Το Ιράν μοιάζει να βρίσκεται μπροστά σε μια από εκείνες τις ιστορικές στιγμές που δύσκολα αποτυπώνονται πλήρως όσο εκτυλίσσονται. Οι δρόμοι δεν θυμίζουν ακόμη επανάσταση, όμως το στυγνό θεοκρατικό καθεστώς δείχνει πιο ευάλωτο από ποτέ, σε ένα σκηνικό εσωτερικής πίεσης, αβεβαιότητας και ίσως απρόβλεπτων εξωτερικών παρεμβάσεων.
Το καθεστώς των μουλάδων θεωρείται ευρέως ότι βρίσκεται στο πιο αδύναμο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα εσωτερική κοινωνική αναταραχή και ένα δραματικά μεταβαλλόμενο περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον. Δίνεται η αίσθηση ότι το καθεστώς δέχεται πλήγματα σε όλα τα μέτωπα και στη σύνθετη αυτή εξίσωση προστίθεται ένας παράγοντας που δεν υπήρχε σε προηγούμενα κύματα αναταραχής: οι ανοιχτές και επαναλαμβανόμενες απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για πιθανή αμερικανική ανάμειξη, εφόσον οι μουλάδες καταφύγουν σε μαζική και αιματηρή καταστολή. Πρόκειται για ένα νέο στοιχείο που αλλάζει τους υπολογισμούς τόσο της Τεχεράνης όσο και της κοινωνίας που διαδηλώνει.
Ανεξαρτήτως εάν οι απειλές Τραμπ μετατραπούν σε οποιουδήποτε είδους πράξεις, η αναβίωση της στρατηγικής «μέγιστης πίεσης» εκ μέρους του Αμερικανού προέδρου, και κυρίως η σειρά αμερικανικών και ισραηλινών ενεργειών, έχουν ήδη καταδείξει ότι η απειλή χρήσης ισχύος δεν αποτελεί απλώς ρητορικό εργαλείο. Για ένα καθεστώς που έχει συνηθίσει να επιβιώνει μέσα από την καταστολή και τη γεωπολιτική ανθεκτικότητα διά της εξαγωγής τρομοκρατίας, το νέο αυτό περιβάλλον μοιάζει ασφυκτικό.
Οι διαδηλώσεις που εκδηλώθηκαν αρχικά στο Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης και εξαπλώθηκαν ταχύτατα σε ολόκληρη τη χώρα καταγράφονται ως οι μεγαλύτερες των τελευταίων ετών, χωρίς ωστόσο -τουλάχιστον προς το παρόν- να διαθέτουν την ορμή, την ένταση και τη συνοχή που θα καθιστούσαν άμεση την πτώση του καθεστώτος. Δεν έχουν τη μαζικότητα και το συμβολικό φορτίο της εξέγερσης του 2022-23 μετά τον θάνατο της Μαχσά Αμινί, ούτε έχουν αποκτήσει σαφή οργανωτική δομή ή ενιαία ηγεσία. Ωστόσο, αυτό που τις καθιστά δυνητικά πιο επικίνδυνες για το καθεστώς είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνονται: ένα κράτος οικονομικά εξαντλημένο, γεωπολιτικά αποδυναμωμένο και πολιτικά στριμωγμένο με περιορισμένα περιθώρια ελιγμών, και έναν ανώτατο ηγέτη στα 86 του χρόνια να βρίσκεται αντιμέτωπος με το πιο αβέβαιο κεφάλαιο της μακράς του διακυβέρνησης. Αυτός ο συνδυασμός κάνει ακόμη και διαδηλώσεις περιορισμένης δυναμικής δυνητικά πιο επικίνδυνες για το σύστημα, καθώς θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης αλυσιδωτών εξελίξεων - εξ ου και τα δημοσιεύματα περί σχεδίων διαφυγής του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στη Μόσχα εάν και εφόσον η κατάσταση τεθεί εκτός ελέγχου.
