Το 2025 αποδείχτηκε έτος σκληρής δοκιμασίας για τη Γαλλία και τον πρόεδρο Μακρόν. Με τη γαλλική οικονομία να στερείται Προϋπολογισμού, εν μέσω μίας δημοσιονομικής κρίσης που ολοένα βαθαίνει, με ένα κατακερματισμένο και εγκλωβισμένο στην πόλωση πολιτικό σύστημα και την κοινωνία στους δρόμους, οι οιωνοί για το 2026 μόνο ενθαρρυντικοί δεν είναι για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.
Καθώς ο κρατικός Προϋπολογισμός για το 2026 εξετάζεται εκ νέου από την Εθνοσυνέλευση, λίγοι πιστεύουν ότι οι βουλευτές θα τον εγκρίνουν. Η Επιτροπή Οικονομικών εξετάζει το νομοσχέδιο της κυβέρνησης από την περασμένη Πέμπτη, εν όψει της συνεδρίασης της Ολομέλειας που έχει προγραμματιστεί για τις 13 Ιανουαρίου.
Η πορεία της Γαλλίας το 2026 εξαρτάται από την αλληλεπίδραση τριών βασικών παραγόντων: την οικονομική διαχείριση υπό δημοσιονομικούς περιορισμούς, την κοινωνική ειρήνη εν μέσω κόπωσης από τις μεταρρυθμίσεις και τις πολιτικές ανακατατάξεις εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2027.
Οι επιλογές της κυβέρνησης ωστόσο είναι περιορισμένες. Ο κεντρώος συνασπισμός του Εμανουέλ Μακρόν, που κυριάρχησε στη γαλλική πολιτική τα προηγούμενα χρόνια, αποδυναμώθηκε σοβαρά στις πρόωρες εκλογές που προκάλεσε ο ίδιος το καλοκαίρι του 2024, με την ελπίδα ότι θα ανακόψει την άνοδο της ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν της Εθνικής Συσπείρωσης, για να βρίσκεται ωστόσο σήμερα αντιμέτωπος με μία Εθνοσυνέλευση που αδυνατεί να σχηματίσει απόλυτη πλειοψηφία 289 εδρών σε σύνολο 577.
Το υψηλό έλλειμμα της Γαλλίας, που προκάλεσε την παρέμβαση της Κομισιόν, και το χρέος που έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ άνω των 3,4 τρισ. ευρώ αποτελούν τροχοπέδη στη φιλοδοξία του Παρισιού να ηγηθεί της ευρωπαϊκής «στρατηγικής αυτονομίας» και να διαχειριστεί πολλαπλές κρίσεις στο διεθνές περιβάλλον, εν μέσω οξυνόμενων προεκλογικών διεργασιών.
Η βασική προτεραιότητα με την άφιξη του νέου έτους για τη Γαλλία είναι η ψήφιση του Προϋπολογισμού, κάτι που δεν έχει κατορθώσει μέχρι στιγμής ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί, παρά τις επίπονες προσπάθειες τριών μηνών μετά την ανάληψη των καθηκόντων του τον περασμένο Σεπτέμβριο. Λίγο πριν από τη δύση του 2025 η κυβέρνηση αναγκάστηκε να περάσει από την Εθνοσυνέλευση έκτακτο νόμο για την προσωρινή χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών τον Ιανουάριο, μέχρι να υπάρξει συμβιβασμός επί του σχεδίου του κρατικού προϋπολογισμού.
Σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσει το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ο Λεκορνί δήλωσε ότι δεν θα κάνει χρήση του άρθρου του Συντάγματος που επιτρέπει στην κυβέρνηση να ψηφίζει νομοσχέδια χωρίς ψηφοφορία, ένα «εργαλείο» που δέχεται από καιρό επικρίσεις ως αντιδημοκρατικό. Υποσχέθηκε επίσης να αναστείλει την αμφιλεγόμενη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος που αυξάνει την ηλικία συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη και είχε αποτελέσει «σημαία» του Μακρόν.
