Η Ευρώπη γνώριζε ότι μια σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ήταν πιθανή. Για εβδομάδες, Ευρωπαίοι ηγέτες και αξιωματούχοι παρακολουθούσαν την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή και τις προειδοποιήσεις της κυβέρνησης Τραμπ προς την Τεχεράνη να εγκαταλείψει κάθε πυρηνική φιλοδοξία.
Ωστόσο, σύμφωνα με το BBC, τρεις ημέρες μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν, η Ευρώπη εμφανίζεται αποσυντονισμένη, χωρίς ενιαία φωνή και με περιορισμένη επιρροή στις εξελίξεις.
Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επικεντρώνονται κυρίως στην ασφάλεια των πολιτών τους που βρίσκονται στη Μέση Ανατολή, εξετάζοντας το ενδεχόμενο εκκένωσης δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων. Παράλληλα, ανησυχούν για τις οικονομικές συνέπειες της κρίσης, ιδιαίτερα για τις τιμές ενέργειας και τροφίμων. Οι τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν ήδη εκτοξευθεί, φτάνοντας σε επίπεδα που είχαν καταγραφεί τελευταία φορά με την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022.
Σε πολιτικό επίπεδο, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις δυσκολεύονται να διαμορφώσουν κοινή στάση. Η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση προειδοποιώντας ότι είναι έτοιμες να λάβουν «αμυντικά μέτρα» αν το Ιράν συνεχίσει τις επιθέσεις με πυραύλους και drones.
Ωστόσο, οι αντιδράσεις παραμένουν διαφορετικές: το Λονδίνο επέτρεψε τη χρήση βρετανικών βάσεων για αμερικανικά «αμυντικά» πλήγματα, η Γαλλία ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία στη Μέση Ανατολή μετά από ιρανική επίθεση σε βάση της στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ η Γερμανία δηλώνει έτοιμη μόνο για αμυντικές ενέργειες.
Υπάρχουν, ωστόσο, και διαφορετικές φωνές. Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ δήλωσε ότι μπορεί κανείς να αντιτίθεται στο ιρανικό καθεστώς, αλλά ταυτόχρονα να απορρίπτει μια «αδικαιολόγητη και επικίνδυνη στρατιωτική επέμβαση εκτός διεθνούς δικαίου».
Η κρίση αναδεικνύει, επίσης, τις βαθύτερες προκλήσεις για την ευρωπαϊκή άμυνα. Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε ότι η Γαλλία θα τροποποιήσει το πυρηνικό της δόγμα και θα αυξήσει τον αριθμό των πυρηνικών κεφαλών, τονίζοντας ότι το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας έχει αλλάξει δραματικά.
Την ίδια στιγμή, ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γερμανία, η Σουηδία και η Πολωνία εξετάζουν στενότερη πυρηνική προστασία από τη Γαλλία, καθώς η πολιτική των ΗΠΑ γίνεται ολοένα πιο απρόβλεπτη. Παρά τις φιλοδοξίες για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, η Ευρώπη εξακολουθεί να δυσκολεύεται να δράσει συντονισμένα, γεγονός που οδηγεί συχνά στη δημιουργία μικρότερων, ad hoc συμμαχιών μεταξύ χωρών για συγκεκριμένα ζητήματα ασφάλειας και άμυνας.
