Π. Λιαργκόβας: Βιάζονται για το ομόλογο γιατί φοβούνται το Eurogroup

Π. Λιαργκόβας: Βιάζονται για το ομόλογο γιατί φοβούνται το Eurogroup

Τυχόν ενστάσεις που θα διατυπωθούν από διάφορες χώρες στο προσεχές Eurogroup για τις καθυστερήσεις στα προαπαιτούμενα, θέλει να προλάβει η κυβέρνηση, γι'' αυτό και σπεύδει να εκδώσει τώρα το 10ετές ομόλογο.

Στην άποψη αυτή καταλήγει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας, ερμηνεύοντας την απόφαση της κυβέρνησης να βγει στις αγορές πριν την κρίσιμη συνεδρίαση της προσεχούς Δευτέρας 11 Μαρτίου, ακριβώς επειδή φοβάται αντιδράσεις από κάποιους υπουργούς Οικονομικών για την αργή πρόοδο των μεταρρυθμίσεων, παρόμοιες με εκείνες στις πρόσφατες εκθέσεις της Κομισιόν, και ικανές να χαλάσουν το ευνοϊκό κλίμα στις αγορές.

"Δεν θα ήταν καλύτεροι οι όροι δανεισμού εάν είχαμε υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις και βγαίναμε με περίσσευμα αξιοπιστίας μετά το Eurogroup;", διερωτάται ο καθηγητής στο Πανεπιστήµιο Πελοποννήσου και πρώην επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού στη Βουλή.

Αναγνωρίζει ότι το κλίμα στις αγορές έχει αλλάξει, ωστόσο επισημαίνει ότι δεν ψηφίζουν αυτές, παρά οι πολίτες που βλέπουν ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει στην καθημερινότητά τους, και θεωρεί ως μεγαλύτερο στοίχημα για την επόμενη κυβέρνηση, την αλλαγή του κλίματος στην κοινωνία και την οικονομία.

"Σήμερα ένας νέος άνθρωπος επιλέγει να μην πάει για δουλειά γιατί "βολεύεται" με ένα καλό "χαρτζιλίκι" από τους γονείς του ή με ένα κρατικό επίδομα ή ένα "μαύρο" μεροκάματο, αυτό πρέπει να αλλάξει", όπως λέει, προσθέτοντας ότι η νέα κυβέρνηση πρέπει "να διαμορφώσει κίνητρα υπέρ της εργατικότητας, και εναντίον του ωχαδερφισμού".

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

- Το τελευταίο μήνα, το κλίμα στο χρηματιστηριακό ταμπλό όσο και στις αποδόσεις των ομολόγων, έχει αλλάξει. Είναι επειδή οι αγορές προεξοφλούν την πολιτική αλλαγή στη χώρα, όπως είπε και από τους Δελφούς ο Ζ.Μπαρόζο, και την εφαρμογή μέτρων που θα διευκολύνουν τις εισροές κεφαλαίων και θα δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη;

λιΠράγματι, το τελευταίο διάστημα το κλίμα έχει αλλάξει. Οι αλλαγές αυτές συμβαίνουν όταν προεξοφλούνται θετικές εξελίξεις. Μία από αυτές είναι η αλλαγή της σκυτάλης στη διακυβέρνηση της χώρας από μια νέα κυβέρνηση που έχει βάλει ως στόχο της την ανάπτυξη για όλους με μικρότερη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών, αποτελεσματικότερο κράτος, περισσότερες επενδύσεις και ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Μια δεύτερη εξέλιξη είναι ο διάδοχος νόμος Κατσέλη, ο οποίος θα μπορούσε να αυξήσει τα έσοδα των τραπεζών έως 600 εκατ ευρώ για τα επόμενα 20 χρόνια ετησίως ενώ περιλαμβάνει μέτρα τα οποία είναι ξεκάθαρα φιλικότερα προς τις τράπεζες. Εκτιμάται ότι 100.000 θα ενταχθούν στον διάδοχο νόμο Κατσέλη έναντι δυνητικών υποψηφίων 175 με 180.000.

- Σε αυτό το κλίμα, να ερμηνεύσουμε και την χθεσινή ανακοίνωση έκδοσης 10ετούς ομολόγου, δεδομένου ότι η απόδοση του έχει πλέον υποχωρήσει σε χαμηλά κρίσης, στα επίπεδα του 3,6%;

Η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται (και ορθά κάνει) το ευνοϊκό κλίμα που υπάρχει αυτή τη στιγμή στις αγορές γενικά αλλά και αυτό που δημιουργήθηκε μετά την αναβάθμιση από τον οίκο Moody's ειδικά.

Στο παρελθόν είχα υποστηρίξει ότι είναι απαραίτητο η χώρα να βγει στις αγορές μέχρι τον Μάρτιο και πραγματικά χαίρομαι που αυτό υλοποιείται. Διαφορετικά θα είχαμε πρόβλημα αξιοπιστίας και αυτό θα σήμαινε αδυναμία.

