ΗΠΑ - Βενεζουέλα: Με το δάχτυλο στη σκανδάλη
AP Photo
AP Photo

ΗΠΑ - Βενεζουέλα: Με το δάχτυλο στη σκανδάλη

Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρείται η μεγαλύτερη συγκέντρωση στρατευμάτων των ΗΠΑ στη νότια Καραϊβική, από την εποχή της εισβολής στον Παναμά (1989). Ο στόχος αυτή τη φορά είναι η Βενεζουέλα και – τουλάχιστον σύμφωνα με την επίσημη θέση του State Department – τα καρτέλ ναρκωτικών που δρουν «ανενόχλητα», ή ακόμα και «υποστηριζόμενα» από το καθεστώς Μαδούρο, με το αζημίωτο φυσικά.

Η στάση των ΗΠΑ έναντι της Βενεζουέλας δεν είναι ούτε πρωτόγνωρη ούτε αιφνιδιαστική. Διαρκεί τουλάχιστον δύο δεκαετίες, ήδη από την εποχή του Προέδρου Τσάβες. Από το 2005, οι ΗΠΑ έχουν επιλέξει την άσκηση διαφόρων μορφών πίεσης στο καθεστώς, οι οποίες εντάθηκαν μετά την ανάληψη της Προεδρίας από τον Μαδούρο (από το 2013).

Η Βενεζουέλα έχει απομακρυνθεί αισθητά από τη δυτική σφαίρα επιρροής, ακολουθεί πολιτική εθνικοποιήσεων, διατηρεί στενές σχέσεις με τη – λιγότερο πλέον – «εχθρική» Κούβα και υποστηρίζει τις θέσεις της Ρωσίας, αλλά και του ιρανικού καθεστώτος. Αν στα ανωτέρω προστεθεί και η σφοδρή αντιαμερικανική ρητορική του Μαδούρο, γίνεται αντιληπτό το πλαίσιο της στάσης των ΗΠΑ.

Ασφαλώς και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι στις διμερείς τους σχέσεις ήταν η αναγνώριση του Χουάν Γκουαϊδό, επικεφαλής της αντιπολίτευσης, ως «προσωρινού προέδρου» τον Ιανουάριο του 2019, μετά τις εκλογές (2018) που ανέδειξαν τον Μαδούρο νικητή, και τις καταγγελίες για εκτεταμένη νοθεία και συνδρομή των καρτέλ ναρκωτικών στην επανεκλογή του.

Η αναγνώριση του Γκουαϊδό από τον Τραμπ αλλά και πολλά δυτικά κράτη, καθώς και η απειλή στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ, δεν κατέστη δυνατόν να ανατρέψουν το καθεστώς Μαδούρο, συνέτειναν όμως στην κατάρρευση της οικονομίας της χώρας και στη μεγάλη ανθρωπιστική κρίση που ακολούθησε.

Η πολιτική Μπάιντεν (2021) για ελάφρυνση των κυρώσεων και βελτίωση των διμερών σχέσεων συνέβαλε και στην εξομάλυνση της πολιτικής κατάστασης στο εσωτερικό της Βενεζουέλας, όπως και στη συμφωνία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για εκδημοκρατισμό των θεσμών και ελεύθερες εκλογές.

Όμως η επιστροφή Τραμπ στο Λευκό Οίκο και η επαναφορά της πολιτικής «μέγιστης πίεσης» (maximum pressure) συνέτεινε στη ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης τόσο διμερώς, όσο και εσωτερικά.

Έτσι φτάνουμε στο καλοκαίρι του 2025, όταν και οι ΗΠΑ αποφάσισαν τη συγκέντρωση μεγάλης αεροναυτικής δύναμης ανοιχτά της Βενεζουέλας. Ήδη έχουν πραγματοποιηθεί πάνω από 20 προσβολές ταχυπλόων που – κατά δήλωση των ΗΠΑ – μετέφεραν ναρκωτικά, ενώ οι νεκροί αυτών των επιχειρήσεων ανέρχονται σε πολλές δεκάδες.

Στην περιοχή επιχειρεί η ομάδα κρούσης του αεροπλανοφόρου Gerald R. Ford, του μεγαλύτερου στο Ναυτικό των ΗΠΑ, τρία αντιτορπιλικά τύπου Arleigh Burke, τουλάχιστον ένα πυρηνικό υποβρύχιο, καθώς και ένα ισχυρό εκστρατευτικό σώμα (περίπου 5.000 πεζοναύτες) στο αμφίβιο γκρουπ του USS Iwo Jima.

