Η αιφνιδιαστική σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων τα ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου 2026 σηματοδοτεί μια ιστορική τομή: για πρώτη φορά μετά την επιχείρηση κατά του Νοριέγκα στον Παναμά το 1989, οι ΗΠΑ συνέλαβαν εν ενεργεία αρχηγό κράτους σε ξένο έδαφος. Πέρα όμως από το δραματικό της επιχείρησης, η πτώση του καθεστώτος Μαδούρο ανοίγει ένα κρίσιμο κεφάλαιο για την παγκόσμια ασφάλεια: τη διάλυση ενός από τα σημαντικότερα διεθνή κέντρα παράνομης χρηματοδότησης της Χεζμπολάχ και του Ιράν.
Η νυχτερινή επιχείρηση που άλλαξε τα δεδομένα
Στις 3 Ιανουαρίου 2026, αμερικανικές δυνάμεις ειδικών αποστολών πραγματοποίησαν μια τολμηρή επιδρομή στο Καράκας. Η επιχείρηση στόχευσε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κρησφύγετα, διακόπτοντας προσωρινά την ηλεκτροδότηση σε τμήματα της πρωτεύουσας. Δεκάδες φρουροί και σύμμαχοι του Μαδούρο σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν, ενώ η Κούβα επιβεβαίωσε αργότερα τον θάνατο 32 Κουβανών αξιωματικών ασφαλείας που υπηρετούσαν στη Βενεζουέλα.
Ο Μαδούρο και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες, συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν μέσω αμερικανικού πολεμικού πλοίου στη Νέα Υόρκη. Βιντεοσκοπημένο υλικό έδειξε τον πρώην πρόεδρο με δεμένα τα μάτια να οδηγείται στα γραφεία της DEA. Την επόμενη μέρα, ο πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε «προσωρινή αμερικανική διοίκηση» της Βενεζουέλας, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ θα «διοικήσουν τη χώρα έως ότου πραγματοποιηθεί μια ασφαλής και σωστή μετάβαση». Στις 5 Ιανουαρίου, ο Μαδούρο εμφανίστηκε ενώπιον ομοσπονδιακού δικαστηρίου του Μανχάταν, δηλώνοντας «συνελήφθην» και αρνούμενος τις κατηγορίες για ναρκοτρομοκρατία και διακίνηση ναρκωτικών.
Η Βενεζουέλα ως κόμβος της Χεζμπολάχ: τα αδιάψευστα στοιχεία
Η σύνδεση της Βενεζουέλας με τη Χεζμπολάχ και το Ιράν δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Βασίζεται σε επίσημα έγγραφα, δικαστικές υποθέσεις και κυρώσεις του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών. Τα στοιχεία χωρίζονται σε τρία επίπεδα αξιοπιστίας.
Πρώτο επίπεδο – Επίσημα αρχεία: Το 2020, το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης απήγγειλε κατηγορίες στον Βενεζουελάνο βουλευτή Αντέλ Ελ Ζαμπαγιάρ για συντονισμό με τον Μαδούρο σε σχέδιο που περιελάμβανε κοκαΐνη, όπλα και συνεργασία με «τρομοκρατικές οργανώσεις» όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς. Ο κατηγορούμενος φέρεται να προμήθευε στρατιωτικό οπλισμό από τη Μέση Ανατολή για τους αντάρτες FARC της Κολομβίας, με τη βοήθεια στελεχών της Χεζμπολάχ.
Ήδη από το 2008, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών είχε επιβάλει κυρώσεις σε δύο Βενεζουελάνους υπηκόους – τον Γκαζί Νασρ αλ-Ντιν και τον Φαουζί Καν'αν – ως υποστηρικτές της Χεζμπολάχ. Ο πρώτος, πρώην διπλωμάτης της Βενεζουέλας στη Δαμασκό και τη Βηρυτό, χρησιμοποιούσε τη διπλωματική του θέση και ένα σιιτικό ισλαμικό κέντρο στο Καράκας για να συγκεντρώνει χρήματα για τη τρομοκρατική οργάνωση. Παρείχε πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών για απευθείας δωρεές στον Λίβανο και διευκόλυνε ταξίδια μελών της Χεζμπολάχ από και προς τη Βενεζουέλα.