Ωστόσο, παρά τη δέσμευση του πρωθυπουργού, η υπουργός Προϋπολογισμού, Αμελί ντε Μονσαλέν, δήλωσε ότι «δεν αποκλείει τίποτα», συμπεριλαμβανομένης προφανώς και της χρήσης της «πυρηνικής επιλογής» του Άρθρου 49.3, που θα μπορούσε να εξασφαλίσει στη Γαλλία έναν λειτουργικό προϋπολογισμό. Αν όμως οι βουλευτές αντιδράσουν με νέα πρόταση δυσπιστίας και αυτή υπερψηφιστεί, η Γαλλία κινδυνεύει να μείνει ταυτόχρονα και χωρίς κυβέρνηση και χωρίς Προϋπολογισμό, και να διευρυνθεί περαιτέρω ο κύκλος πολιτικής αστάθειας.
Αντιμέτωπη με χρόνια πολιτικά αδιέξοδα και με μία απειλητική για τη δημοκρατική συνοχή οικονομική κρίση, η Γαλλία εισήλθε στο 2026 με έναν αποδυναμωμένο πρόεδρο, μια κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση και μια κοινή γνώμη κουρασμένη τόσο από τη διαρκή σύγκρουση στους δρόμους όσο και από πιέσεις για μεταρρυθμίσεις χωρίς ορατό κοινωνικό αντίκρισμα. Ο Εμανουέλ Μακρόν, που δεν μπορεί θεσμικά να είναι εκ νέου υποψήφιος το 2027, πλησιάζει στο τέλος της δεύτερης θητείας του βλέποντας τη μεταρρυθμιστική του ατζέντας να ατονεί ή να νοθεύεται, την ώρα που ο ίδιος και το προεδρικό περιβάλλον επιχειρεί να «σώσει» την υστεροφημία του μέσα από τη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων και την προσπάθεια ενίσχυσης του διεθνούς του κύρους.
Η πτώση της κυβέρνησης του πρωθυπουργού Φρανσουά Μπαϊρού τον περασμένο Σεπτέμβριο, η διαδοχή του από τον Σεμπαστιάν Λεκορνί και η άνοδος του κινήματος διαμαρτυρίας «Bloquons Tout» («Τα μπλοκάρουμε όλα») ανέδειξαν τα εύθραυστα όρια της κοινοβουλευτικής βάσης του Μακρόν και τη δυσκολία άσκησης διακυβέρνησης χωρίς σταθερή πλειοψηφία.
Το κομματικό σκηνικό της Γαλλίας εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από τρία βασικά μπλοκ: το προεδρικό κεντρώο στρατόπεδο, τη ριζοσπαστική Άκρα Δεξιά με κυρίαρχη την Εθνική Συσπείρωση και την ετερόκλητη Αριστερά, με τις διεργασίες για τις εκλογές του 2027 να αποκρυσταλλώνονται πολύ πριν από την επίσημη έναρξη της προεκλογικής περιόδου, μία τάση που αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω το 2026. Οι εσωτερικές δυναμικές σε κάθε πόλο ήδη αναδιαμορφώνουν τον ορίζοντα του 2027, παρατηρεί σε σχόλιό της η εφημερίδα Le Monde.
Στο κεντρώο στρατόπεδο, δυνητικοί διάδοχοι όπως ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ επιχειρούν να εμφανιστούν ως «φυσικοί κληρονόμοι» του μακρονισμού και ταυτόχρονα να μείνουν «μακριά» από την κυβερνητική φθορά και τα πολιτικά αδιέξοδα του προέδρου. Αν και η ρήξη μεταξύ Μακρόν και Φιλίπ επισημοποιήθηκε από τότε που ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το αξίωμα του στις 3 Ιουλίου 2020, αυτή εκδηλώνεται τώρα με πιο φανερό τρόπο. Ο Μακρόν «θα τιμήσει τον εαυτό του» ανοίγοντας τον δρόμο σε πρόωρες προεδρικές εκλογές, δήλωσε ο πρώην πρωθυπουργός, «γεγονός που σημαίνει να αποχωρήσει αμέσως μετά την έγκριση του προϋπολογισμού».
