Τελικά επηρέασε ο Τραμπ την πολιτική της κλιματικής αλλαγής;

Τελικά επηρέασε ο Τραμπ την πολιτική της κλιματικής αλλαγής;

Πριν τέσσερα χρόνια, η είδηση της εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών έπεσε σαν κεραυνός στην παγκόσμια κοινότητα και προκάλεσε ένα μεγάλο κύμα ανησυχίας, που ειδικά στις ίδιες τις ΗΠΑ παρουσίαζε πολλές φορές και στοιχεία υπερβολής. Για παράδειγμα, σε πολλές αμερικανικές εταιρείες και πανεπιστήμια συστήθηκαν ομάδες ψυχολογικής υποστήριξης για τους εργαζόμενους και τους φοιτητές, ενώ ορισμένοι από τους μεγάλους CEOs έστειλαν επιστολές στο προσωπικό τους για να το καθησυχάσουν και να διαβεβαιώσουν ότι η ζωή θα συνεχιστεί “κανονικά”.

Εάν όμως υπήρχε ένας τομέας όπου η ανησυχία ήταν πραγματικά δικαιολογημένη, αυτός ήταν η οικολογία και πιο ειδικά ο χώρος της κλιματικής αλλαγής. Διότι ο Τραμπ θεωρούσε ότι η υπόθεση της κλιματικής αλλαγής είναι μια απάτη που αποσκοπούσε να βλάψει την αμερικανική βιομηχανία επ’ ωφελεία τρίτων χωρών (ιδίως της Κίνας) και δήλωνε ως δική του προτεραιότητα την απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία των Παρισίων που είχε επιτευχθεί ένα χρόνο νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 2015, και είχε συνυπογραφεί από 194 χώρες.

Έτσι, δικαιολογημένα, στον χώρο του περιβάλλοντος επικρατούσε μεγάλη απογοήτευση και αγωνία για το μέλλον, καθώς η στάση του Τραμπ θεωρείτο μεγάλο πλήγμα για τη διεθνή προσπάθεια, που πιθανόν να οδηγούσε σε ναυάγιο τη συνολική διεθνή συναίνεση στη μάχη για τη κλιματική αλλαγή. Εντούτοις, μια πιο ψύχραιμη ανάλυση της κατάστασης θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι όταν έχουμε να κάνουμε με τόσο μεγάλες και ισχυρές τάσεις, όπως αυτή της περιβαλλοντικής πολιτικής, είναι αδύνατον ένας άνθρωπος, όποιος κι αν είναι και όσο μεγάλη θέση κι αν κατέχει, να μπορέσει να αντιστρέψει την κατεύθυνση της ιστορίας.

Ας δούμε λοιπόν σήμερα, τώρα που η εποχή Τραμπ έφτασε στο τέλος της, ποια ήταν η πραγματική επιρροή του απερχόμενου Αμερικανού προέδρου στα θέματα του περιβάλλοντος, τί μπόρεσε να καθυστερήσει, να αντιστρέψει ή ενδεχομένως να ακυρώσει· με δυο λόγια, ας μετρήσουμε πόση ζημιά μπόρεσε να κάνει. Η σύντομη απάντηση είναι ότι δεν κατόρθωσε πολλά πράγματα· πέραν μιας μάλλον συμβολικής παρά ουσιαστικής αντι-κλιματικής ρητορικής, η μόνες ενέργειές του ήταν η μείωση των επιχορηγήσεων ορισμένων ομοσπονδιακών ρυθμιστικών υπηρεσιών, όπως η Environmental Protection Agency, και μια σειρά από “εκπτώσεις” στην περιβαλλοντική νομοθεσία, με σκοπό να διευκολύνει τις εγκρίσεις των μεγάλων επενδύσεων με μικρότερο κόστος. Αποφάσεις δηλαδή που ο επόμενος πρόεδρος θα ανακαλέσει με την ίδια ευκολία που δημιουργήθηκαν, υπογράφοντας μερικά executive orders.

