Στο Ιράν η θρησκεία εξακολουθεί να αποτελεί θεμελιώδη άξονα της δημόσιας ζωής, όχι μόνο ως στοιχείο πολιτισμικής ταυτότητας αλλά και ως οργανωτική αρχή της πολιτικής τάξης. Η κυρίαρχη ομάδα του Ισλάμ είναι οι σιίτες, οι οποίοι διαμόρφωσαν ιστορικά τη φυσιογνωμία του κράτους και εξακολουθούν να προσδίδουν θεολογική νομιμοποίηση στους θεσμούς εξουσίας.
Παράλληλα, στο εσωτερικό της κοινωνίας συνυπάρχουν και άλλες μουσουλμανικές παραδόσεις, καθώς και θρησκευτικές κοινότητες, οι οποίες αποτελούν κατάλοιπα ιστορικών περιόδων της περσικής επικράτειας. Στο μωσαϊκό αυτό προστίθενται και κοινότητες των οποίων η θρησκευτική ταυτότητα δεν εντάσσεται εύκολα στο θεσμικό πλαίσιο αναγνώρισης αυξάνοντας την πολυπλοκότητα της θρησκευτικής πραγματικότητας της χώρας.
Ωστόσο, η θρησκευτική εικόνα του Ιράν δεν περιορίζεται σε απλή καταγραφή δογμάτων και κοινοτήτων. Η κοινωνία βιώνει αργή αλλά αισθητή μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο νοείται η σχέση πίστης και δημόσιας ζωής. Η παραδοσιακή θρησκευτική ταυτότητα ακόμη αποτελεί ισχυρό σημείο αναφοράς, όμως παράλληλα αναδύονται νέες μορφές ατομικής θρησκευτικότητας, σκεπτικισμού και πολιτισμικής αναζήτησης, αναδεικνύοντας στοιχεία ιδιότυπου πολιτισμικού εθνικισμού με αφετηρία την προϊσλαμική περσική ιστορία. Ως αποτέλεσμα στο θρησκευτικό τοπίο η θεολογική παράδοση, η πολιτική δομή και οι κοινωνικές μεταβολές συνυπάρχουν σε μια διαρκή διαδικασία επαναπροσδιορισμού.
Επομένως, η πιθανότητα θρησκευτικού εμφυλίου πολέμου στο Ιράν θεωρείται περιορισμένη, αν και η θρησκευτική διάσταση δεν απουσιάζει από τις εσωτερικές εντάσεις. Σε ορισμένες περιφερειακές περιοχές, όπου κατοικούν σουνιτικές ή άλλες θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες, υπάρχουν παράγοντες δυνητικής αστάθειας συνδεόμενοι με ζητήματα πολιτικής εκπροσώπησης, κοινωνικής περιθωριοποίησης και γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Οι εντάσεις αυτές, εφόσον συνδυαστούν με σοβαρή πολιτική κρίση ή αποδυνάμωση του κρατικού μηχανισμού, θα μπορούσαν θεωρητικά να αποκτήσουν και θρησκευτικό χαρακτήρα.
Πιο ρεαλιστικό ενδεχόμενο, ωστόσο, θεωρείται όχι ο θρησκευτικός εμφύλιος, αλλά μια πολιτικοκοινωνική σύγκρουση γύρω από τον ρόλο της θρησκείας στο κράτος.
Όχι αντιπαράθεση μεταξύ διαφορετικών θρησκειών, αλλά μεταξύ της κυρίαρχης θεοκρατικής πολιτικής τάξης και τμημάτων της κοινωνίας που επιδιώκουν διαφορετική σχέση ανάμεσα στη θρησκευτική παράδοση και τη δημόσια εξουσία.
Επίσης, περιορισμένη είναι και η πιθανότητα θρησκευτικού πολέμου μεταξύ Ιρανών σιιτών και σουνιτών γειτόνων, αν και η ένταση μεταξύ τους αποτελεί διαρκή παράγοντα αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Η αντιπαράθεση σιιτών και σουνιτών εκδηλώνεται κυρίως μέσω πολιτικών και γεωπολιτικών ανταγωνισμών, όχι ως άμεση διακρατική «θρησκευτική σταυροφορία». Η αντιπαράθεση αυτή έχει ήδη εκφραστεί έμμεσα σε διάφορα πεδία σύγκρουσης της Μέσης Ανατολής, όπου αντίπαλες δυνάμεις στηρίζονται από διαφορετικά περιφερειακά κέντρα ισχύος.
Ωστόσο, οι συγκρούσεις έχουν περισσότερο χαρακτήρα γεωπολιτικού ανταγωνισμού διά αντιπροσώπων παρά θεολογικού πολέμου. Πιθανότερο σενάριο παραμένει η συνέχιση του έμμεσου ανταγωνισμού, στον οποίο η θρησκευτική ταυτότητα χρησιμοποιείται ως στοιχείο κινητοποίησης, αλλά δεν είναι ο μοναδικός ή καθοριστικός παράγοντας σύγκρουσης.
Αντίθετα, υψηλότατες πιθανότητες διάχυσης ισλαμιστικής βίας λόγω του πολέμου στο Ιράν συγκεντρώνει μία από τις πλέον χαρακτηριστικές μορφές τρομοκρατίας: οι «μοναχικοί λύκοι». Αυτοί ενεργούν αυτόνομα συνήθως χωρίς άμεση επιχειρησιακή καθοδήγηση, αν και ιδεολογικά εμπνεόμενοι από ευρύτερα δίκτυα ριζοσπαστικής προπαγάνδας. Η δράση τους βασίζεται στην αρχή της αποκεντρωμένης τρομοκρατίας: η βία μεταφέρεται από την οργανωμένη δομή στο άτομο, το οποίο μετατρέπεται σε φορέα ιδεολογικής σύγκρουσης.
Η στοχοθεσία τέτοιων επιθέσεων χαρακτηρίζεται από συμβολικό χαρακτήρα. Δημόσιοι χώροι, συγκεντρώσεις πολιτών ή θεσμικά σύμβολα επιλέγονται όχι λόγω στρατηγικής σημασίας αλλά για τη δυνατότητα πρόκλησης κοινωνικού φόβου και ευρείας δημοσιότητας.
Η ακραία ισλαμιστική ιδεολογία λειτουργεί ως ερμηνευτικό πλαίσιο που μετατρέπει προσωπικές ματαιώσεις ή κοινωνικά αδιέξοδα σε αντιληπτή «αποστολή». Η τρομοκρατία των μουσουλμάνων «μοναχικών λύκων» δεν αποτελεί απλώς επιχειρησιακή τακτική, αλλά φαινόμενο που συνδέεται με διαδικασίες ψηφιακής ριζοσπαστικοποίησης, ιδεολογικής απλούστευσης και ατομικής ψυχολογικής κινητοποίησης, καθιστώντας την ιδιαίτερα δύσκολη στην πρόβλεψη και πρόληψη.
Η Ευρώπη και ειδικά η Ελλάδα οφείλουν να είναι έτοιμες για την αποτροπή πολύνεκρων ισλαμιστικών τρομοκρατικών επιθέσεων, όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 στο Σίδνεϊ, με 16 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες.
* Ο Μιχάλης Μαριόρας είναι Καθηγητής Ιστορίας Θρησκευμάτων στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ).
