Στις 7 Φεβρουαρίου 2026, μια φράση πυροδότησε διπλωματική καταιγίδα. Η Francesca Albanese, Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, ανέφερε σε φόρουμ του Al Jazeera στη Ντόχα: «we, as a humanity, have a common enemy». Η δήλωση έγινε μέσω βιντεοκλήσης, σε πάνελ με τίτλο «Η Παλαιστινιακή Υπόθεση σε έναν Κόσμο που Κινείται προς την Πολυπολικότητα», στο τριήμερο φόρουμ του Al Jazeera (7–9 Φεβ.) στο οποίο συμμετείχαν επίσης ο ηγέτης της Χαμάς Khaled Mashaal και ο Ιρανός Υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi. Μέσα σε λίγες ημέρες, πέντε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Τσεχία, ζήτησαν δημόσια την παραίτησή της.
Ο Γάλλος Υπουργός Εξωτερικών Jean-Noël Barrot κατήγγειλε «outrageous and reprehensible remarks» που στοχεύουν «όχι την ισραηλινή κυβέρνηση, αλλά το Ισραήλ ως λαό και ως έθνος», ανακοινώνοντας ότι η Γαλλία θα ζητήσει την παραίτησή της στη σύνοδο του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 23 Φεβρουαρίου. Ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Johann Wadephul χαρακτήρισε τη θέση της «ανεπίδεκτη». Ο Ιταλός Antonio Tajani δήλωσε ότι οι δηλώσεις της «δεν είναι κατάλληλες για αξιωματούχο οργανισμού ειρήνης». Η Τσεχία διατύπωσε το μήνυμα με απόλυτη σαφήνεια: «Patience has its limits»
Η Albanese αρνήθηκε ότι χαρακτήρισε το Ισραήλ «common enemy of humanity», ισχυριζόμενη ότι αναφερόταν στο «σύστημα». Ωστόσο, η διευκρίνιση δεν έπεισε κανέναν από τους πέντε Ευρωπαίους υπουργούς εξωτερικών. Όπως σημείωσε ο Barrot, οι δηλώσεις προστίθενται σε «μακρά λίστα σκανδαλωδών θέσεων» που περιλαμβάνουν δικαιολόγηση της 7ης Οκτωβρίου, αναφορά στο «Jewish Lobby» και συγκρίσεις με το Τρίτο Ράιχ. Η κρίση του Φεβρουαρίου 2026 δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν το τελευταίο επεισόδιο σε μια αλυσίδα αντισημιτικών εκτροπών που εκτείνεται σε πάνω από μία δεκαετία.
Ένας διορισμός με προβληματικά προηγούμενα
Η Francesca Albanese διορίστηκε στην 49η Σύνοδο του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Μάρτιος 2022) και ανέλαβε καθήκοντα την 1η Μαΐου 2022. Η διαδικασία ήταν τυπική: ανοικτή πρόσκληση, αξιολόγηση από τη Συμβουλευτική Ομάδα, και εισήγηση προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου (OHCHR). Το βιογραφικό της περιελάμβανε εργασία στην UNRWA, στους μηχανισμούς της Ύπατης Αρμοστείας, καθώς και ακαδημαϊκές συνδέσεις με το Georgetown University και συμβουλευτικό ρόλο στο think-tank ARDD.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ίδια η εντολή είναι δομικά προβληματική. Όπως έχει επισημάνει η UN Watch, η θέση δημιουργήθηκε το 1993 και εστιάζει αποκλειστικά σε «παραβιάσεις του Ισραήλ». Οι ενέργειες της Παλαιστινιακής Αρχής και της Χαμάς δεν εξετάζονται ποτέ. Αυτό δημιουργεί εξ αρχής θεσμική ασυμμετρία που προδιαθέτει τον κάτοχο σε μονομερή κριτική.
Κανείς δεν αμφισβήτησε τον διορισμό το 2022. Η αμφισβήτηση ήρθε αργότερα, όταν αναδείχθηκε ένα μοτίβο αντισημιτικής ρητορικής και συστηματικής δαιμονοποίησης του Ισραήλ.
Το χρονικό των αντισημιτικών εκτροπών
Το πρώτο σημείο τριβής ήταν μια δημόσια ανάρτηση του 2014, πολύ πριν τον διορισμό της. Στο Facebook, σε ανοιχτή επιστολή που χρησιμοποιήθηκε και ως εργαλείο συγκέντρωσης πόρων για την UNRWA, η Albanese έγραψε ότι η Αμερική είναι «subjugated by the Jewish lobby». Δεν πρόκειται για κριτική συγκεκριμένης πολιτικής, πρόκειται για κλασικό αντισημιτικό τρόπο που αποδίδει στους Εβραίους υπερβολική πολιτική επιρροή. Η Albanese χαρακτήρισε αργότερα τη διατύπωση ως «analytically inaccurate» και «unintendedly offensive». Μια αναδίπλωση που, όπως επισήμανε ο Ειδικός Απεσταλμένος των ΗΠΑ για την Καταπολέμηση του Αντισημιτισμού, δεν απομάκρυνε τη σκιά.
Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023, τη χειρότερη αντισημιτική σφαγή μετά το Ολοκαύτωμα, η Albanese αμφισβήτησε αναφορές για βιασμούς και σεξουαλική βία μόλις τέσσερις ημέρες μετά την επίθεση: στις 11 Οκτωβρίου 2023, ανάρτησε στο X/Twitter ότι οι ισχυρισμοί περί βιασμών «δεν έχουν επιβεβαιωθεί» και ότι η διάδοσή τους «κινδυνεύει να κλιμακώσει τις εντάσεις». Σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις χαρακτήρισε τις μαρτυρίες «fabrications». Επίσης, υποστήριξε ότι το Ισραήλ δεν έχει δικαίωμα αυτοάμυνας αμέσως μετά την εισβολή της Χαμάς, κάλεσε Ισραηλινούς στο εξωτερικό να θεωρούνται «ύποπτοι» και χαρακτήρισε το Ισραήλ «γενοκτονική κοινωνία».
Στην έκθεσή της προς το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (A/HRC/55/73, Μάρτιος 2024), η Albanese κατέγραψε μεν καταδίκη των «crimes committed by Hamas and other Palestinian armed groups», αλλά το πραγματικό σημείο καμπής ήταν αλλού: η έκθεση, με τίτλο «Anatomy of a Genocide», δήλωσε ότι υπάρχουν «reasonable grounds to believe» ότι έχει συμπληρωθεί το κατώφλι για το έγκλημα της γενοκτονίας στη Γάζα. Το Ισραήλ απέρριψε το συμπέρασμα ως «outrageous». Η γλώσσα της γενοκτονίας, εφαρμοσμένη μονομερώς στο Ισραήλ ενώ η Χαμάς είχε μόλις διαπράξει την 7η Οκτωβρίου, μετέτρεψε τη θεσμική συζήτηση σε γεωπολιτική σύγκρουση (OHCHR).
Χρηματοδότηση: Το ζήτημα που δεν έκλεισε
Παράλληλα με τις ρητορικές αντιπαραθέσεις, αναδείχθηκε και ένα δεοντολογικό σκέλος. Ο Κώδικας Δεοντολογίας των Ειδικών Διαδικασιών απαγορεύει ρητά την αποδοχή «honour, gift or remuneration» από κρατική ή μη κρατική πηγή. Η UN Watch τεκμηρίωσε ότι υπήρξε μερική κάλυψη εξόδων ταξιδιού από φιλοπαλαιστινιακές οργανώσεις. Η Συντονιστική Επιτροπή ανέφερε ότι υπήρξε «partial external funding» για εσωτερικές μετακινήσεις, αλλά έκρινε ότι αυτό αποτελεί «common practice». Ωστόσο, το γεγονός ότι ένα σύστημα χαμηλής χρηματοδότησης επιτρέπει τέτοιες πρακτικές δεν τις καθιστά αδιάβλητες, ιδίως όταν οι χρηματοδότες συνδέονται με μια πλευρά της σύγκρουσης που η εισηγήτρια καλείται να αξιολογήσει αμερόληπτα.
Οι αμερικανικές κυρώσεις: αναγκαίο μήνυμα
Τον Ιούλιο 2025, ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Marco Rubio ανακοίνωσε κυρώσεις κατά της Albanese βάσει του Executive Order 14203, κατηγορώντας την για «biased and malicious activities» που την καθιστούν «unfit for service as a Special Rapporteur» (US State Department, 9 Ιουλ. 2025). Οι κυρώσεις περιλάμβαναν δέσμευση περιουσιακών στοιχείων στις ΗΠΑ και απαγόρευση εισόδου στη χώρα.
Η κίνηση προκάλεσε αντιδράσεις από αξιωματούχους του ΟΗΕ. Ο Ύπατος Αρμοστής Volker Türk ζήτησε «ταχεία αναστροφή» των κυρώσεων. Η αντίδραση του ΟΗΕ ήταν αναμενόμενη, αλλά αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα: όταν ο ΟΗΕ δεν μπορεί ή δεν θέλει να αυτορρυθμιστεί, κράτη-μέλη αναγκάζονται να δράσουν μονομερώς. Οι κυρώσεις ήταν μήνυμα όχι μόνο προς την Albanese, αλλά προς ένα σύστημα που έχει αποδειχθεί ανίκανο να ελέγξει ακτιβισμό υπό τον μανδύα της «ανεξαρτησίας».
Το ζήτημα Χαμάς: Προβληματικές εγγύτητες
Οι κατηγορίες περί εγγύτητας με τη Χαμάς δεν είναι αβάσιμες. Η Albanese εμφανίστηκε μέσω βιντεοκλήσης στο τριήμερο φόρουμ του Al Jazeera στη Ντόχα, στο οποίο συμμετείχαν επίσης ο ηγέτης της Χαμάς Khaled Mashaal και ο Ιρανός Υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi. Μια «ανεξάρτητη ειδικός» που διατείνεται ότι καταδικάζει τη Χαμάς, αλλά εμφανίζεται στο ίδιο φόρουμ με την ηγεσία της.