Όσον αφορά τη Συμφωνία των Παρισίων, ο Τραμπ όντως πραγματοποίησε την απειλή του, αποσύροντας στις 4 Νοεμβρίου 2020, μετά από μια μακρόχρονη διαδικασία, τις ΗΠΑ από τη συμφωνία αυτή. Πρακτικά όμως, η συμφωνία δεν είναι ιδιαίτερα δεσμευτική για τις χώρες που συμμετέχουν, αφού αφήνει στην κάθε μία απ’ αυτές να καθορίσει η ίδια τους στόχους της μέσω των λεγόμενων “εθνικά καθοριζόμενων συνεισφορών” (nationally determined contributions ή NDCs), χωρίς καν κυρώσεις για τη μη επίτευξή τους – αυτό ήταν το τίμημα της επίτευξης ενός τόσο μεγάλου consensus όταν συνομολογήθηκε η συμφωνία. Ούτως ή άλλως, με ή χωρίς τις ενέργειeς του Τραμπ, η κύρωση της συμφωνίας από το Κογκρέσο θα ήταν πολύ δύσκολη λόγω της πλειοψηφίας που απαιτείται· έτσι ακόμη κι αν δεν είχε παρέμβει ο Τραμπ, το πιθανότερο είναι η θέση των ΗΠΑ να είχε παραμείνει μετέωρη, με υπογεγραμμένη αλλά μη κυρωμένη της συμμετοχή της. Βεβαίως, επειδή το θέμα έχει μεγάλη συμβολική σημασία, ο νέος πρόεδρος Joe Biden έχει δεσμευτεί να επαναφέρει τις ΗΠΑ στις Συμφωνία του Παρισιού, οπότε η παρακώληση που έφερε ο Τραμπ θα χάσει και την όποια θεωρητική της αξία.

Το πλέον ενδιαφέρον είναι ότι παρά τις αντιρρήσεις του Τραμπ και την εχθρική του στάση, όλοι οι υπόλοιποι φορείς στις ΗΠΑ συνέχισαν κανονικά την πολιτική τους στα θέματα του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής, αδιαφορώντας πλήρως για την επίσημη πολιτική της κυβέρνησης. Όλες οι μεγάλες εταιρείες, με πρώτες τις πετρελαϊκές, συνέχισαν να αυξάνουν τις επενδύσεις τους στην πράσινη ενέργεια, δεδομένου ότι η πολιτική τους χαράσσεται με ορίζοντα εικοσαετίας και δεν επηρεάζεται από τις αποφάσεις (και τα τουίτ) ενός ιδιόρρυθμου και εκκεντρικού προέδρου. Για παράδειγμα, τρεις από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής πετρελαίου, οι Chevron, η ExxonMobil και η Occidental Petroleum έγιναν μέλη της πρωτοβουλίας του κλάδου τους για την κλιματική αλλαγή (Oil and Gas Climate Initiative) και δημιούργησαν ένα fund με κεφάλαιο που ξεπερνά το 1 δισ. δολάρια με σκοπό τις πράσινες επενδύσεις. Όλες ανεξαιρέτως δήλωσαν ότι στηρίζουν τη Συμφωνία των Παρισίων και έθεσαν στόχους για μείωση του αποτυπώματος άνθρακα των εγκαταστάσεών τους· για παράδειγμα η ExxonMobil έχει θέσει στόχο τη μείωση των εκπομπών κατά 20% για το 2025 σε σχέση με το 2016 (που από ειρωνεία της τύχης συμπίπτει με τη χρονιά της εκλογής του Τραμπ), ενώ η Occidental ανέλαβε την υποχρέωση έναντι των επενδυτών της να γίνει carbon-neutral μέχρι το 2040. Ακόμη και οι εταιρείες εξόρυξης άνθρακα, οι μόνες που ευνοήθηκαν πραγματικά από τις αποφάσεις του Τραμπ να αποδυναμώσει τις απαιτήσεις περιβαλλοντικών μελετών, συνέχισαν να επενδύουν σε περιβαλλοντικές τεχνολογίες, υπό το φόβο αντιμέτρων στις διεθνείς δραστηριότητές τους και διαγραφής τους από τα διεθνή επενδυτικά χαρτοφυλάκια.