Η αφετηρία ήταν καθαρά οικονομική. Η κατάρρευση του ριάλ, ο καλπάζων πληθωρισμός, η εκτίναξη του κόστους ζωής και η διάχυτη αίσθηση ότι η καθημερινότητα γίνεται αβίωτη οδήγησαν εμπόρους, καταστηματάρχες και εργαζομένους στους δρόμους. Το κύμα διαμαρτυριών ξεκίνησε από τους ανέκαθεν προσκείμενους στο ίδιο το καθεστώς εμπόρους στο Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης, παραδοσιακό βαρόμετρο κοινωνικής δυσαρέσκειας, και εξαπλώθηκε ταχύτατα σε περισσότερες από 270 τοποθεσίες, σε 27 από τις 31 επαρχίες της χώρας, αγγίζοντας μεγάλες πόλεις, πανεπιστήμια αλλά και μικρότερα αστικά κέντρα. Πολύ σύντομα, τα οικονομικά αιτήματα άρχισαν να συγχωνεύονται με πολιτικά συνθήματα, που αμφισβητούν ευθέως τον ίδιο τον πυρήνα της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Τουλάχιστον 36 άνθρωποι φέρονται να έχουν χάσει τη ζωή τους, ανάμεσά τους τέσσερα παιδιά, ενώ περισσότεροι από 1.200 έχουν συλληφθεί, σύμφωνα με οργανώσεις προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που καταγγέλλουν «αδιάκριτη στοχοποίηση αμάχων». Στο κέντρο της Τεχεράνης, οι δυνάμεις ασφαλείας έκαναν χρήση δακρυγόνων εναντίον διαδηλωτών που πραγματοποιούσαν καθιστική διαμαρτυρία στο Παζάρι, ενώ αναφέρονται εκτεταμένες βιαιοπραγίες και συλλήψεις. Ταυτόχρονα, το καθεστώς δείχνει ότι επιχειρεί να αποφύγει μια γενικευμένη αιματηρή καταστολή, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πυροκροτητής ανεξέλεγκτων εξελίξεων. Επισήμως, οι Αρχές κάνουν λόγο για «θεμιτές διαμαρτυρίες» όσον αφορά την κατάσταση της οικονομίας με υποσχέσεις για διάλογο, την ώρα που υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι εμφανίζονται προσχηματικά να διαχωρίζουν τους «ειρηνικούς διαδηλωτές» από τους «ταραξίες». Χαρακτηριστική η αναφορά του αρχηγού της αστυνομίας, Αχμαντρεζά Ραντάν, ο οποίος λέει ότι όσοι «παρασύρθηκαν από ξένες μυστικές υπηρεσίες» έχουν ακόμη χρόνο να «μετανοήσουν», ενώ παράλληλα προειδοποίησε ότι οι δυνάμεις του θα «'κανονίσουν' και τον τελευταίο ταραξία».
Η διττή αυτή προσέγγιση εντάσσεται στη στρατηγική του προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν, ο οποίος επιχειρεί να εμφανιστεί ως παράγοντας εκτόνωσης. Η ρητορική του είναι εμφανώς πιο κατευναστική σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις, με αναφορές στην ανάγκη κατανόησης των κοινωνικών δυσκολιών και στην αναζήτηση λύσεων. Πρόκειται, ωστόσο, για μια προσέγγιση με σαφή όρια. Το πραγματικό κέντρο εξουσίας παραμένει στον ανώτατο ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και στους μηχανισμούς ασφαλείας, με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και τις διαβόητες πολιτοφυλακές Μπασίτζ να αποτελούν τον βασικό πυλώνα καταστολής. Όσο αυτές οι δομές παραμένουν συμπαγείς και πιστές -που παραμένουν-, η ανατροπή του καθεστώτος δεν είναι άμεσο ενδεχόμενο. Συνεπώς, το μήνυμα είναι σαφές: διάλογος μέχρι ενός σημείου, η γνώριμη άγρια καταστολή αν χρειαστεί.
