Στη δίνη μίας εσωκομματικής «θύελλας» που αποκαλύπτει νευρικότητα και ανασφάλεια στην κορυφή της ηγεσίας έχουν εισέλθει οι Εργατικοί της Βρετανίας, μετά την απόφαση να εμποδιστεί η επιστροφή του δημάρχου του Μάντσεστερ Άντι Μπέρναμ στη Βουλή των Κοινοτήτων. Ο αποκλεισμός του προβεβλημένου στελέχους πυροδοτεί τριβές και δημόσιες αντιπαραθέσεις που αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα της στρατηγικής και της λειτουργίας του κόμματος υπό τον Κιρ Στάρμερ, ο οποίος και εγκαλείται ότι ενήργησε φοβικά προκειμένου να αποτρέψει μια μελλοντική εσωκομματική αμφισβήτηση. Όμως η επιλογή αυτή θα μπορούσε να γυρίσει μπούμερανγκ, υπονομεύοντας περαιτέρω το αφήγημα αυτοπεποίθησης και ενότητας που οι Εργατικοί πασχίζουν, ανεπιτυχώς, να εκπέμψουν.
Την ίδια, στιγμή, σε μια ξεχωριστή εξέλιξη στο δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος, (και) η Σουέλα Μπράβερμαν, πρώην υπουργός Εσωτερικών επί Τορις, εγκατέλειψε τους Συντηρητικούς προσχωρώντας στο Reform UK του λαϊκιστή Νάιτζελ Φάρατζ. Σε αυτούς τους επικίνδυνους καιρούς ανόδου της Άκρας Δεξιάς, και ενώ κυριαρχεί το ερώτημα κατά πόσο το Reform μπορεί να μετατρέψει τη δημοσκοπική του δυναμική σε πραγματική εκλογική δύναμη, ο χειρισμός της υπόθεσης του Άντι Μπέρναμ από τον Κιρ Στάρμερ ερμηνεύεται από πολλούς ως κίνηση υψηλού ρίσκου που απειλεί να υπονομεύσει τη συνοχή, τη στρατηγική και την αξιοπιστία του κόμματος.
Η αφετηρία της κρίσης εντοπίζεται στην παραίτηση του Εργατικού βουλευτή Άντριου Γκουίν, η οποία άφησε μία κοινοβουλευτική έδρα κενή, ανοίγοντας «παράθυρο» πολιτικών εξελίξεων. Το όνομα του Άντι Μπέρναμ ήλθε στο προσκήνιο αφότου εκδήλωσε ενδιαφέρον να διεκδικήσει την επιστροφή του στη Βουλή των Κοινοτήτων. Πρώην υπουργός και βουλευτής, σήμερα δήμαρχος της ευρύτερης περιοχής του Μάντσεστερ, ο Μπέρναμ συγκαταλέγεται στα πιο αναγνωρίσιμα και δημοφιλή στελέχη του κόμματος, με ισχυρή παρουσία στην τοπική αυτοδιοίκηση και πολιτικό κεφάλαιο που εκτείνεται πέρα από τα στενά κομματικά όρια. Η πρόθεσή του να επιστρέψει στη Βουλή δεν συνοδεύτηκε από δημόσια ρητορική σύγκρουσης, ωστόσο από την πρώτη στιγμή αντιμετωπίστηκε με επιφύλαξη από το περιβάλλον του Στάρμερ.
Η κίνηση αυτή, αν και θεσμικά επιτρεπτή, απαιτούσε έγκριση από την αρμόδια κομματική επιτροπή, δεδομένου ότι ο Μπέρναμ κατέχει εκλεγμένο αξίωμα στην αυτοδιοίκηση. Ως εν ενεργεία δήμαρχος, δηλαδή, ο Άντι Μπέρναμ όφειλε να λάβει άδεια από την Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή των Εργατικών προκειμένου να είναι υποψήφιος. Όμως, η απόφαση του οργάνου υπήρξε κατηγορηματική: με οκτώ ψήφους κατά και μία υπέρ, το αίτημα απορρίφθηκε, με τον Κιρ Στάρμερ να συμμετέχει προσωπικά στην ψηφοφορία. Η αριθμητική της απόφασης δεν άφησε περιθώρια αμφισβήτησης ως προς το αποτέλεσμα, αλλά άνοιξε ευρύ πεδίο πολιτικής ερμηνείας ως προς τα κίνητρα.
