Ο Μάρκο Ρούμπιο στο βήμα της Διάσκεψης για την Ασφάλεια στο Μόναχο, 14 Φεβρουαρίου 2026
Μόναχο: Οι δύο όψεις της Αμερικής και στη μέση η Ευρώπη
AP Photo/Alex Brandon, Pool
AP Photo/Alex Brandon, Pool
Ο Μάρκο Ρούμπιο στο βήμα της Διάσκεψης για την Ασφάλεια στο Μόναχο, 14 Φεβρουαρίου 2026

Μόναχο: Οι δύο όψεις της Αμερικής και στη μέση η Ευρώπη

Ενόσω ο Μάρκο Ρούμπιο αποκρυστάλλωνε από το βήμα του Μονάχου το δόγμα της εποχής Τραμπ 2.0 και τις βάσεις στις οποίες θέτει τη διατλαντική σχέση -μακράν σε διαφορετικό τόνο από το προσβλητικό, επιθετικό «κήρυγμα» του Τζέι Ντι Βανς στην Ευρώπη αλλά επί της ουσίας εκφράζοντας τον ίδιο ιδεολογικό πυρήνα- στελέχη των Δημοκρατικών επιχειρούσαν στα παράλληλα πάνελ της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και με δηλώσεις στον Τύπο να εκπέμψουν μηνύματα καθησυχασμού προς τις ευρωπαϊκές ηγεσίες που κινούνται πλέον σε μια λογική τύπου «de-risking» από τις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Πολλές οι «διαγνώσεις» και οι αποχρώσεις των εκτιμήσεων για τη βαρυσήμαντη ομιλία του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Μάρκο Ρούμπιο· κοινή συνισταμένη ωστόσο πως εάν η ομιλία Βανς πέρυσι ήταν η στιγμή που η διατλαντική σχέση άλλαξε πρόσημο και τροχιά, αυτή ήταν η απόλυτη επισφράγιση πως η φύση της συμμαχίας Ευρώπης-ΗΠΑ και το μεταψυχροπολεμικό σύστημα ασφαλείας, όπως το γνωρίζαμε, έχουν παρέλθει.

Υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες «προτιμούν» και «εύχονται» πως η Ευρώπη θα ακολουθήσει τη δική τους διαδρομή -από την εθνική ασφάλεια και άμυνα, την εθνική -και πολιτισμική- ταυτότητα και τα (κλειστά) σύνορα, το τέλος της εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας σε πολυμερείς θεσμούς, το εμπόριο και την οικονομία, έως τα ορυκτά καύσιμα και τις πολιτικές για το κλίμα. Αν όχι, δεν θα την περιμένουν, ξεκαθάρισε ο Μάρκο Ρούμπιο. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι «παιδί» της Ευρώπης και «ανήκουν μαζί» επισήμανε, προτάσσοντας τους δεσμούς -την κοινή πολιτισμική κληρονομιά, την ιστορία και τη χριστιανική θρησκεία- και αναγνωρίζοντας την αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο ηπείρων. Τα επιθετικά λόγια Βανς περί «πολιτισμικής παρακμής» της Ευρώπης, συνοδεία της απαίτησης να αρθούν τα τείχη κατά της Άκρας Δεξιάς, έγιναν από τα χείλη Ρούμπιο εκδήλωση βαθιάς «ανησυχίας» των ΗΠΑ για τη μοίρα της Ευρώπης. Στην οποία Ευρώπη, η Ουάσινγκτον κατέστησε σαφές στο Μόναχο πώς οριοθετεί η προεδρία Τραμπ τη διατλαντική σχέση -πάνω σε ποιους ιδεολογικούς άξονες και υπό ποιες προϋποθέσεις- και ότι θέλει την Ευρώπη να συμβαδίσει με τη νέα διεθνή τάξη που οικοδομεί ο Λευκός Οίκος.