Η συνολική στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ (συμπεριλαμβανομένου και του Πουέρτο Ρίκο) ανέρχεται στις 15.000, δύναμη αναμφίβολα ισχυρή για ειδικές επιχειρήσεις και σημειακές προσβολές, αλλά σε καμία περίπτωση ικανή για πλήρη εισβολή στη Βενεζουέλα. Τελευταία εξέλιξη είναι το «κλείσιμο» του εναέριου χώρου της Βενεζουέλας και η προειδοποίηση για στρατιωτικά πλήγματα εναντίον «ναρκο-τρομοκρατικών» στόχων.

Η πλευρά της Βενεζουέλας εστιάζεται – εκ των πραγμάτων λόγω διαφοράς αεροναυτικής ισχύος – σε ψυχολογικές επιχειρήσεις, τόσο στο εσωτερικό προετοιμάζοντας το λαό με δημιουργία πατριωτικού κλίματος και ανύψωση του ηθικού, όσο και στο εξωτερικό με την καταγγελία της επιθετικής στάσης του Τραμπ και την επίκληση του διεθνούς δικαίου.

Αναφορικά δε με την αμυντική ικανότητα και ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, οι πληροφορίες κάνουν λόγο για ικανό μεν αριθμό στελεχών, όμως με μέσα παρωχημένης τεχνολογίας και ελλιπούς συντήρησης και με ιδιαίτερα χαμηλό ηθικό.

Ο Μαδούρο καταγγέλλει τις ΗΠΑ για παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας της Βενεζουέλας και προσπάθεια de facto αλλαγής του καθεστώτος, μέσω δημιουργίας τετελεσμένων, προκειμένου να ελέγξουν το πετρέλαιο της χώρας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα γνωστά αποθέματα πετρελαίου (18% των παγκόσμιων αποθεμάτων), όμως η εξόρυξή του είναι ιδιαίτερα δαπανηρή, γεγονός που την κάνει λιγότερο ανταγωνιστική ως προς τις χώρες του Κόλπου.

Παράλληλα, εντάσσει την κρίση στο πλαίσιο των επεμβάσεων των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική. Τέλος, τόσο η Ρωσία όσο και το Ιράν καταδικάζουν την αμερικανική στάση για τον αποκλεισμό του εναέριου χώρου της Βενεζουέλας ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, ενώ η Κίνα αποφεύγει την ανοικτή «ρητορική σύγκρουση» με τις ΗΠΑ, τουλάχιστον επί του παρόντος.

Ο Λευκός Οίκος, από την άλλη, εντάσσει τις επιχειρήσεις στη μεγάλη «αντιναρκωτική» και «αντιτρομοκρατική» εκστρατεία που έχει αναλάβει. Ο Τραμπ κατηγορεί τον Μαδούρο ότι ηγείται του «Cartel de los Soles» και διοχετεύει φαιντανύλη και άλλα ναρκωτικά στις ΗΠΑ.

Παράλληλα, χαρακτηρίζοντας το καθεστώς ως «τρομοκρατική οργάνωση», αποκτά (έστω και μη ιδιαίτερα ισχυρά) νομικά επιχειρήματα για την ανάληψη πολεμικής δράσης, χωρίς τη ρητή εξουσιοδότηση του Κογκρέσου. Είναι ξεκάθαρο ότι στόχος του Αμερικανού προέδρου είναι η αποδυνάμωση του καθεστώτος Μαδούρο, ακόμη και η ανατροπή του, δεδομένου ότι αυτό θεωρείται παράνομο λόγω νοθευμένων εκλογών και εκτεταμένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Συνοψίζοντας, η ανάληψη μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων στο έδαφος της Βενεζουέλας δεν είναι ιδιαίτερα πιθανή. Όμως πλήγματα περιορισμένης κλίμακας σε υποδομές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, τις επόμενες ημέρες ή εβδομάδες, προκειμένου να αποδυναμωθεί το καθεστώς, δεν θα πρέπει να αποκλειστούν. Εκτιμάται ότι η στρατηγική που θα επιλέξουν οι ΗΠΑ είναι ένας συνδυασμός ασφυκτικών οικονομικών πιέσεων και πλήγματα μικρής έκτασης σε κέντρα διοίκησης και υποδομές (πολιτικές και στρατιωτικές) της χώρας, με παράλληλες επιχειρήσεις στόχευσης του περιβάλλοντος του Μαδούρο.


*Ο Ευστάθιος Κυριακίδης είναι Υποναύαρχος (ε.α.), Στρατηγικός Αναλυτής και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.