Τον Δεκέμβριο του 2025, νέες αμερικανικές κυρώσεις αποκάλυψαν άμεση στρατιωτική συνεργασία Ιράν-Βενεζουέλας: η κρατική βενεζουελάνικη εταιρεία EANSA φέρεται να απέκτησε και συναρμολόγησε ιρανικά drones Mohajer-6. Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ προειδοποίησε ότι η παροχή τέτοιων όπλων από το Ιράν στο Καράκας «αποτελεί απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα στο δυτικό ημισφαίριο».
Δεύτερο επίπεδο – Ανεξάρτητες αναλύσεις: Μελέτη του Atlantic Council το 2020 τεκμηρίωσε πώς «το δίκτυο εγκλήματος-τρομοκρατίας της Χεζμπολάχ στη Βενεζουέλα διευκόλυνε τη συνεργασία του Ιράν με το καθεστώς Μαδούρο». Η ανάλυση περιέγραφε τη σύγκλιση διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και διεθνούς τρομοκρατίας, με τη Χεζμπολάχ να εκμεταλλεύεται τα δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών και τη διαφθορά του καθεστώτος. Αντίστοιχα, έρευνα του ινστιτούτου RAND το 2024 επεσήμανε ότι η Χεζμπολάχ έχει συστηματικά διαφοροποιήσει τις πηγές εσόδων της στην Αμερική, συνδεόμενη με καρτέλ ναρκωτικών, παράνομη εξόρυξη και πλαστογραφία.
Τρίτο επίπεδο – Ερευνητική δημοσιογραφία: Το 2017, έρευνα του CNN αποκάλυψε ότι η κυβέρνηση Βενεζουέλας ενδέχεται να πώλησε διαβατήρια και βίζες σε άτομα με δεσμούς στην τρομοκρατία, συμπεριλαμβανομένης της Χεζμπολάχ. Μάρτυρας-πρώην διπλωμάτης κατήγγειλε ότι πάνω από 170 διαβατήρια εκδόθηκαν σε άτομα από τη Μέση Ανατολή με ψευδείς ταυτότητες. Παράλληλα, πολλαπλές δημοσιογραφικές έρευνες έχουν τεκμηριώσει τον ρόλο της Χεζμπολάχ στο εμπόριο ναρκωτικών της Λατινικής Αμερικής, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την υπόθεση του Αϊμάν Τζουμάα, Λιβανέζου-Κολομβιανού που ξέπλενε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια μέσω εταιρειών-βιτρίνες.
Οι μηχανισμοί: χρήμα, logistics, κρατική κάλυψη
Η υποστήριξη της Βενεζουέλας προς το Ιράν και τη Χεζμπολάχ λειτουργούσε σε τρία επίπεδα. Πρώτον, μέσω παράνομων χρηματοοικονομικών ροών: η διακίνηση κοκαΐνης σε συνεργασία με τις FARC/ELN της Κολομβίας δημιουργούσε τεράστια κέρδη, μέρος των οποίων κατέληγε στη Χεζμπολάχ. Χαρακτηριστικά, ο έμπορος ναρκωτικών Τσεκρί Χαρμπ, που δραστηριοποιούνταν στη Βενεζουέλα, απέδιδε 8-12% των κερδών του στη λιβανέζικη οργάνωση ως «φόρο» για ασφαλή διέλευση και ξέπλυμα χρήματος.
Ιδιαίτερα σημαντικό ήταν το λαθρεμπόριο χρυσού. Το 2020, περίπου 9 τόνοι χρυσού αξίας 500 εκατομμυρίων δολαρίων μεταφέρθηκαν αεροπορικώς από τη Βενεζουέλα στο Ιράν ως πληρωμή για βοήθεια στα διυλιστήρια πετρελαίου. Ο Ιρανός ταξίαρχος Γιαχία Ραχίμ Σαφαβί δήλωσε ανοιχτά: «Λάβαμε ράβδους χρυσού... που στάλθηκαν με αεροπλάνο». Αυτή η έγχυση κεφαλαίων ενίσχυε άμεσα την οικονομία του Ιράν και, κατ' επέκταση, μπορούσε να χρηματοδοτήσει τη Χεζμπολάχ.
