Ένα πρωί πέσαμε όλοι από τα σύννεφα, ανακαλύπτοντας ότι στην Ελλάδα κυριαρχεί το ρουσφέτι. Ότι ο βουλευτής είναι πολυτιμότερος από τον γιατρό. Αν δεν έχεις γιατρό μπορεί και να σωθείς! Θα στον βρει ο βουλευτής. Αν δεν έχεις όμως βουλευτή, πού πας! Πέσανε από τα σύννεφα ακόμη και οι συμμετέχοντας στην κυβέρνηση Παπαδήμου, όταν κυριαρχούσε το… 50 -25-25!
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι ο κ. Μητσοτάκης δεν έχει να πολεμήσει κάποιο βαθύ κράτος. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει κράτος! Αυτό θα πρέπει να είναι το δια ταύτα όλης της συζήτησης. Μεταξύ της κεντρικής πολιτικής εξουσίας, δηλαδή του πρωθυπουργού, καθώς στην Ελλάδα η εξουσία είναι ο πρωθυπουργός, και του πολίτη, δεν υπάρχουν ενδιάμεσοι σταθμοί. Από την μία το Μέγαρο Μαξίμου και από την άλλη οι πολίτες.
Στη μέση τίποτε, έρημος. Σαν κι αυτή που βάδιζε στα χρόνια της πολιτικής του μοναξιάς ο Αντώνης Σαμαράς. Πριν συμμετάσχει στην κυβέρνηση Παπαδήμου και πριν συγκυβερνήσει με τον Βαγγέλη Βενιζέλο του ΠΑΣΟΚ. Πριν δηλαδή θεσμοθετηθεί επίσημα το ρουσφέτι με την αναλογία 50 -25 -25. Όπου το τελευταίο 25 ήταν αρχικά του ΛΑΟΣ και στη συνέχεια της ΔΗΜΑΡ και της ανένταχτης Αριστεράς. Όταν δηλαδή η ΔΗΜΑΡ μπήκε μαζί με το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση Σαμαρά.
Η εξουσία, δεξιά ή αριστερά, δεν θέλησε να αποκαταστήσει αυτήν τη θεσμική ανωμαλία. Την ανυπαρξία, δηλαδή, ουσιαστικών μηχανισμών ελέγχου των κυβερνήσεων και του κρατικού μηχανισμού. Κι αυτό διότι με αυτό τον τρόπο η εξουσία αποκτούσε συγκάτοικους, περιοριζότανε η ισχύς της.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Από τη μία, το κράτος έπαψε σταδιακά να λειτουργεί και να παράγει, καθώς οι δομές του σταδιακά απογυμνώθηκαν και ο ρόλος του μοιραία αποδυναμώθηκε και από την άλλη ενισχύθηκε ο ρόλος των βουλευτών ως μόνων και αυθεντικών διαμεσολαβητών της σχέσης κράτους και πολιτών.
Αν πραγματικά θέλουμε να ανατρέψουμε τη σημερινή δυσάρεστη κατάσταση, πρέπει να ανοίξουμε εξίσου δυσάρεστες συζητήσεις. Μπορεί, άραγε, η κεντρική εξουσία να ενισχύσει την λειτουργία και την αυτονομία αντίστοιχα των κρατικών δομών; Να έχουν σταθερές διοικήσεις, ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία; Θα είναι μια αρχή, για να ξανασταθεί στα πόδια του ο κρατικός μηχανισμός. Έχουν τα πολιτικά κόμματα το σθένος να περάσουν στους ψηφοφόρους τους την αναγκαιότητα να καταργηθεί η μονιμότητα στο δημόσιο και οι υπάλληλοι να κρίνονται με βάση την προσφορά και την εργατικότητά τους; Τότε θα αρχίσουμε να ελπίζουμε ότι θα φτάσουμε σε πρότυπα Δυτικής Ευρώπης. Προς το παρόν βολοδέρνουμε μεταξύ Βαλκανίων και Ανατολής…
Ο κ. Μητσοτάκης, αν θέλει να πολεμήσει τις παθογένειες του συστήματος, που πιστεύουμε ότι θέλει και μάλιστα είναι από τους λίγους πολιτικούς που έχουν μια δομημένη άποψη για το θέμα, θα πρέπει να ξανασκεφτεί τον σταυρό προτίμησης για την εκλογή των βουλευτών και τη δραστική μείωση του αριθμού των Βουλευτών. Και για τα δύο αυτά δεν χρειάζεται αλλαγή του Συντάγματος. Το υπάρχον Σύνταγμα του δίνει την δυνατότητα να κάνει τις αλλαγές που χρειάζονται. Και αν το θέμα της λίστας είναι «δύσκολο» (ποιος θα τρέξει για να κερδίσει εκλογές χωρίς το κίνητρο του σταυρού), αυτό της μείωσης των εδρών είναι επιτακτικό. Υπό την έννοια ότι θα είναι ένα πρώτο βήμα για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του κοινού με την εξουσία. Η εμπιστοσύνη ενός κοινού που είναι πλειοψηφία στην κοινωνία και επιθυμεί να αλλάξει πράγματι σελίδα η χώρα.
Η εξουσία δεν θέλει να χάσει ούτε έναν πόντο από την επιρροή της. Αν το ήθελε θα το είχε ήδη κάνει. Οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις ενίσχυσαν τον κεντρικό ρόλο της κυβέρνησης. Δηλαδή του πρωθυπουργού! Δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα πρωθυπουργός που να έκανε το αντίθετο, με εξαίρεση τον Γιώργο Παπανδρέου. Ο οποίος όμως δεν έμεινε αρκετό διάστημα για να κάνει περισσότερα σε αυτόν τον τομέα. Από εκεί και έπειτα, ούτε ο Αντώνης Σαμαράς, ούτε ο Αλέξης Τσίπρας θέλησαν να χάσουν ένα κομμάτι από το χωράφι τους. Ο κ. Μητσοτάκης είναι ακόμη εν ενεργεία και έχει τη δυνατότητα να κάνει κάτι ουσιαστικό σε αυτό το πεδίο. Να δημιουργήσει ενδιάμεσους θεσμούς που θα αποκαταστήσουν την σχέση εμπιστοσύνης του πολίτη με το κράτος. Και κυρίως θα αποτελέσουν μια ήττα του πελατειακού κράτους. Αν, για παράδειγμα, είχε ενισχυθεί ο ρόλος του Συνηγόρου του Πολίτη, δεν θα χρειαζότανε οι αγρότες να πάνε στον βουλευτή τους, επειδή ο τεχνικός τους σύμβουλος αρρώστησε και ξέχασε να στείλει ένα δικαιολογητικό. Αν υπήρχε θεσμικός δρόμος, ο άλλος δρόμος, αυτός του βουλευτή και του ρουσφετιού, θα είχε χορταριάσει.
Θανάσης Μαυρίδης