Η Συντονιστική Επιτροπή δήλωσε ότι δεν βρίσκει βάση στην κατηγορία ότι παρέχει «support to terrorist groups». Αλλά το ζήτημα δεν είναι ο τυπικός «συντονισμός», είναι το μοτίβο: ρητορική περί «αντίστασης», εμφανίσεις σε πλατφόρμες που φιλοξενούν τη Χαμάς, ελαχιστοποίηση της 7ης Οκτωβρίου. Όπως τόνισε ο Barrot, η συμμετοχή της σε εκδήλωση με «εκπρόσωπο της Χαμάς και εκπρόσωπο του ιρανικού καθεστώτος» δεν είναι συμβατή με τον ρόλο του αμερόληπτου ειδικού.
Το θεσμικό αδιέξοδο: γιατί δεν απομακρύνεται
Για να κατανοήσει κανείς γιατί η Albanese παραμένει, πρέπει να κοιτάξει το θεσμικό πλαίσιο. Ο Κώδικας Δεοντολογίας (5/2) καθορίζει υποχρεώσεις αμεροληψίας, ενώ το προεδρικό 8/PRST/2 προβλέπει διαβίβαση πληροφοριών για «persistent non-compliance» στο Συμβούλιο. Η Συντονιστική Επιτροπή κατέληξε ότι «there is no case to invoke 8/PRST/2», αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι κάποια tweets «may appear not being in line» και «may have been interpreted as antisemitic».
Αυτό αναδεικνύει το πρόβλημα: το ίδιο το όργανο που αναγνωρίζει ότι δημοσιεύματα της «μπορεί να ερμηνεύτηκαν ως αντισημιτικά» αρκείται στη διαβεβαίωσή της ότι «rejects antisemitism». Για πέντε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, την πρώην πρεσβευτή Linda Thomas-Greenfield των ΗΠΑ στον ΟΗΕ που τη χαρακτήρισε «ακατάλληλη για οποιαδήποτε θέση στον ΟΗΕ» (Ιούλιος 2024), και για οργανισμούς όπως το ADL, το AJC και το Παγκόσμιο Εβραϊκό Συμβούλιο, αυτή η διαβεβαίωση είναι ανεπαρκής.
Το μοτίβο που αποκαλύπτει την πραγματική πρόθεση
Αν υπάρχει ένα μοτίβο στην υπόθεση Albanese, είναι η συστηματική χρήση της θεσμικής της θέσης για ηθική δαιμονοποίηση ενός κράτους. Η γλώσσα της γενοκτονίας, ο «κοινός εχθρός», οι αναφορές σε «Jewish lobby», οι συγκρίσεις με το Τρίτο Ράιχ, όλα αυτά συνθέτουν όχι νομική ανάλυση, αλλά πολιτική εκστρατεία υπό τον μανδύα της ανεξαρτησίας. Όπως σημείωσε ο Ronald Lauder, πρόεδρος του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συμβουλίου, η Albanese είναι «μια επικίνδυνη προσωπικότητα που χρησιμοποιεί τη θέση της για να προωθεί αντισημιτικά αφηγήματα και αποδοκιμασμένες θεωρίες συνωμοσίας».
Η υπόθεση Albanese αναδεικνύει την αποτυχία του μηχανισμού των Ειδικών Διαδικασιών να αυτοκαθαρθεί. Μια αξιωματούχος που έχει καταδικαστεί από τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, το AJC, το ADL και το Παγκόσμιο Εβραϊκό Συμβούλιου (WJC) για αντισημιτισμό, που έχει υποστεί αμερικανικές κυρώσεις, που εμφανίζεται σε πάνελ με ηγεσία της Χαμάς - και παραμένει στη θέση της έως το 2028.
Για να μειωθεί η θεσμική ζημία, απαιτούνται πιο αυστηροί κανόνες real-time διαφάνειας, καθαρή διαδικασία λογοδοσίας και αποτελεσματικότεροι μηχανισμοί απομάκρυνσης όταν υπάρχουν επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις αμεροληψίας. Χωρίς αυτά, ο ΟΗΕ υπονομεύει την ίδια του την αξιοπιστία, μετατρέποντας τις Ειδικές Διαδικασίες από εργαλείο λογοδοσίας σε πλατφόρμα πολιτικού ακτιβισμού.
Η υπόθεση Albanese δεν είναι απλώς η ιστορία ενός ατόμου. Είναι το σύμπτωμα ενός συστήματος που επιτρέπει σε αντισημιτική ρητορική να ενδύεται τη στολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
*Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις.
Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας της Αγγλίας ως Chief Social Media Officer την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.