Δεύτερον, η Βενεζουέλα προσέφερε logistics και διαδρόμους μεταφοράς. Η απευθείας αεροπορική γραμμή Καράκας-Τεχεράνη (με ενδιάμεση στάση στη Δαμασκό), που λειτουργούσε από το 2007, απέκτησε το παρατσούκλι «Aeroterror» λόγω υποψιών ότι μετέφερε περισσότερα από επιβάτες. Ιρανικά πλοία χρησιμοποιούσαν επίσης βενεζουελάνικα λιμάνια ως σημεία διέλευσης, παρακάμπτοντας τις αμερικανικές κυρώσεις.
Τρίτον, το καθεστώς Μαδούρο παρείχε κρατική κάλυψη και ατιμωρησία. Η πολιτική πατρωνεία «αντι-ιμπεριαλισμού» μεταφραζόταν σε ανοχή ή και ενεργή συνεργασία με στελέχη της Χεζμπολάχ. Υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, όπως ο υπό αμερικανικές κυρώσεις για ναρκωτικά Ντιοσδάδο Καμπέγιο, φέρεται να συναντήθηκαν με συνδέσμους της Χεζμπολάχ. Κανείς Βενεζουελάνος αξιωματούχος δεν διώχθηκε ποτέ εντός της χώρας για συνεργασία με ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις.
Τα σενάρια μετά τον Μαδούρο
Η απομάκρυνση του Μαδούρο αποτελεί στρατηγικό σεισμό, αλλά οι επιπτώσεις στην αρχιτεκτονική των δικτύων Ιράν-Χεζμπολάχ στη Λατινική Αμερική εξαρτώνται από την εξέλιξη της κατάστασης. Τέσσερα σενάρια διαγράφονται.
Σενάριο 1 – Συνεργατική μετάβαση: Μια μεταβατική κυβέρνηση ευθυγραμμίζεται με τη Δύση. Σε αυτή την περίπτωση, αναμένεται υψηλή διατάραξη όλων των παράνομων δικτύων: πάγωμα ύποπτων λογαριασμών, σύλληψη χρηματοδοτών της Χεζμπολάχ, τερματισμός αδιαφανών συναλλαγών με το Ιράν. Τα logistics μέσω αεροπορικών και θαλάσσιων διαδρόμων θα κλείσουν ή θα τεθούν υπό αυστηρό έλεγχο.
Σενάριο 2 – Σκληρή συνέχεια: Στοιχεία του παλαιού καθεστώτος (στρατός, κομματικές ελίτ) αρνούνται να παραχωρήσουν την εξουσία. Με υποστήριξη Κούβας, Ρωσίας και Κίνας, διατηρούν αντι-αμερικανική στάση. Η διατάραξη των δικτύων θα είναι μέτρια: ορισμένα κανάλια θα κλείσουν, αλλά νέα ή υπάρχοντα θα αντισταθμίσουν τις απώλειες.
Σενάριο 3 – Χάος και κατακερματισμός: Η αποχώρηση του Μαδούρο και η απουσία σαφούς διαδοχής οδηγούν σε εσωτερική αστάθεια. Σε αυτό το σενάριο, τα επίσημα κανάλια διακόπτονται, αλλά το κενό εξουσίας επιτρέπει νέες μορφές λαθρεμπορίου. Τοπικοί «πολέμαρχοι» ή καρτέλ μπορεί να συνάψουν απευθείας συμφωνίες με δίκτυα της Χεζμπολάχ.
Σενάριο 4 – Εξωτερική παρέμβαση: Ρωσία, Κίνα ή ακόμη και το Ιράν αναλαμβάνουν πιο ενεργό ρόλο για να στηρίξουν ένα φιλικό καθεστώς. Σε αυτή την περίπτωση, η διατάραξη θα είναι χαμηλή: η παράκαμψη κυρώσεων θα συνεχιστεί με υποστήριξη μεγάλων δυνάμεων, και η Βενεζουέλα θα παραμείνει – ή θα ενισχυθεί – ως κόμβος για τα δίκτυα του Ιράν.
