H «CIA» των Βρυξελλών
AP Photo/Pascal Bastien
AP Photo/Pascal Bastien

H «CIA» των Βρυξελλών

Η πρόθεση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να δημιουργήσει, για πρώτη φορά, μια μονάδα πληροφοριών εντός της ίδιας της Κομισιόν έχει ανοίξει μία συζήτηση με επίκεντρο το ερώτημα αν η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται πράγματι μία «μίνι CIA των Βρυξελλών». Αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική, τότε ακολουθεί το ερώτημα ποιος θα την ελέγχει και ποιο λόγο θα έχουν τα κράτη-μέλη σε ένα πεδίο που βρίσκεται στον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας, όπως είναι η ασφάλεια και οι πληροφορίες.

Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, η Κομισιόν επεξεργάζεται τη δημιουργία μίας μικρής υπηρεσίας πληροφοριών, στελεχωμένης κυρίως με προσωπικό αποσπασμένο από τις εθνικές υπηρεσίες. Στόχος της δεν θα είναι η συλλογή πρωτογενούς πληροφορίας, δεν θα διεξάγει δηλαδή επιχειρήσεις κατασκοπείας, αλλά αποστολή της θα είναι η καλύτερη αξιοποίηση και σύνθεση δεδομένων που ήδη μοιράζονται μεταξύ τους τα κράτη‑μέλη και οι υφιστάμενες υπηρεσίες της ΕΕ.

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι περιγράφουν τη μονάδα ως ένα σχέδιο σε εμβρυική μορφή, που αναπτύσσεται χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και με περιορισμένο αριθμό ειδικών, που θα τροφοδοτούν την πολιτική ηγεσία με εκτιμήσεις για τις απειλές κατά της Ένωσης. Προβλέπεται να λειτουργεί συμπληρωματικά προς το Κέντρο Πληροφοριών και Αναλύσεων της ΕΕ (INTCEN), που υπάγεται στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, της οποίας η ηγείται η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας, Κάγια Κάλας. Η σχέση αυτή αναμένεται να βασίζεται στη στενή συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών, με τη νέα υπηρεσία να μην υποκαθιστά το κέντρο INTCEN, αλλά να αξιοποιεί τα δεδομένα και τις αναλύσεις που αυτό παράγει. Προβλέπεται να παρέχει στην ηγεσία της Επιτροπής πιο στοχευμένες στρατηγικές εκτιμήσεις, με πολιτικό προσανατολισμό, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της πολιτικής της ΕΕ. 

Το EU INTCEN βρίσκεται στον πυρήνα της υφιστάμενης αρχιτεκτονικής πληροφοριών της Ένωσης και είναι αρμόδιο για παροχή αναλύσεων ασφαλείας και έγκαιρης προειδοποίησης, στηριζόμενο σε πληροφορίες που παρέχουν τα κράτη‑μέλη. Είναι «κληρονόμος» του παλαιότερου SitCen και αποτελεί τον πολιτικό πυλώνα του Single Intelligence Analysis Capacity (SIAC), το οποίο συνδυάζει πολιτική και στρατιωτική ανάλυση πληροφοριών με τη συμμετοχή του Στρατιωτικού Επιτελείου της ΕΕ (EUMS).

Παράλληλα, υπάρχει ως δομή η Europol, ο ρόλος της οποίας στη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών που αφορούν εγκληματικά δίκτυα, διακίνηση μαύρου χρήματος και τρομοκρατικές ενέργειες έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια, με τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου να μοιράζονται όλο και περισσότερα δεδομένα μέσω ειδικών μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών. 

Στο οικοσύστημα προστίθενται επίσης ο δορυφορικός οργανισμός SatCen και τα εργαλεία αντιμετώπισης υβριδικών απειλών και παραπληροφόρησης, όπως η εργαλειοθήκη κατά ξένης παρέμβασης στην ενημέρωση που προβλέπεται από τη «Στρατηγική Πυξίδα» με στόχο να ενισχυθεί η ασφάλεια και η άμυνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως το 2030.

Οι υπέρμαχοι της ιδέας βλέπουν στο σχέδιο μια απόπειρα να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην ανάλυση ασφαλείας και τη χάραξη πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διαχειρίζεται κρίσιμα ζητήματα -από τον έλεγχο άμεσων ξένων επενδύσεων μέχρι τους κανονισμούς για κυβερνοασφάλεια και τις κυρώσεις- και επομένως με τη δική της ικανότητα ανάλυσης πληροφοριών θα διαθέτει εργαλεία που θα της εξασφαλίζουν μία πιο «εσωτερική» κατανόηση των απειλών.

Μία μονάδα πληροφοριών που θα απευθύνεται κατευθείαν στο Κολέγιο των Επιτρόπων θα μπορούσε θεωρητικά να επιταχύνει τις αποφάσεις σε καταστάσεις κρίσης, μειώνοντας την εξάρτηση από χρονοβόρες διακυβερνητικές διαδικασίες. 