Ομοίως, τα μεγάλα πανεπιστήμια συνέχισαν κανονικά την έρευνα, αναπτύσσοντας νέες τεχνολογίες του περιβάλλοντος, ενώ το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα αδιαφορώντας κυριολεκτικά για το τι λέει και αποφασίζει ο Τραμπ έλαβε νέες πρωτοβουλίες για το περιβάλλον και προώθησε νέους θεσμούς που ενισχύουν τη συμμόρφωση (compliance) με τις περιβαλλοντικές επιταγές. Το 2017, τη χρονιά που ανέλαβε την προεδρία ο Τραμπ, οι μεγαλύτεροι διεθνείς επενδυτές και διαχειριστές κεφαλαίου ίδρυσαν το ισχυρότερο λόμπυ της κλιματικής αλλαγής, το Climate Action 100+, με συμμετοχή των ισχυρότερων εταιρειών διαχείρισης της Wall Street: BlackRock, Pimco, κλπ. Σήμερα το Climate Action 100+ αριθμεί 545 μέλη που έχουν υπό διαχείριση 52 τρισ. δολάρια και εφαρμόζουν πολύ συγκεκριμένες πολιτικές στην επιλογή των τίτλων που σχηματίζουν τα χαρτοφυλάκιά τους, με βάση περιβαλλοντικά και κλιματικά κριτήρια.

Την εποχή της διακυβέρνησης Τραμπ, οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες υιοθέτησαν, η μία μετά την άλλη, μεθόδους ESG (Environmental, Social & Governance) στην αξιολόγηση των αιτημάτων πιστοδοτήσεων και αποφάσισαν ότι θα αξιολογούν τον κίνδυνο των δανείων που χορηγούν, πέρα απ’ τα οικονομικά στοιχεία, με περιβαλλοντικά και κλιματικά κριτήρια. Επίσης όλες οι μεγάλες τράπεζες έθεσαν υψηλότατους στόχους χορηγήσεων για περιβαλλοντικά projects, κυρίως στην πράσινη ενέργεια και σε οποιοδήποτε άλλη δράση συμβάλλει στη μείωση του αποτυπώματος άνθρακα: 200 δισ. δολάρια η JPMorgan Chase, 250 δισ. η Citigroup κλπ.

Τέλος, οι ΗΠΑ κατέχουν την πρώτη θέση στον κόσμο στα πράσινα ομόλογα (green bonds), με συνολικές εκδόσεις 212 δισ. δολαρίων, ενώ ενίσχυσαν τη θέση τους καθ’ όλη την περίοδο της προεδρίας Τραμπ. Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι βασική συμμετοχή σε αυτές τις εκδόσεις έχουν οι αμερικανικές πόλεις με τα δημοτικά πράσινα ομόλογα (municipal green bonds) και οι κρατικές agencies. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι η κρατική εταιρία στεγαστικών δανείων Fannie Mae: τα τρία τελευταία χρόνια , καθ’ ον χρόνο ο Τραμπ έγραφε τα τουίτ του εναντίον της κλιματικής αλλαγής, η Fannie Mae έγινε ο μεγαλύτερος εκδότης πράσινων τίτλων διεθνώς (22,8 δισ. δολάρια το 2019), ενώ μόνο την τελευταία χρονιά χρηματοδότησε πάνω από 200.000 σπίτια με οικολογικές/κλιματικές προδιαγραφές!

Συνολικές εκδόσεις Green Bonds

Αυτά είναι λίγα απ’ τα στοιχεία που μπορούμε να παραθέσουμε για την πολιτική ή μάλλον για την αδυναμία άσκησης πολιτικής του Τραμπ σε σχέση με τα περιβαλλοντικά ζητήματα και την κλιματική αλλαγή. Έκανε τελικά ζημιά ο Τραμπ στο περιβάλλον; Ναι, έκανε, διότι ενίσχυσε τις πεποιθήσεις ενός μεγάλου μέρους της αμερικανικής κοινής γνώμης στην  άρνησή της κλιματικής αλλαγής και συγχρόνως αποδυνάμωσε τους οργανισμούς εποπτείας του περιβάλλοντος, μειώνοντας τη χρηματοδότησή τους. Δεν κατόρθωσε όμως να αντιστρέψει τη γενική κατεύθυνση των πραγμάτων· όπως δείχνουν οι αριθμοί και τα γεγονότα, η αμερικανική κοινωνία και ιδίως το πιο δυναμικό της κομμάτι, οι οικονομικοί φορείς, τον αγνόησαν απόλυτα. Ευτυχώς.

* Ο Χρήστος Κίσσας, PhD, είναι συγγραφέας του “Green Finance”