Στρατηγική σημασία για τη Δύση και το Ισραήλ
Η πτώση του Μαδούρο έχει πολλαπλές θετικές συνέπειες για τη δυτική ασφάλεια. Καταρχάς, αποδυναμώνει μια σπάνια προκεχωρημένη βάση του Ιράν στο δυτικό ημισφαίριο. Για το Ισραήλ, που έχει αποτελέσει στόχο επιθέσεων της Χεζμπολάχ στο εξωτερικό (όπως η βομβιστική επίθεση AMIA στην Αργεντινή το 1994), η μείωση της παρουσίας της οργάνωσης στη Λατινική Αμερική μειώνει τον κίνδυνο τρομοκρατικών επιθέσεων σε ισραηλινούς και εβραϊκούς στόχους στην περιοχή.
Δεύτερον, η στράγγιση των οικονομικών πόρων της Χεζμπολάχ επηρεάζει τη στρατιωτική της ικανότητα. Το οπλοστάσιο της οργάνωσης, ακόμα και μετά τις συγκρούσεις μετά την 7η Οκτωβρίου, και οι επιχειρήσεις της σε Συρία και Ιράκ απαιτούν σταθερή χρηματοδότηση. Μέρος αυτής προερχόταν από τη Βενεζουέλα μέσω εμπορίου ναρκωτικών και χρυσού. Η διακοπή αυτών των ροών σημαίνει λιγότερα χρήματα για αγορά όπλων ή μισθούς μαχητών.
Τρίτον, η τολμηρή αμερικανική ενέργεια αποστέλλει σαφές μήνυμα αποτροπής: εάν ένα καθεστώς διευκολύνει ανοιχτά τη ναρκοτρομοκρατία, οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να δράσουν μονομερώς και αποφασιστικά. Αυτό μπορεί να αποθαρρύνει μελλοντικά κρατικά υποστηριζόμενα τρομοκρατικά σχέδια στην περιοχή.
Ωστόσο, υπάρχουν και δευτερογενείς επιπτώσεις που απαιτούν προσοχή. Ρωσία και Κίνα, βασικοί υποστηρικτές του Μαδούρο, καταδίκασαν την επιχείρηση ως «ηγεμονική συμπεριφορά» που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Ενδέχεται να επιδιώξουν να ενισχύσουν τους δεσμούς τους με άλλα αντι-αμερικανικά καθεστώτα. Η Δύση θα πρέπει επίσης να διαχειριστεί τη νομική και διπλωματική αντίδραση σχετικά με την παραβίαση κυριαρχίας, ώστε να μην διαβρωθεί η διεθνής υποστήριξη.
Κριτική αξιολόγηση: τα αντεπιχειρήματα
Είναι σημαντικό να εξεταστούν και τα σκεπτικιστικά επιχειρήματα. Πρώτον, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η Χεζμπολάχ μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει τη Βενεζουέλα με άλλα καταφύγια – π.χ. αυξάνοντας τη δραστηριότητα στην τριμεθόρια περιοχή Αργεντινής-Βραζιλίας-Παραγουάης ή σε αφρικανικές χώρες με αδύναμη διακυβέρνηση. Αυτό είναι εν μέρει αληθές, αλλά η Βενεζουέλα δεν ήταν απλώς ένα ακόμη καταφύγιο: ήταν κρατικός σύμμαχος με πολυδιάστατη υποστήριξη. Κανένα εναλλακτικό σημείο δεν προσφέρει την ίδια κάλυψη από μια πλούσια σε πετρέλαιο κυβέρνηση.
Δεύτερον, ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η σύνδεση Βενεζουέλας-Χεζμπολάχ έχει υπερεκτιμηθεί ή αποτελεί προπαγάνδα. Ωστόσο, τα στοιχεία προέρχονται από πολλαπλές ανεξάρτητες έρευνες: δικαστικές κατηγορίες, κυρώσεις του Υπουργείου Οικονομικών, διακομματικές αμερικανικές εκθέσεις. Ο πυρήνας της σύνδεσης είναι τεκμηριωμένος, έστω κι αν ορισμένoi πιο εξωτικoi ισχυρισμοί (όπως εκπαιδευτικά στρατόπεδα ή λαθρεμπόριο ουρανίου) παραμένουν ανεπιβεβαίωμενοι.