Ωστόσο, η δημιουργία μιας «Υπηρεσίας Πληροφοριών της Κομισιόν» θίγει ένα από τα πιο ευαίσθητα πεδία των κρατών‑μελών: την εθνική ασφάλεια και τις μυστικές υπηρεσίες. Πολλές πρωτεύουσες παραμένουν παραδοσιακά φειδωλές στο να μοιραστούν ευαίσθητα δεδομένα πέρα από τις σημερινούς μηχανισμούς ανταλλαγής πληροφοριών, στο πλαίσιο των διακυβερνητικών συμφωνιών και της στενής -πλην όμως ελεγχόμενης από τα εθνικά κέντρα- συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης ή των συμμάχων του ΝΑΤΟ.​ 

Διπλωματικές πηγές στις Βρυξέλλες προεξοφλούν ότι θα υπάρξει αντίσταση στην ιδέα να αποκτήσει η Επιτροπή πιο άμεση και αυτόνομη πρόσβαση σε πληροφορίες, ακόμη και αν η νέα μονάδα περιοριστεί σε ρόλο ανάλυσης πληροφοριών. Οι επικριτές της πρωτοβουλίας μιλούν για υπερβολική συγκέντρωση ισχύος στις Βρυξέλλες από ένα κέντρο αποφάσεων που δεν θα ελέγχεται άμεσα από τις κυβερνήσεις και τα εθνικά Κοινοβούλια.

Παράλληλα, η έλλειψη νομικής βάσης που να προβλέπει ρητά μια «ευρωπαϊκή υπηρεσία πληροφοριών» στο πρωτογενές Δίκαιο της ΕΕ σημαίνει ότι κάθε κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να εδράζεται σε προσεκτικές ερμηνείες των υφιστάμενων Συνθηκών. Στο πλαίσιο αυτό, βαρύνουσας σημασίας για τη νομιμοποίηση του εγχειρήματος είναι το ζήτημα της δημοκρατικής λογοδοσίας για τα πεπραγμένα μίας τέτοιας νευραλγικής υπηρεσίας. 

Ταυτόχρονα, στους κόλπους του INTCEN και ευρύτερα της ΕΕ εκφράζονται φόβοι ότι η νέα δομή θα αναπαράγει υπηρεσίες που ήδη προσφέρονται, αποδυναμώνοντας τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης ως κεντρικού κόμβου ευρωπαϊκής ανάλυσης ασφαλείας. Στην πράξη η νέα μονάδα πληροφοριών θα μπορούσε να μειώσει την επιρροή της επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, ενισχύοντας παράλληλα τη θέση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αναφέρουν κοινοτικές διπλωματικές πηγές.

Η πρωτοβουλία έχει να κάνει, υποστηρίζουν οι επικριτές της, με τις προσωπικές φιλοδοξίες της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Από την ανάληψη της προεδρίας της Κομισιόν, η ίδια έχει επιδιώξει να τοποθετήσει την Επιτροπή στο επίκεντρο των αποφάσεων για την εξωτερική πολιτική και την άμυνα, από την πανδημία μέχρι την Ουκρανία. Έτσι, κατά τους ίδιους, μια μονάδα πληροφοριών που αναφέρεται απευθείας στην ίδια ενισχύει την προσωπική της επιρροή και την ικανότητά της να διαμορφώνει την ατζέντα ασφάλειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. 

Πέραν όλων αυτών, θετικών ή αρνητικών προσεγγίσεων, δεν είναι σαφώς τυχαίο το πλαίσιο της διεθνούς συγκυρίας εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η εξέλιξη αυτή, δηλαδή έρχετεαι ως επακόλουθο των πιέσεων που δέχεται η ΕΕ από τον συνεχιζόμενο πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Την ίδια στιγμή, το γεγονός ότι η προεδρία Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει ακολουθήσει μία πιο συναλλακτική προσέγγιση στις σχέσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους και έχουν παράλληλα υπάρξει ορισμένες οργανωτικές και λειτουργικές αλλαγές στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, επηρέασε τον τρόπο επικοινωνίας και συντονισμού με την ευρωπαϊκή πλευρά. Οι βασικοί μηχανισμοί συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών σαφώς παρέμειναν ενεργοί, κυρίως λόγω κοινού συμφέροντος απέναντι σε απειλές όπως η τρομοκρατία και η επιρροή τρίτων χωρών, αλλά η περίοδος αυτή συνέβαλε στην ενίσχυση της συζήτησης στην Ευρώπη σχετικά με την ανάγκη περαιτέρω ανάπτυξης εγχώριων δυνατοτήτων στον τομέα των πληροφοριών, με σκοπό τη διατήρηση μιας σταθερής και ισορροπημένης συνεργασίας σε βάθος χρόνου και μείωσης της εξάρτησής τους από τις ΗΠΑ στο συγκεκριμένο πεδίο.