Η συγκυρία πάντως μέσα στην οποία έχουν ξεσπάσει οι διαδηλώσεις διαφέρει από κάθε άλλη. Τα τελευταία δύο χρόνια, το Ιράν έχει υποστεί μια σειρά από στρατηγικά πλήγματα που έχουν αποδιαρθρώσει το προσεκτικά χτισμένο σύστημα ισχύος του. Ο πόλεμος των 12 ημερών με το Ισραήλ αποτέλεσε σημείο καμπής, καταλήγοντας σε άμεση αμερικανική εμπλοκή και αεροπορικά πλήγματα σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις και καταρρίπτοντας πλήρως το αφήγημα περί άτρωτου καθεστώτος. Η άμυνα, οι στρατιωτικές υποδομές και το πυρηνικό πρόγραμμα αποδυναμώθηκαν βαριά. Παράλληλα, η πτώση του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία στέρησε από την Τεχεράνη έναν κρίσιμο σύμμαχο και τον στρατηγικό χερσαίο διάδρομο προς τη Μεσόγειο, ενώ τα ισραηλινά πλήγματα στη Χεζμπολάχ αποδυνάμωσαν καθοριστικά τον πιο ισχυρο περιφερειακό της βραχίονα.
Στο διεθνές πεδίο, οι επιλογές της Τεχεράνης στενεύουν. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, θεωρούνται από πολλούς ως έμμεσο μήνυμα και προς το Ιράν, το οποίο είχε επενδύσει σε σύνθετα δίκτυα συνεργασίας με τη Ρωσία και αγορές που συνδέονται με την Κίνα για να παρακάμπτει τις κυρώσεις και να διοχετεύει έσοδα από το πετρέλαιο. Η αποδιάρθρωση αυτών των δικτύων αυξάνει δραματικά την οικονομική πίεση, σε μια στιγμή που το εσωτερικό μέτωπο βράζει.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι προειδοποιήσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ είναι «locked and loaded» και ότι θα παρέμβουν αν το Ιράν «δολοφονήσει βίαια ειρηνικούς διαδηλωτές», αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Τέτοιου είδους άμεσες απειλές από εν ενεργεία Αμερικανό πρόεδρο, την ώρα που διαδηλώσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, είναι κάτι το πρωτοφανές και μπορεί να λειτουργήσουν διττά: να ενθαρρύνουν μέρος των διαδηλωτών, αλλά ταυτόχρονα ενισχύουν το αφήγημα του καθεστώτος περί ξένης συνωμοσίας, οδηγώντας σε αυξημένη επαγρύπνηση και σκληρότερη στάση των μηχανισμών ασφαλείας.
Σύμφωνα με ανάλυση του Foreign Policy, που υπογράφουν οι Σαΐντ Γκολκάρ και Τζέισον Μ. Μπρόντσκι, το νέο κύμα διαμαρτυριών παρουσιάζει τόσο συνέχειες όσο και κρίσιμες διαφορές σε σχέση με το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» του 2022. Τότε, η εξέγερση πυροδοτήθηκε από μια κοινωνική και ηθική κρίση, με επίκεντρο τα δικαιώματα των γυναικών και την αξιοπρέπεια. Σήμερα, η σπίθα είναι οικονομική, αλλά το αποτέλεσμα βαθιά πολιτικό. Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι το κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί από τη μεταρρύθμιση στην ανοιχτή αμφισβήτηση του καθεστώτος, ενώ καταγράφουν μια αξιοσημείωτη διεύρυνση των κοινωνικών ομάδων που συμμετέχουν, από εμπόρους και φοιτητές έως εργάτες και μειονότητες. Επισημαίνουν, επίσης, τη σημασία του διεθνούς περιβάλλοντος: η επιστροφή του Τραμπ, η αυξημένη οικονομική πίεση και η αποδυνάμωση των περιφερειακών συμμάχων του Ιράν καθιστούν την παρούσα συγκυρία πιο επικίνδυνη για την Τεχεράνη.
