Μπακαλιάρος, σκορδαλιά, νύχια

Από τον φετινό λαμπρό εορτασμό της 25ης Μαρτίου, εγώ έβγαλα ένα βασικό συμπέρασμα. Η τηγανίλα ενοχλεί το μέσο ελληνικό σπίτι. Ενδεχομένως να ισχύει και το άλλο. Η σύγχρονη ελληνική οικογένεια έχει ξεχάσει πώς αλευρώνεται ο μπακαλιάρος ή πώς φτιάχνεται το κουρκούτι. Ίσως με τον καιρό να χάθηκε και η τέχνη παρασκευής της πατροπαράδοτης σκορδαλιάς, εντάξει, μπορεί το 1821 οι νοικοκυρές να το χαν ευκολάκι αλλά το 2026 ποιος κάθεται να κοπανάει σκόρδα μέσα στο γουδί; Μπελάς. Και ποιος έχει πια γουδί στο σπίτι του; Όπερ η μέση ελληνική οικογένεια, ανήμερα του Ευαγγελισμού, είτε βγαίνει έξω να φάει, είτε παραγγέλνει.

Παρήγγειλα κι εγώ, σάματις διαφέρω από τους υπόλοιπους ανθρώπους της εποχής μου; Όχι καθόλου. Διαφέρω όμως σε κάτι άλλο. Όταν παραγγέλνω, δεν φωνάζω παραλλήλως ότι πεινάω, ότι υποφέρω, ότι δεν τα βγάζω πέρα, ότι είμαι στο όριο της φτώχειας. Πάω σαν κύριος, στέκομαι στην ουρά του ψαράδικου, παίρνω το πακέτο μου, λέω ένα «Δόξα τω Θεώ» που έχω αυτή την δυνατότητα και γυρίζω σπίτι μου. Κι όταν λέμε ουρά, εννοούμε καμιά εβδομηνταριά άτομα, που άρχιζαν από το ταμείο, έβγαιναν έξω από το μαγαζί και συνέχιζαν ως πέρα στην γωνία του πεζοδρομίου.

Όλοι δύσθυμοι και μουρμούρηδες. Ήταν βλέπετε 25η του μήνα, και ως γνωστόν τα λεφτά των νοικοκυριών τελειώνουν πια από τις 20 κάθε μήνα, λόγω της φτώχειας στην οποία έχουμε υποχρεωθεί να ζούμε. Μέσα στο ψαράδικο, τα πακέτα με τις παραγγελίες είχαν φτιάξει ένα πραγματικό βουνό δίπλα στο ταμείο. Αν έγερνε ο σωρός στο πλάι, ο ταμίας την είχε άσχημα. Ακόμα θα τον ψάχναμε κάτω από παντζαροσαλάτες και γαλέους.

Χώρια αυτούς που τρώγανε στα τραπέζια γύρω-γύρω, χώρια εκείνους που περίμεναν ανυπόμονοι ν’ αδειάσει τραπέζι για να κάτσουν.

Κάθε έτοιμο πακέτο είχε απ’ έξω κολλημένο με ζιλοτέιπ ένα χαρτάκι που έγραφε όνομα, ώρα παράδοσης, την παραγγελία (3 μπακαλιάροι, 1 καλαμαράκια, 1 πατάτες, 1 παντζάρια, 1 σκορδαλιά) και την τιμή. Νοικοκυρεμένα πράγματα. Τα χάζεψα έτσι που ήταν ντανιασμένα. Τα περισσότερα ήταν ανάμεσα στα 50 και τα 70 ευρώ. Υπήρχαν και των 30 ευρώ, υπήρχαν και των 100συν, όμως ο μέσος όρος ήταν το 60άρι με 70άρι.

Υπήρχαν τουλάχιστον 100 πακέτα έτοιμα, με ώρες παράδοσης 12:30, 13:00 και 13:30, εκείνη την ώρα είχα πάει εγώ. Προφανώς είχαν παραδοθεί κι άλλα πακέτα νωρίτερα, ενώ λογικά η κίνηση θα κορυφωνόταν μετά τις 14:00 με 14:30. Στην κουζίνα του μαγαζιού γινόταν πραγματικός πόλεμος. Οι φωνές και το πήγαινε-έλα ήταν κάτι το απερίγραπτο. Απορούσα τι απολάμβαναν εκείνοι που κάθονταν στα τραπέζια.

Εντάξει, no problem. Εορταστικός συνωστισμός, συνηθισμένη κατάσταση. Απλώς λέω κάτι που (στο δικό μου το μυαλό) φαντάζει λογικό. Η οικογένεια που δεν δίνει 15 ευρώ για να πάρει ένα φτερό μπακαλιάρου, να το ξαλμυρίσει και να το τηγανίσει (διότι βαριέται τα αλευρώματα και σιχαίνεται την τηγανίλα στην κουζίνα) αλλά προτιμά να δώσει 70 ευρώ για να τον πάρει απ’ έξω (κρύο γιατί τηγανίστηκε από το πρωί), ας μην διαμαρτύρεται παράλληλα ότι ζει στο όριο της φτώχειας. Διότι δεν ζει.

Ξέρω, θα μου πείτε την γνωστή θεωρία ότι στην ελληνική κοινωνία υπάρχουν φτωχοί που ούτε το φτερό του μπακαλιάρου από τον μπακάλη δεν έχουν ν’ αγοράσουν. Επίσης ότι δεν πρέπει να κρίνω μόνο από τους «λίγους» που έχουν να ξοδέψουν. Μα αυτό ακριβώς σας λέω. Οι «λίγοι» δεν είναι διόλου λίγοι, είναι πάρα πολλοί. Και εγώ δεν ακούω μόνο τους πάμφτωχους να διαμαρτύρονται (δικαίως) ότι υποφέρουν, όλους τους ακούω να το φωνάζουν. Με οργή μάλιστα.

Υ.Γ. Πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι η μέση ελληνίδα ξοδεύει 400-800 ευρώ τον χρόνο για τα νύχια της. Με γεια τους με χαρά τους, εύχομαι στα κορίτσια να έχουν τα ωραιότερα και πιο περιποιημένα νύχια του κόσμου. Αλλά να μην σκούζουν παράλληλα ότι ζουν σε μια οικονομική κόλαση. Στην κόλαση, τα νύχια μένουν άβαφα, με τα πετσάκια άκοπα.

Υ.Γ2. Ξέρω ότι αυτά που γράφω εκνευρίζουν. Δεν με νοιάζει, έφτασα σε μια ηλικία που διαθέτω την ελευθερία να γράφω αυτά που πιστεύω, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις. Ειδικά στα social media, τα οποία δεν διαβάζω ποτέ. Τσάμπα βρίζετε. Με την ευκαιρία να σας πω και το τελευταίο. Με το μυαλό που κουβαλάμε όλοι μας, έτσι που οδεύουμε συλλογικώς, η χρεωκοπία θα μας επισκεφθεί ξανά. Ήδη σκουπίζει τα παπούτσια της στο χαλάκι της εξώπορτας μας και ετοιμάζεται να χτυπήσει το κουδούνι…