Ελεύθεροι επαγγελματίες. Οι αυριανοί πάμφτωχοι συνταξιούχοι

Υπάρχει μια τεχνική λεπτομέρεια που πέρασε πάλι αθόρυβα, αλλά καθορίζει το μέλλον εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Είναι η επιλογή της κυβέρνησης να αυξήσει και φέτος τις ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών με βάση τον πληθωρισμό και όχι με βάση τον δείκτη μισθών, όπως προβλέπει ο νόμος. Άρα να πληρώσουν λιγότερα και το 2026, αναβάλλοντας την εφαρμογή ενός νόμου που υπάρχει, αλλά μετατίθεται διαρκώς για «αργότερα». Ένα αργότερα που ποτέ δεν έρχεται.

Ναι, όλοι αναγνωρίζουν ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες –οι «μικρομεσαίοι», για να ακούγεται πιο πολιτικά εύηχο– πιέζονται οικονομικά. Όμως αυτή η πίεση έχει μετατραπεί σε άλλοθι για κάτι πολύ πιο επικίνδυνο. Για το γεγονός ότι δεν χτίζουν επαρκή σύνταξη. Ότι δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο τα μελλοντικά χρόνια της ανημποριάς τους, πιστεύοντας ότι έτσι θα αντέξουν το σήμερα.

Αυτό δεν είναι απλώς λάθος, είναι πραγματικό σκάνδαλο. Η δυσκολία του παρόντος, γίνεται θεσμοθετημένη υπονόμευση του μέλλοντος. Αν πρέπει να κοπεί κάτι, κόβεται από τη σύνταξη. Από το αύριο. Πάντα από το αύριο.

Οι ίδιοι οι μικρομεσαίοι έχουν σοβαρό μερίδιο ευθύνης. Κοιτάζουν μόνο το παρόν. Άλλοι από αδιαφορία, άλλοι από φόβο, άλλοι χρησιμοποιώντας το χαζό στερεότυπο «σιγά μην πάρουμε εμείς σύνταξη». Τελικά όμως, όλοι φθάνουν στην ηλικία σύνταξης, όμως τότε είναι αργά για οποιαδήποτε διόρθωση.

Όταν τα έξοδα τρέχουν και τα έσοδα πιέζονται, η ασφαλιστική εισφορά αντιμετωπίζεται ως αγγαρεία και όχι ως αποταμίευση ζωής. Έτσι όμως η σημερινή στενότητα μετατρέπεται σε αυριανή φτώχεια. Το πρόβλημα δεν λύνεται, απλώς μετατίθεται σε μια ηλικία όπου η μόνη επιλογή θα είναι η γκρίνια.

Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, λαϊκίζει συνειδητά. Αντί να πει την αλήθεια –ότι χωρίς ουσιαστικές εισφορές δεν υπάρχει αξιοπρεπής σύνταξη– επιλέγει τον εύκολο δρόμο. Αυξήσεις κατά το δυνατόν μικρότερες, χαμηλές ασφαλιστικές κατηγορίες, αποσύνδεση εισφορών και συνταξιοδοτικού αποτελέσματος. Μεταθέτει το πρόβλημα στις κυβερνήσεις του 2045 ή του 2055, οι οποίες θα κληθούν να διαχειριστούν στρατιές φτωχών συνταξιούχων και ένα ασφαλιστικό σύστημα χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση.

Αλλά και τα συνθήματα που εκτοξεύονται, την ίδια λογική υπηρετούν. Αυτά τα «όχι στις συντάξεις πείνας» ή τα «διπλασιασμός των αγροτικών συντάξεων τώρα», καλλιεργούν την κοινωνική πεποίθηση ότι το ύψος ων συντάξεων είναι προϊόν πολιτικών αποφάσεων και όχι ασφαλιστικών εισφορών που έχουν πληρωθεί και χρόνων ασφάλισης.

Όσο για την δημοσιογραφία, συνεχίζει να λειτουργεί ως επιταχυντής αυτής της μετάθεσης. «Να μην γίνουν αυξήσεις στις εισφορές, οι μικρομεσαίοι δεν αντέχουν», λένε οι τηλεοράσεις. Σωστό ως καταγραφή, εγκληματικό ως στάση. Γιατί δεν είναι δουλειά της δημοσιογραφίας να χαϊδεύει τον φόβο, αλλά να εξηγεί τις συνέπειες. Να λέει καθαρά ότι η μη σύνδεση εισφορών και πραγματικού εισοδήματος σήμερα, ισοδυναμεί με συντάξεις πείνας αύριο.

Ο μισθωτός του ιδιωτικού τομέα ή ο δημόσιος υπάλληλος ασφαλίζεται υποχρεωτικά για μια σχετικά ικανοποιητική σύνταξη. Οι εισφορές που του παρακρατούν χτίζει μια σύνταξη γύρω πάνω από τα 1000-1100 ευρώ, με σημερινές τιμές. Αντιθέτως, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, επιλέγοντας μαζικά την κατώτατη ασφαλιστική κλάση και την μικρότερη ανά χρόνο αύξηση της, πάνε ντουγρού για συντάξεις των 600 ευρώ. Πώς θα ζήσουν μετά τα 67 τους;

Όλο αυτό μαζί –η κοντόφθαλμη επιλογή των μικρομεσαίων, ο κυβερνητικός λαϊκισμός και η δημοσιογραφική ευκολία– συνθέτει ένα κοινωνικό έγκλημα σε αργή κίνηση. Χωρίς κραυγές, χωρίς συγκρούσεις, αλλά με απολύτως προβλέψιμο τέλος. Και γι’ αυτό ακριβώς ασυγχώρητο.