Διπλωμάτης ο Μάρκο Ρούμπιο, διπλωματικά και τα λόγια του, στη Διάσκεψη του Μονάχου, γεγονός «καλοδεχούμενο» για την ευρωπαϊκή πλευρά έστω και αν οι αυταπάτες έχουν καταρριφθεί βίαια και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά στον καθρέφτη των δικών της ευθυνών: γιατί επαναπαύτηκε και αφέθηκε να εξαρτηθεί σε τέτοιο βαθμό αμυντικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες - γιατί τελούσε σε καθεστώς ύπνωσης ενώ τα σημάδια ήταν εκεί - γιατί δεν «έτρεξε» όσο έπρεπε την ανταγωνιστικότητα, την οικονομία και τις διεθνείς συμπράξεις της - και πώς και με ποιους εταίρους, «συμβατούς» και μη, θα θωρακιστεί αμυντικά σε καιρούς τεκτονικών γεωπολιτικών μετατοπίσεων και με τον πόλεμο στην Ουκρανία να συμπληρώνει τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Και με τους Ευρωπαίους ηγέτες να πρέπει να σταθμίσουν, εν μέσω όλων, και την άνοδο της Άκρας Δεξιάς των… μαγικών λύσεων.

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τις δικές της διαιρέσεις και τα δικά της ιστορικά στοιχήματα στο πεδίο της στρατηγικής αυτονομίας και της ενοποίησης, γεγονός που κατέστη σαφές στις ομιλίες αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων στο λεγόμενο «Νταβός της Ασφάλειας». Αναγνωρίζεται αναμφίβολα ότι παρά το ρήγμα ή τη ρήξη και τη διεθνή τάξη με κανόνες που υποχωρεί, η συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διαφυλαχθεί, αλλά ταυτόχρονα έχει ανοίξει ο δρόμος προς «de-risking» από τις ΗΠΑ, όρος ταυτισμένος μέχρι σήμερα με τη στρατηγική μείωση της εξάρτησης από την Κίνα ή από τη ρωσική ενέργεια.

Το Μόναχο δεν έφερε όμως μόνο σε πρώτο πλάνο τα ιστορικά διακυβεύματα για την Ευρώπη, αλλά και τις δύο όψεις της ίδιας της Αμερικής που σε οκτώ μήνες από σήμερα θα προσέρχεται στις κάλπες των εξαιρετικά κρίσιμων προεδρικών εκλογών για το Κογκρέσο.

Επιδιώκοντας να στείλουν ηχηρά και καθησυχαστικά μηνύματα τόσο στην Ευρώπη, όσο και στους ίδιους τους Αμερικανούς, στις εργασίες της Διάσκεψης για την Ασφάλεια παρέστησαν στελέχη και εκλεγμένοι αξιωματούχοι των Δημοκρατικών, οι περισσότεροι εκ των οποίων τρέφουν προεδρικές φιλοδοξίες. Ανάμεσά τους, ο πλέον προβεβλημένος κυβερνήτης της Καλιφόρνια Γκάβιν Νιούσομ, η βουλευτής της Νέας Υόρκης Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, ο γερουσιαστής της Αριζόνα Μαρκ Κέλι, η κυβερνήτης του Μίσιγκαν Γκρέτσεν Ουίτμερ, η πρώην υπουργός Εμπορίου Τζίνα Ραϊμόντο, καθώς και οι γερουσιαστές Κρις Μέρφι, Έλισα Σλότκιν και Ρούμπεν Γκαγιέγο.

Να δουν τον Τραμπ ως «παρένθεση» στη διαχρονική πορεία της αμερικανικής Δημοκρατίας και ως παροδική εκτροπή στη διατλαντική σχέση κάλεσε ευθέως ο Γκάβιν Νιούσομ, επιχειρώντας από το Μόναχο να αποκρούσει την πεποίθηση που εδραιώνεται στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι η Ουάσινγκτον έχει μεταβληθεί δομικά και μη αναστρέψιμα. Ο κυβερνήτη της Καλιφόρνιας, που αναμένεται ευρέως ότι θα διεκδικήσει το χρίσμα των Δημοκρατικών για το 2028, τόνισε πως ο Ντόναλντ Τραμπ «θα μετρηθεί σε χρόνια, όχι σε δεκαετίες», προβλέποντας βαριές απώλειες των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου και θεσμικά αντίβαρα που θα περιορίσουν τις εξουσίες του Λευκού Οίκου, μεταξύ άλλων στο πεδίο της εμπορικής πολιτικής και των δασμών. 