Η επίσημη γραμμή της ηγεσίας επικεντρώθηκε σε ζητήματα στρατηγικής και κατανομής πόρων. Ο Κιρ Στάρμερ δήλωσε δημοσίως ότι ο Μπέρναμ επιτελεί «εξαιρετική δουλειά» ως δήμαρχος του Μάντσεστερ, αλλά υποστήριξε ότι η υποψηφιότητά του για το Κοινοβούλιο θα απορροφούσε πόρους, στελέχη και πολιτική ενέργεια από άλλες κρίσιμες τοπικές εκλογικές αναμετρήσεις που οι Εργατικοί πρέπει να κερδίσουν. Στο ίδιο πλαίσιο, τονίστηκε ότι η παραίτηση του Μπέρναμ από τη δημαρχία θα προκαλούσε νέα εκλογική διαδικασία στην ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή, προσθέτοντας ένα ακόμη μέτωπο σε μια ήδη επιβαρυμένη εκλογική ατζέντα. Η απόφαση της κομματικής επιτροπής υπαγορεύτηκε από την ανάγκη στρατηγικής πειθαρχίας και συγκέντρωσης δυνάμεων, κατά τον Στάρμερ,
Παρά ταύτα, στο εσωτερικό του κόμματος η εξήγηση αυτή δεν έγινε καθολικά αποδεκτή. Αντιθέτως, διατυπώθηκε ανοιχτά η κατηγορία ότι ο Στάρμερ λειτούργησε φοβικά, επιλέγοντας να μπλοκάρει έναν πολιτικό με ισχυρή απήχηση, ο οποίος, αν επέστρεφε στη Βουλή, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σημείο αναφοράς ή ακόμη και σε πόλο εσωκομματικής αμφισβήτησης. Η κριτική αυτή δεν αφορά πρόθεση ή σενάρια, αλλά εστιάζει στο γεγονός ότι ο Μπέρναμ διαθέτει απήχηση, είναι εκλεγμένος σε ένα από τα μεγαλύτερα μητροπολιτικά κέντρα της χώρας, και δεν εξαρτάται οργανωτικά από τον κεντρικό κομματικό μηχανισμό.
Η ανησυχία που εκφράζεται είναι ότι η απόφαση της Εθνικής Εκτελεστικής Επιτροπής ενδέχεται να έχει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα με φόντο τις μάχες που έχουν να δώσουν οι Εργατικοί, δεδομένου ότι ανέδειξε, και επιδείνωσε, υπαρκτές εντάσεις. Η συζήτηση που άνοιξε δεν περιορίστηκε στο πρόσωπο του Μπέρναμ, αλλά επεκτάθηκε στα όρια και την αντίληψη περί κομματικής πειθαρχίας, στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις και στο κατά πόσο οι τοπικές οργανώσεις και οι εκλογικές βάσεις έχουν ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση των υποψηφιοτήτων.
Ο ίδιος ο Άντι Μπέρναμ, από την πλευρά του, επέλεξε χαμηλούς τόνους. Δήλωσε ότι η πλήρης προσοχή του παραμένει στραμμένη στα καθήκοντά του ως δήμαρχος, αποφεύγοντας κάθε δημόσια σύγκρουση με την πλευρά Στάρμερ. Ωστόσο, με την επισήμανσή του ότι ενημερώθηκε για την απόφαση από τα μέσα ενημέρωσης και όχι θεσμικά από το κόμμα ουσιαστικά παρέπεμψε σε προβληματικό χειρισμό που εγείρει ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας και σεβασμού, τροφοδοτώντας περαιτέρω τη συζήτηση για τον τρόπο άσκησης εξουσίας στο εσωτερικό των Εργατικών.