Εντός του μακρονικού «στρατοπέδου», κόμματα όπως Renaissance, MODEM και Horizons κινούνται με διαφορετική στρατηγική και ατζέντα το καθένα. Η απουσία ξεκάθαρης εκλογικής στρατηγικής μετατρέπει τη διακυβέρνηση σε καθημερινή άσκηση πολιτικής επιβίωσης αντί για εφαρμογή πολιτικής.
Στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, η απαγόρευση στην Μαρίν Λεπέν να αναλάβει δημόσιο αξίωμα, μετά την καταδίκη της σε υπόθεση κατάχρησης ευρωπαϊκών κονδυλίων, επιτάχυνε αναγκαστικά τις εξελίξεις στην Εθνική Συσπείρωση, με τον πρόεδρο του κόμματος Ζορντάν Μπαρντελά να αναδεικνύεται σε de facto προεδρικό υποψήφιο. Οι εσωτερικές συζητήσεις για ένα πιθανό «σχέδιο B» χωρίς να διαβρωθεί πλήρως η ηγεμονία της Λεπέν προκαλούν ήδη τριγμούς στο εσωτερικό του κόμματος, ενώ το 2026 θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για το κατά πόσο το ακροδεξιό κόμμα μπορεί να διατηρήσει την ισχυρή δημοσκοπική του δυναμική, προσαρμόζοντας παράλληλα τον λόγο του σε μια νέα, μετα‑Λεπέν εποχή.
Στην Αριστερά, η συμμαχία του Νέου Λαϊκού Μετώπου (NFP) καλείται να μετεξελιχθεί σε μία συνεκτική κυβερνητική εναλλακτική πρόταση. Αναλυτές επισημαίνουν ότι για να παραμείνει βιώσιμη το 2026 και να φτάσει λειτουργικά έως το 2027, η NFP οφείλει να θεσμοθετήσει σταθερούς μηχανισμούς συνεννόησης μεταξύ σοσιαλιστών, οικολόγων και ριζοσπαστικής αριστεράς και ταυτόχρονα να αποφύγει την ιστορική ροπή της γαλλικής -και όχι μόνο- Αριστεράς προς δημόσιες, διαβρωτικές εσωτερικές συγκρούσεις που διαχρονικά υπονομεύουν την αξιοπιστία της.
Πολιτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η «συγκατοίκηση» του προέδρου με αντίπαλα κόμματα, οι κυβερνήσεις μειοψηφίας και οι διαμαρτυρίες στους δρόμους θέτουν υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να δώσει μια ισχυρή, συνεκτική εκτελεστική ηγεσία, που θα υποστηρίζεται από πειθαρχημένες πλειοψηφικές δυνάμεις.
Το 2026, ο προβληματισμός για τη συνταγματική μεταρρύθμιση -συμπεριλαμβανομένων της πιθανής αναπροσαρμογής των προεδρικών εξουσιών, των αλλαγών στον εκλογικό νόμο ή ακόμη και της συμβολικής προοπτικής μιας «Έκτης Δημοκρατίας»- είναι πιθανό να παραμείνει μέρος των συζητήσεων σε επίπεδο ελίτ και διανοουμένων, χωρίς να οδηγήσει απαραίτητα σε συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές πριν από το 2027. Ωστόσο, το γεγονός και μόνο ότι τέτοια σενάρια αποτελούν κυρίαρχο μέρος του δημόσιου διαλόγου είναι ενδεικτικό του προβληματισμού που υπάρχει για την ανεπάρκεια του υφιστάμενου συνταγματικού πλαισίου να προσφέρει διέξοδο από τις πολλαπλές κυβερνητικές κρίσεις, τις λαϊκιστικές πιέσεις και την πολιτική πόλωση.
Όσον αφορά τις προοπτικές της οικονομίας, οι μακροοικονομικές προβλέψεις για το 2026 συγκλίνουν σε ένα σενάριο περιορισμένης ανάπτυξης, μείωσης του πληθωρισμού και συνεχιζόμενης δημοσιονομικής πίεσης.
