Ρουσφέτια και διδάγματα

Στις εκλογές του 1996 (ακριβώς πριν 30 χρόνια), ως συντάκτης του ελεύθερου πολιτικού ρεπορτάζ, πρότεινα στο κανάλι που εργαζόμουν να παρακολουθήσω με μια κάμερα έναν βουλευτή μεγάλου κόμματος και να καταγράψω σε 24ωρή βάση τον τρόπο που έκανε την προεκλογική του εκστρατεία. Η πρόταση εγκρίθηκε, ο βουλευτής βρέθηκε (γνωστότατος και με μεγάλη πελατεία) και το άλλο πρωί νωρίς-νωρίς, 7.30 με την τσίμπλα στο μάτι, ήμουν έξω απ’ το γραφείο του «για να ξεκινήσουμε με επίσκεψη σε λαϊκή». Κατέβηκε κουστουμαρισμένος και κεφάτος, και μας έκανε νόημα να μπούμε στο αμάξι του.

Ήταν μια τεράστια, μαύρη, απαστράπτουσα, πανάκριβη, καλοπλυμμένη και επιμελώς γυαλισμένη BMW, που την ακολουθούσαν ακόμα δυο-τρία αυτοκίνητα συνοδείας, μεγάλα και ακριβά επίσης. «Συγγνώμη, μ’ αυτή την BMW θα μπείτε μέσα στην λαϊκή; Θα σας κράξει ο κόσμος, εκεί πάνε φτωχοί άνθρωποι, βιοπαλαιστές», του είπα. Με κοίταξε λες και ήμουν ηλίθιος. «Μ’ αυτήν θα πάω βέβαια» μου απάντησε. «Αν πάω με κανένα σαραβαλιασμένο FIATάκι, ξέρεις τι θα πουν; Αυτός είναι ανίκανος να βοηθήσει τον εαυτό του, εμένα θα βοηθήσει;». Περιττό να πω ότι εκλέχτηκε άνετα, παρά το γεγονός ότι το κόμμα του έχασε.

Άλλος, συνταξιούχος σήμερα βουλευτής του κάμπου, μου είχε διηγηθεί την ακόλουθη ιστορία για κάποιον «άνθρωπό» του. «Ήταν από τους πιο φανατικούς υποστηρικτές μου, ερχόταν στις συγκεντρώσεις μου, ερχόταν στο γραφείο και βοηθούσε, μιλούσε για μένα στο καφενείο και στη γειτονιά, γενικώς ήταν άνθρωπος μου. Όταν ο γιος του πήγε φαντάρος, ήρθε και μου ζήτησε μετάθεση κοντά στο σπίτι του. Την έκανα. Όταν απολύθηκε ο μικρός, ξανάρθε. «Βρες του τώρα και μια δουλειά». Ταλαιπωρήθηκα κάμποσους μήνες, τον έχωσα έκτακτο σ’ έναν δήμο, απ’ όπου σιγά-σιγά θα μονιμοποιούνταν.

Όταν όμως ήρθαν οι εκλογές και ενεργοποιούσα την ομάδα μου, συνειδητοποίησα ότι ο «άνθρωπός» μου που τόσο είχα εξυπηρετήσει, ήταν εξαφανισμένος. Ρώτησα που βρίσκεται και οι άλλοι μου είπαν ότι είχε ενταχθεί φανερά στην ακολουθία του βασικού μου αντιπάλου στον νομό. Έμεινα άναυδος. Τον πήρα κατ’ ευθείαν τηλέφωνο. «Έχεις κανένα παράπονο;» τον ρώτησα. «Δεν έκανα ότι μου ζήτησες; Δεν σου μετέθεσα το παιδί; Δεν στο διόρισα; Και τώρα πήγες στον απέναντι; Γιατί;»

«Όχι, δεν έχω κανένα απολύτως παράπονο από σένα» μου απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Αλλά δεν έχω ένα παιδί, έχω δύο. Κι αν ξαναερχόμουν σε σένα να σου πω να μου διορίσεις και το δεύτερο, δικαίως θα μου έλεγες ότι ένας διορισμός ανά οικογένεια φτάνει, γιατί έχεις λίγες θέσεις και πολλούς στην ουρά. Λογικό. Οπότε πήγα στον αντίπαλο σου και του πούλησα την μεταγραφή μου από σένα σε κείνον ,μαζί με τις ψήφους που κουβαλάω. Με αντάλλαγμα τον διορισμό και του δεύτερου παιδιού. Μη με παρεξηγείς, πατέρας είμαι».

Τώρα λοιπόν, όσοι βουλευτο-υπουργοί κρεμιούνται στα μανταλάκια λόγω ΟΠΕΚΕΠΕ, να θυμούνται δυο πράγματα. Πρώτο, όποιοι ανακατεύονται με τα πίτουρα, κινδυνεύουν να τους φάνε οι κότες. Αυτούς τώρα, έτυχε και τους τσίμπησε το ράμφος της όρνιθας. Καλά ήταν όταν διαφήμιζαν (σαν τον άλλον με την BMW) τις εξυπηρετήσεις τους, καλά ήταν όταν μ’ ένα τηλεφώνημα κονόμαγαν τα ψηφαλάκια ολόκληρων οικογενειών, τώρα τους έκατσε η στραβή και θα πληρώσουν. That’s life.

Δεύτερο, να μην εκπλαγούν καθόλου, αν δουν αυτούς που ευεργέτησαν παρατύπως ή και παρανόμως, να γίνονται οι πρώτοι κατήγοροι τους. Στους απέναντι ανταγωνιστές έχουν ήδη πάει, σαν την περίπτωση του άλλου που αναρωτιόταν γιατί χάθηκε ο «άνθρωπός» του. Έχουν μετακομίσει, ρίχνοντας και μια μούντζα στους εξ αιτίας κρεμασμένους στα μανταλάκια. Για την ανικανότητα τους να προφυλάξουν τον εαυτό τους και την πελατεία τους.