Η πολιτική Τραμπ, υπογράμμισε, δεν εκφράζει διαχρονικές αμερικανικές αξίες, καλώντας τους Ευρωπαίους να διατηρήσουν σταθερές εταιρικές σχέσεις με επιμέρους πολιτείες και περιφέρειες των ΗΠΑ -όπως η Καλιφόρνια- σε μια «περίοδο αστάθειας», όπως επισήμανε, για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε μια αποστροφή που προκάλεσε χειροκροτήματα, ο Νιούσομ σημείωσε ότι οι επιθετικές κινήσεις και η αμφισβήτηση της διατλαντικής συμμαχίας από τον Τραμπ -από την απειλή προσάρτησης της Γροιλανδίας έως τους τιμωρητικούς δασμούς και την υπονόμευση του ΝΑΤΟ- λειτούργησαν παραδόξως ως καταλύτης ευρωπαϊκής σύγκλισης. «Ίσως αυτή να είναι η μία συμβολή του Ντόναλντ Τραμπ», είπε, εκτιμώντας ότι η Ευρώπη εμφανίζεται σήμερα πιο ενωμένη απ’ ό,τι εδώ και χρόνια. Στην ίδια λογική, υποστήριξε ότι η αμερικανική διαχείριση των διεθνών σχέσεων επί Τραμπ έχει καταστήσει τις ΗΠΑ πιο απομονωμένες και αδύναμες σε σχέση με το παρελθόν, σε αντίθεση με την εικόνα ισχύος που προβάλλει η κυβέρνηση.

Ο κυβερνήτης της Καλιφόρνια μίλησε για επίδειξη ευρωπαϊκής ενότητας στο Μόναχο, εκτιμώντας ότι η αποφασιστικότητα των Ευρωπαίων αναγκάζει ακόμη και την κυβέρνηση Τραμπ να προσαρμόσει τη ρητορική της, όπως κατ’ αυτόν φάνηκε και στην ομιλία Ρούμπιο περί «ανήκειν μαζί» ΗΠΑ και Ευρώπης. «Η επιτυχία της Ευρώπης είναι επιτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών - υπάρχει αλληλεξάρτηση», σημείωσε, επιμένοντας ότι η διατλαντική σχέση δεν έχει καταρρεύσει αλλά βρίσκεται σε «χειμερία νάρκη»: «Δεν είναι νεκρή, είναι αδρανής· ίσως χρειαστεί να κοιμάστε με το ένα μάτι ανοιχτό».

Παράλληλα, ο Νιούσομ αναγνώρισε ότι μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών ελίτ αντιλαμβάνεται πλέον τις ΗΠΑ ως παράγοντα αποδόμησης και μη αξιόπιστο εταίρο, με αρκετούς να θεωρούν τη ρήξη μη αναστρέψιμη. Ο ίδιος επέμεινε ότι η σχέση μπορεί να αποκατασταθεί. Στο Μόναχο ο ίδιος κινήθηκε σε διαφορετικό τόνο συγκριτικά με την παρουσία του στο Φόρουμ του Νταβός, όσο ήταν «ανοιχτό» το ζήτημα της Γροιλανδίας· εκεί, κατακεραύνωσε τους Ευρωπαίους ηγέτες ότι δεν αντιπαρατίθενται με σθένος απέναντι στον Τραμπ, γεγονός που προκάλεσε ενόχληση.