Σύμφωνα με ανάλυση στο Foreign Policy, που συνυπογράφουν οι Σαΐντ Γκολκάρ και Τζέισον Μ. Μπρόντσκι, το νέο κύμα διαμαρτυριών συνδυάζει στοιχεία συνέχειας και ρήξης σε σχέση με το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» του 2022 2022. Τότε, η εξέγερση είχε ως πυρήνα μια κοινωνική και ηθική κρίση, με επίκεντρο τα δικαιώματα των γυναικών και την αξιοπρέπεια. Σήμερα, η σπίθα είναι οικονομική, αλλά το αποτέλεσμα βαθιά πολιτικό. Το κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί από τις μεταρρυθμίσεις στην ανοιχτή αμφισβήτηση του καθεστώτος, ενώ καταγράφεται μια αξιοσημείωτη διεύρυνση των κοινωνικών ομάδων που συμμετέχουν, από εμπόρους και φοιτητές έως εργάτες και μειονότητες. To διεθνές περιβάλλον είναι παράλληλα σαφώς πολύ πιο εχθρικό για την Τεχεράνη, με την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ, την αναβίωση της «μέγιστης πίεσης» και την αποδυνάμωση των περιφερειακών συμμάχων της.
Ο Σαΐντ Γκολκάρ είναι ανώτερος σύμβουλος στον οργανισμό United Against Nuclear Iran και αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Τενεσί στην Τσατανούγκα, με εξειδίκευση στην πολιτική κοινωνιολογία του Ιράν, τους μηχανισμούς καταστολής και τις δυναμικές των κοινωνικών κινημάτων στην Ισλαμική Δημοκρατία. Ο Τζέισον Μ. Μπρόντσκι είναι διευθυντής πολιτικής στο United Against Nuclear Iran, όπου ασχολείται με τη χάραξη στρατηγικής ανάλυσης για το ιρανικό καθεστώς, το πυρηνικό του πρόγραμμα και τις σχέσεις της Τεχεράνης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δύση.
Από την πλευρά του, ο Ρέι Τακέι, ανώτερος ερευνητής στο Council on Foreign Relations και μία από τις πιο έγκυρες φωνές στις ΗΠΑ όσον αφορά ζητήματα Ιράν και Μέσης Ανατολής, υιοθετεί μια πιο συγκρατημένη προσέγγιση. Αναγνωρίζει ότι το καθεστώς βρίσκεται σε μία από τις πιο δύσκολες φάσεις του, έχοντας χάσει έναν πόλεμο, υποστεί σοβαρές οικονομικές απώλειες και δει το περιφερειακό του δίκτυο να διαλύεται. Ταυτόχρονα, όμως, υπογραμμίζει την ανθεκτικότητα του συστήματος, τους ισχυρούς μηχανισμούς ασφαλείας, την εμπειρία δεκαετιών στην καταστολή και την απουσία οργανωμένης αντιπολίτευσης Κατά τον Τακέι, οι δηλώσεις Τραμπ περί πιθανής στρατιωτικής παρέμβασης αποτελούν νέο στοιχείο, ικανό να ενεργοποιήσει τόσο το καθεστώς όσο και την αντιπολίτευση, χωρίς όμως να αναιρεί το γεγονός ότι η έκβαση θα κριθεί πρωτίστως εντός του Ιράν.
Οι σημερινές διαδηλώσεις δεν δείχνουν να οδηγούν στην πτώση του καθεστώτος, όμως το Ιράν σήμερα δεν είναι το Ιράν του 2022, ούτε εκείνο των προηγούμενων δεκαετιών. Είναι μια χώρα οικονομικά εξαντλημένη, γεωπολιτικά στριμωγμένη και πολιτικά κουρασμένη, με μια κοινωνία που δείχνει να έχει χάσει την πίστη της σε κάθε υπόσχεση μεταρρύθμισης. Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη κι αν οι τρέχουσες διαδηλώσεις δεν ρίξουν άμεσα το καθεστώς, ενδέχεται να σηματοδοτούν την αρχή μιας πιο μακράς πορείας φθοράς, στην οποία το «αδιανόητο» για τους μουλάδες δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί.