Τρίτον, η Χεζμπολάχ είναι γνωστή για την ανθεκτικότητά της. Η απώλεια της Βενεζουέλας δεν θα την εξαφανίσει. Αυτό είναι σωστό, αλλά η στρατηγική επιμονή δεν ισοδυναμεί με αήττητο. Κάθε απώλεια βάσης αυξάνει το κόστος και τον κίνδυνο για την οργάνωση. Οι βασικές ικανότητες της Χεζμπολάχ κοντά στα σύνορα του Ισραήλ παραμένουν, αλλά μακροπρόθεσμα η διακοπή απομακρυσμένων πόρων θα επηρεάσει την ικανότητά της να ανανεώνει και να εκσυγχρονίζει το οπλοστάσιό της.
Νίκη με αστερίσκους
Η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο αποτελεί αναμφισβήτητα στρατηγική επιτυχία για τη Δύση και ειδικοτερα για τις ΗΠΑ. Ένα καθεστώς που λειτουργούσε ως κόμβος για παράνομη χρηματοδότηση, διακίνηση ναρκωτικών και παράκαμψη κυρώσεων προς όφελος του Ιράν και της Χεζμπολάχ βρίσκεται πλέον υπό πίεση ή σε διάλυση. Η «αεροπορική γέφυρα» Καράκας-Τεχεράνη, οι ανταλλαγές χρυσού με πετρέλαιο, τα δίκτυα ξεπλύματος χρήματος, όλα αυτά απειλούνται με κατάρρευση εάν η μετάβαση πάει καλά.
Ωστόσο, αυτή η νίκη δεν είναι ολοκληρωμένη. Η Χεζμπολάχ είναι ένα προσαρμοστικό δίκτυο που θα αναζητήσει εναλλακτικούς κόμβους. Ρωσία και Κίνα μπορεί να επιχειρήσουν να διασώσουν κάτι από το παλαιό καθεστώς. Η εσωτερική κατάσταση της Βενεζουέλας παραμένει ρευστή. Και η βασική απειλή της Χεζμπολάχ – το οπλοστάσιό της στον Λίβανο και η υποστήριξη του Ιράν – δεν επηρεάζεται άμεσα από τα γεγονότα στο Καράκας.
Το κλειδί είναι η συνέχεια: συντονισμένη δυτική πίεση, παρακολούθηση οικονομικών ροών, περιφερειακή διπλωματία και αξιοποίηση των πληροφοριών που θα προκύψουν από τη σύλληψη του Μαδούρο. Μόνο έτσι θα μετατραπεί αυτή η εντυπωσιακή τακτική νίκη σε διαρκές στρατηγικό κέρδος.
* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι Ελληνοκύπριος Εβραίος, με καταγωγή επίσης από την Κεφαλονιά, μέλος του Διπλωματικού Σώματος του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου (WJC) και διαμένει σήμερα στο Λονδίνο. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο. Ειδικεύεται στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και της αντισιωνιστικής ρητορικής, με ενεργή παρουσία στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελλάδα, την Κύπρο, καθώς και σε διεθνή διπλωματικά fora.
Διαθέτει μακρά εμπειρία στον τομέα της στρατηγικής επικοινωνίας και της δημόσιας διπλωματίας, εκπροσωπώντας τις φωνές της εβραϊκής διασποράς και προωθώντας τον διαθρησκευτικό διάλογο και την κοινωνική συνοχή. Έχει εργαστεί σε διάφορους οργανισμούς, μεταξύ των οποίων το Υπουργείο Παιδείας του Ηνωμένου Βασιλείου ως Chief Social Media Officer και στη Shell ως Global Brand Analytics Lead. Πρόσφατα ίδρυσε στο Λονδίνο τον οργανισμό Group of Verified Intelligence.