Σε αντίστοιχο μήκος κύματος καθησυχασμού κινήθηκαν και άλλοι Δημοκρατικοί αξιωματούχοι στο Μόναχο, τονίζοντας τη θεσμική ανθεκτικότητα της αμερικανικής Δημοκρατίας και τη διαχρονική προσήλωση μεγάλου τμήματος του πολιτικού συστήματος στη διατλαντική συμμαχία. Υπογράμμισαν ότι το Κογκρέσο, οι πολιτείες και η κοινωνία των πολιτών εξακολουθούν να λειτουργούν ως αντίβαρα σε μια εξωτερική πολιτική που θεωρούν παρεκκλίνουσα, ενώ επανέλαβαν πως η στρατηγική σχέση με την Ευρώπη παραμένει θεμέλιο της αμερικανικής ασφάλειας. Με έμφαση στην Ουκρανία, αρκετοί Δημοκρατικοί επισήμαναν ότι η δικομματική στήριξη προς την Ουκρανία δεν έχει εκλείψει και ότι η ευρωπαϊκή άμυνα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη βορειοατλαντική αρχιτεκτονική. Στην ομιλία Ρούμπιο δεν έγιναν αναφορές στη Ρωσία.

Την ίδια στιγμή, άλλοι παριστάμενοι Δημοκρατικοί προέβαλαν την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας όχι ως υποκατάστατο αλλά ως συμπλήρωμα του ΝΑΤΟ, επιχειρώντας να γεφυρώσουν το χάσμα εμπιστοσύνης που έχει ανοίξει. Έκαναν λόγο για «κύκλο αναπροσαρμογής» στη διατλαντική σχέση, όπου η Ευρώπη οφείλει να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος ασφάλειας, ενώ οι ΗΠΑ -μετά την «παρένθεση» Τραμπ ως την αποκάλεσαν- μπορούν να επανέλθουν σε πιο πολυμερή γραμμή.

Η προοδευτική Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, πολιτική κληρονόμος του ρεύματος Σάντερς, βρέθηκε ωστόσο στο Μόναχο αντιμέτωπη με τα όρια της εμπειρίας της. Η παρουσία της είχε προβληθεί από το επιτελείο της ως διεθνές ντεμπούτο μιας πολιτικού μέχρι σήμερα επικεντρωμένης στην εσωτερική αμερικανική σκηνή. Συμμετείχε αρχικά σε στρογγυλή τράπεζα για τον λαϊκισμό, χωρίς ιδιαίτερη απήχηση· όμως ακόλουθη δημόσια συζήτηση ανέδειξε σοβαρές αδυναμίες, οδηγώντας το γραφείο της να περιορίσει την έκθεσή της στα μέσα και στο πρόγραμμα της Διάσκεψης.

Το επίμαχο ζήτημα ήταν η Ταϊβάν -κομβικό σημείο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και των σχέσεων Ουάσινγκτον-Πεκίνου. Ερωτηθείσα αν θα στήριζε αποστολή αμερικανικών στρατευμάτων σε περίπτωση κινεζικής εισβολής, η αμηχανία ήταν τόσο εμφανής που προκάλεσε επικρίσεις και ανέδειξε την μεγάλη αδυναμία της σε ένα από τα πλέον καθοριστικά γεωπολιτικά ζητήματα της εποχής. Η Οκάσιο-Κορτέζ εν τέλει παρέπεμψε αόριστα στη «μακροχρόνια πολιτική» των ΗΠΑ και εξέφρασε την ελπίδα «να μη φτάσουμε ποτέ εκεί». Η εικόνα μιας πολιτικού σε μετάβαση -από τη ρητορική για τη μεσαία τάξη και απέναντι στις ελίτ που διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική διεθνή τάξη στην απαιτητική σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής- αποτυπώθηκε και στο γεγονός ότι ο σύμβουλός της σε θέματα εξωτερικής πολιτικής (και πρώην σύμβουλος του ίδιου του Σάντερς) παρέμεινε στο Μόναχο μετά την πρόωρη αποχώρηση της ίδιας.

Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, πάντως, το πολιτικό κλίμα εμφανίζεται ευνοϊκότερο για τους Δημοκρατικούς. Η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ καταγράφει σοβαρή κάμψη, ενώ το κόμμα διαβλέπει ρεαλιστική προοπτική ανάκτησης της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.