η προσέγγιση αυτή εντάσσεται, κατά την ίδια εκτίμηση, στη λεγόμενη ρωσική «θεωρία νίκης», σύμφωνα με την οποία η Μόσχα μπορεί να αντέξει οικονομικά και στρατιωτικά περισσότερο από την Ουκρανία και τη δυτική υποστήριξή της.
Παρά τις ενδείξεις οικονομικών πιέσεων -από περιορισμένη πρόσβαση σε κεφαλαιαγορές έως μειωμένα ενεργειακά έσοδα- οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι η ρωσική ηγεσία εξακολουθεί να πιστεύει πως μπορεί να διαχειριστεί τις δυσχέρειες βραχυπρόθεσμα. «Η Ρωσία είναι μια ανθεκτική κοινωνία που μπορεί να αντέξει δυσκολίες», ανέφερε ένας αξιωματούχος, ενώ άλλος προειδοποίησε για «πολύ υψηλούς» χρηματοοικονομικούς κινδύνους στο δεύτερο εξάμηνο του 2026. Η χρονική αυτή διάσταση ενισχύει την εκτίμηση ότι η Μόσχα πιέζει για ουκρανική υποχώρηση πριν κληθεί να λάβει πιο επώδυνες οικονομικές αποφάσεις.
Στο διπλωματικό πεδίο, ο τελευταίος γύρος συνομιλιών στο τριμερές σχήμα ΗΠΑ-Ουκρανίας-Ρωσίας πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη χωρίς απτό αποτέλεσμα. Επίκεντρο των διαβουλεύσεων παραμένουν το εδαφικό καθεστώς, το μέλλον του πυρηνικού σταθμού της Ζαπορίζια και οι εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία. Η Μόσχα επιμένει στην παράδοση από το Κίεβο του συνόλου του Ντονμπάς, περιλαμβανομένων περιοχών που δεν ελέγχει, όρο που η ουκρανική πλευρά απορρίπτει κατηγορηματικά. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει κατηγορήσει για πολλοστή φορά τη Ρωσία ότι κωλυσιεργεί και ελπίζει ότι αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση της πίεσης.
Παρότι η δεύτερη ημέρα των συνομιλιών στη Γενεύη εντός της εβδομάδας έληξε αιφνίδια έπειτα από μόλις δύο ώρες συνομιλιών, ο Ζελένσκι ανέφερε χθες ότι «πραγματικές ευκαιρίες να τερματιστεί ο πόλεμος με αξιοπρέπεια εξακολουθούν να υπάρχουν» και κάλεσε σε νέο γύρο διαβουλεύσεων «πολύ σύντομα, ακόμη και εντός Φεβρουαρίου». Τόνισε ότι «οι ουκρανικές απαντήσεις στα πιο δύσκολα ερωτήματα είναι έτοιμες» και ότι το Κίεβο επιθυμεί να θέσει ορισμένα ζητήματα σε επίπεδο ηγετών, με συμμετοχή των προέδρων ΗΠΑ και Ρωσίας. «Το σχήμα των ηγετών μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό από πολλές απόψεις, και η Ουκρανία είναι έτοιμη για ένα τέτοιο σχήμα», ανέφερε. Ο Ντόναλντ Τραμπ σε κάθε περίπτωση έχει απορρίψει την παρουσία του σε μία τριμερή κορυφής αν δεν έχει πρώτα ανοίξει το πεδίο για συμφωνία - κάτι που απέχει μακράν.
Από πλευράς της, η Μόσχα επίσημα τηρεί σιγή ιχθύος ως προς τη συνέχιση των συνομιλιών. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε χθες ότι δεν μπορεί να επιβεβαιώσει πότε και πού θα διεξαχθούν οι επόμενες συνομιλίες, αν και ρωσικά κρατικά μέσα μετέδωσαν ότι ενδέχεται να επαναληφθούν στη Γενεύη με τη συμμετοχή των ίδιων αντιπροσωπειών -ήτοι, το δίδυμο Γουίτκοφ-Κούσνερ, ο «σκληροπυρηνικός» Βλαντίμιρ Μεντίσκι, που ως επικεφαλής της ρωσικής αντιπροσωπείας δίνει και το στίγμα του Κρεμλίνου, και από ουκρανικής πλευράς ο Ρουστέμ Ουμέροφ, γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας.
Στο ευρύτερο διπλωματικό περιβάλλον, η Ευρώπη επιχειρεί να επιδείξει ενότητα και παρουσία στην επέτειο των τεσσάρων ετών. Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, και ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ, θα συμπροεδρεύσουν σε τηλεδιάσκεψη της Συμμαχίας των Προθύμων στις 24 Φεβρουαρίου, ανήμερα της επετείου της εισβολής, ενώ η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μεταβαίνει στο Κίεβο τη Δευτέρα. Ο Ζελένσκι υπογράμμισε ότι «η Ευρώπη εμπλέκεται ενεργά στη διαδικασία τερματισμού του πολέμου» και ότι ο ρόλος της «πρέπει να ενισχυθεί», με το Κίεβο να ζητά μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συμμετοχή στις συνομιλίες.
Όσο για τη «διορία» του Ιουνίου εκ μέρους των ΗΠΑ, το ερώτημα είναι εάν αντανακλά ρεαλιστικές προοπτικές διευθέτησης έως τότε ή εάν συνδέεται κυρίως με το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στις ΗΠΑ, εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Οι εκτιμήσεις των επικεφαλής ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών αντανακλούν σε κάθε περίπτωση στο χάσμα μεταξύ της θεώρησης των ευρωπαϊκών πρωτευουσών και του Λευκού Οίκου, με τον Ντόναλντ Τραμπ να εξακολουθεί να δηλώνει πως πιστεύει ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν θέλει να συνάψει συμφωνία. Ο Ζελένσκι έχει αναγνωρίσει δημόσια ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και ότι, αν δεν υπάρξει αποτέλεσμα έως τις αρχές του καλοκαιριού, θα αυξηθούν οι πιέσεις προς όλες τις πλευρές.
Στο στρατιωτικό πεδίο, η δυναμική του πολέμου παραμένει σκληρή. Η Ρωσία συνεχίζει τις επιθέσεις κατά ενεργειακών και αστικών υποδομών, εκθέτοντας εκατομμύρια Ουκρανούς αμάχους σε συνθήκες ψύχους χωρίς θέρμανση, νερό και ηλεκτρικό στον πιο δύσκολο χειμώνα της σύγκρουσης. Η τακτική αυτή, που επαναλαμβάνεται από τα πρώτα έτη του πολέμου, συνδέεται με τη ρωσική επιδίωξη φθοράς της ουκρανικής αντοχής και της κοινωνικής συνοχής, την ώρα που οι διπλωματικές συνομιλίες παραμένουν ατελέσφορες.