Ο ΟΟΣΑ σημειώνει στην τελευταία έκθεσή του με τις προβλέψεις για το επερχόμενο έτος ότι η αναμενόμενη μείωση του ελλείμματος δεν θα είναι επαρκής για τη σταθεροποίηση του χρέους, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα θα καθυστερήσει περαιτέρω την ανάκαμψη της ανάπτυξης.
Η γαλλική κυβέρνηση στοχεύει για το 2026 σε έλλειμμα 4,7% του ΑΕΠ, ωστόσο ο ΟΟΣΑ εκτιμά το ποσοστό αυτό στο 5,2% του ΑΕΠ το 2026 και 5% το 2027. «Η επίτευξη του στόχου για έλλειμμα 3% του ΑΕΠ έως το 2030 θα απαιτήσει μια ευρεία στρατηγική: περικοπές δαπανών, στροφή προς μια φορολογική πολιτική με λιγότερες στρεβλώσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την τόνωση της δυνητικής ανάπτυξης», σημειώνεται στην έκθεση.
«Έπειτα από μια απότομη επιβράδυνση το 2025, το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί το 2026 και το 2027, αν και η συνεχιζόμενη πολιτική αβεβαιότητα θα επιβραδύνει την εγχώρια ζήτηση για κάποιο χρονικό διάστημα», σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ. Οι εξαγωγές θα αυξηθούν με οδηγό τις βιομηχανίες της αεροναυπηγικής (10% των εξαγωγών) και της ναυπηγικής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την πλευρά της, προβλέπει ανάπτυξη περίπου 0,9% για το 2026.
Όμως παρά τις προσπάθειες που γίνονται, «το δημόσιο χρέος θα αυξηθεί στο 122,5% του ΑΕΠ έως το 2027», εκτιμά ο ΟΟΣΑ.
Εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 2026 βρίσκει τις σχέσεις της Γαλλίας με τη Γερμανία «παγωμένες», την ίδια στιγμή που η ενεργοποίηση του γαλλογερμανικού άξονα με στόχο την προώθηση της «στρατηγικής αυτονομίας» της ΕΕ είναι πιο αναγκαίος από ποτέ για την αντιμετώπιση των προκλήσεων στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, της βιομηχανικής πολιτικής και της πράσινης μετάβασης. Παρίσι και Βερολίνο καλούνται να ξαναβρούν τον κοινό τους βηματισμό, παρά τις διαφορετικές προτεραιότητες στον τομέα της ευρωπαϊκής άμυνας και τις προσεγγίσεις στους δημοσιονομικούς κανόνες. Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος να αποδυναμωθεί την ικανότητα της Ένωσης να ανταποκριθεί με συνέπεια σε κλυδωνισμούς και να περιοριστεί σε ένα δευτερεύοντα ρόλο σε έναν κόσμο που θα πρωταγωνιστούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και πιθανώς η Ρωσία.
Πάντως, παρά τους περιορισμούς της και το μειωμένο περιθώριο ελιγμών στο εσωτερικό, Γαλλία εισέρχεται στο 2026 ως κεντρικός ευρωπαϊκός παράγοντας, με σημαντική επιρροή στην άμυνα, τη διπλωματία και τη βιομηχανική πολιτική. Η ικανότητα του Παρισιού να επηρεάσει τις διατλαντικές σχέσεις στην εποχή Τραμπ, τις εξελίξεις γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αμυντική ολοκλήρωση της ΕΕ, τις σχέσεις με την Κίνα και την ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση θα είναι σημαντική, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταφέρει να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του στο εσωτερικό και να αναζωογονήσει τις συμμαχίες εντός της Ένωσης.
Η βασική πρόκληση το 2026 για το γαλλικό πολιτικό σύστημα θα είναι να αποτραπεί η υπονόμευση της ικανότητας της Γαλλίας να δράσει στο εξωτερικό, εξαιτίας των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών κρίσεων στο εσωτερικό, ακριβώς τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι εταίροι αναμένουν, και σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτούν, τη γαλλική ηγεσία.