Απέναντι στις κατηγορίες περί φόβου και αποκλεισμού, ο Στάρμερ επανέλαβε ότι η απόφαση κινήθηκε αυστηρά εντός των κομματικών κανόνων και εξυπηρετεί έναν ευρύτερο στόχο πολιτικής συνοχής. Αντέτεινε ότι η πραγματική πολιτική πρόκληση βρίσκεται εκτός κόμματος και στην απόκρουση του Νάιτζελ Φάρατζ και των δυνάμεων που επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Σύμφωνα με τη λογική αυτή, κάθε εσωτερική σύγκρουση αποδυναμώνει τη συλλογική προσπάθεια και μετατοπίζει την προσοχή από τον βασικό πολιτικό αντίπαλο. Η μάχη, όπως τη θέτει ο ίδιος, δεν είναι μεταξύ στελεχών των Εργατικών, αλλά μεταξύ πολιτικών σχεδίων για το μέλλον της χώρας.
Αναφερόμενος στην αναταραχή εντός του ίδιου του κόμματος, δήλωσε: «Ναι, υπάρχει μια μάχη, αλλά αυτή η μάχη είναι με το Reform, και όλοι πρέπει να σταθούμε ενωμένοι για να την δώσουμε, συμμετέχοντας ο καθένας στο δικό του κομμάτι της προσπάθειας. «Πιστεύω ότι όλοι οι Εργατικοί, όλοι οι βουλευτές των Εργατικών, θέλουν να συμμετέχουν σε αυτή τη μάχη, θέλουν να πολεμήσουν στο πλευρό όλων των συναδέλφων τους σε μία αναμέτρηση που έχει τεράστια σημασία για το μέλλον της χώρας μας».
Σε ένα ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον έντονης ρευστότητας, η εσωκομματική αυτή αναταραχή στους Εργατικούς συνυπάρχει με μετακινήσεις και ανακατατάξεις στο αντίπαλο «στρατόπεδο». Η Σουέλα Μπράβερμαν -πρώην υπουργός Εσωτερικών επί Τρας και Σούνακ που και στις δύο περιπτώσεις δεν μακροημέρευσε-, έγινε η τρίτη εν ενεργεία βουλευτής των Συντηρητικών που αποχωρεί για να ενταχθεί στο Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ σε διάστημα 11 ημερών, ανεβάζοντας τον αριθμό των βουλευτών του κόμματος σε οκτώ.
Οι Τόρις δέχθηκαν κύμα επικρίσεων χθες όταν αρχικά εξέδωσαν ανακοίνωση στην οποία έκαναν αναφορά σε προβλήματα ψυχικής υγείας της Σουέλα Μπράβερμαν, πριν ακολουθήσει διόρθωση και μιλήσουν περί «προσχεδίου» που δημοσιοποιήθηκε από λάθος. Στην αρχική διατύπωση υποστηριζόταν ότι η αποχώρηση ήταν «ζήτημα χρόνου» και ότι το κόμμα «είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να φροντίσει την ψυχική της υγεία», ενώ ήταν «προφανώς δυσαρεστημένη».
Σε συγκέντρωση του Reform στο Λονδίνο, η Μπράβερμαν ανακοίνωσε ότι παραιτήθηκε από την κομματική της ιδιότητα μετά από 30 χρόνια (ήταν και μεταξύ των υποψήφιων διεκδικητών της ηγεσίας των Τόρις το 2022) και ότι τώρα νοιώθει πως «επιστρέφει στο σπίτι». Χαρακτήρισε τη Βρετανία «διαλυμένη» και την μετανάστευση «εκτός ελέγχου», καλώντας σε «ανασυγκρότηση» της χώρας. Πέραν των τεσσάρων εν ενεργεία βουλευτών που έχουν αποσκιρτήσει στο Reform, περίπου 20 πρώην βουλευτές των Τόρις βρίσκονται σήμερα στους κόλπους της ακροδεξιάς του Φάρατζ.