Υπάρχει όμως, εδώ, μια αδυναμία. Εκδίδουμε το 10ετές ομόλογο πριν από την συνεδρίαση του Eurogroup την προσεχή Δευτέρα 11 Μαρτίου. Προφανώς το κάνει αυτό η κυβέρνηση για να προλάβει τυχόν ενστάσεις για την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων που θα διατυπωθούν από διάφορες χώρες στο Eurogroup, όπως ήδη διατυπώθηκαν στις δύο εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα. Δεν θα ήταν καλύτεροι οι όροι δανεισμού εάν είχαμε υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις και βγαίναμε με περίσσευμα αξιοπιστίας μετά το Eurogroup;

- Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η Ελλάδα έγινε ξαφνικά επενδυτικός προορισμός; Το ρωτώ γιατί μπορεί το οικονομικό κλίμα να βελτιώνεται σύμφωνα με τη χθεσινή έκθεση του ΙΟΒΕ, ωστόσο η καταναλωτική εμπιστοσύνη των νοικοκυριών εξασθενεί, καθώς η γενική εικόνα παραμένει αμετάβλητη…

Όχι βέβαια, η Ελλάδα δεν έχει γίνει επενδυτικός προορισμός. Ας μην ξεχνάμε ότι η απόκλιση της απόδοσης του ελληνικού 10ετους ομολόγου σε σύγκριση με άλλες χώρες εξακολουθεί να είναι υψηλή, αρκετά υψηλότερη από αυτή που ήταν το 2014. Επίσης, ο χρηματιστηριακός δείκτης, τα τελευταία 3 χρόνια δεν έχει ξεπεράσει τις 1000 μονάδες. Να σημειώσουμε πως την αντίστοιχη περίοδο του 2013 και 2014 ήταν στις 1300 με 1400 μονάδες. Άρα έχουν υπάρξει και καλύτερες μέρες για τους δείκτες αυτούς, ακόμη και μέσα στην κρίση.

Όμως, σε αντίθεση με τις αγορές που βλέπουν κυρίως το μέλλον, τα νοικοκυριά, οι εργαζόμενοι, οι επαγγελματίες, ο απλός πολίτης βλέπει κυρίως το παρόν. Έρχεται αντιμέτωπος με τα καθημερινά προβλήματα διαβίωσης, την υπερφορολόγηση την γραφειοκρατία, την κακή λειτουργία των θεσμών. Εκεί τα πράγματα εξακολουθούν να είναι δύσκολα.

- Τι εντύπωση σας δίνει αλήθεια η ελληνική οικονομία έξι μήνες από το τέλος του μνημονίου; Τι έχει αλλάξει;

Έξι μήνες μετά τα μνημόνια δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Μπορεί να μην αντιμετωπίζουμε πλέον τα δίδυμα ελλείμματα του παρελθόντος, αλλά η οικονομία «σέρνεται».

Η κυβέρνηση δεν δίνει τα σωστά κίνητρα στους ανθρώπους να αλλάξουν, να αριστεύσουν και να ανελιχθούν. Αντίθετα, «τιμωρούνται» όσοι προσπαθούν να δουλέψουν περισσότερο προκειμένου να αυξήσουν το εισόδημά τους επιβάλλοντάς τους εξοντωτικούς φόρους, σπρώχνοντάς τους πίσω στην αφετηρία.

Αυτό δεν μας δείχνουν όλα τα στοιχεία που αφορούν τα χρέη των πολιτών προς το Δημόσιο; περίπου τέσσερα εκατομμύρια φορολογούμενοι, φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, χρωστούν στην εφορία. Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει μια οικονομία με τέτοιες επιβαρύνσεις;

- Πόσο δύσκολο είναι το στοίχημα της επόμενης κυβέρνησης να απενεργοποιήσει τις νάρκες που θα κληρονομήσει και να το κάνει σε σύντομο χρονικό διάστημα;


Θα είναι δύσκολο, όχι όμως ακατόρθωτο. Προϋπόθεση για την απενεργοποίηση των ναρκών είναι η πολιτική βούληση, ιδιαίτερα τις πρώτες εκατό μέρες.

Θεωρώ ότι το μεγαλύτερο στοίχημα για την επόμενη κυβέρνηση είναι η αλλαγή του κλίματος στην κοινωνία και την οικονομία. Π.χ. ένας νέος άνθρωπος επιλέγει σήμερα να μην πάει για δουλειά γιατί «βολεύεται» με ένα καλό «χαρτζιλίκι» από τους γονείς του ή με ένα κρατικό επίδομα ή ένα «μαύρο» μεροκάματο. Αυτό πρέπει να αλλάξει.

Η νέα κυβέρνηση οφείλει να διαμορφώσει κίνητρα υπέρ της εργατικότητας, της επιχειρηματικότητας και της προόδου και εναντίον της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και του «ωχαδερφισμού».

Σε συνεργασία με το ΚΕΦΙΜ έχουμε κάνει μελέτες και υπολογισμούς και έχουμε διαπιστώσει ότι το δημοσιονομικό κόστος που δημιουργείται από μια μείωση της φορολογίας περίπου στο 20% για όλες τις κατηγορίες φορολογουμένων (με ειδική μέριμνα πάντοτε για τους αδύναμους), μπορεί να καλυφθεί από την ορθολογικότερη διαχείριση του δημόσιου τομέα, χωρίς απολύσεις και μειώσεις μισθών.

- Θεωρείτε εφικτό να δεχθούν οι Βρυξέλλες μια ευελιξία στο ύψος των πλεονασμάτων, όπως αυτή που έχει προαναγγείλει ότι θα ζητήσει από τους εταίρους ο Κ. Μητσοτάκης, εφόσον συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις;

Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι η μείωση των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων είναι εφικτή. Άλλωστε εδώ και χρόνια, από τη θέση του επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, υποστήριζα ότι οι στόχοι που συμφώνησε η κυβέρνηση με τους Θεσμούς, δηλαδή 3,5% πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060 είναι μη ρεαλιστικοί.

Θα είναι παγκόσμιο ρεκόρ για μα χώρα να καταφέρει τόσο υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα σε τόσο μακρύ χρονικό διάστημα. Ο λόγος που μπήκαν αυτοί οι στόχοι ήταν για να βγει η εξίσωση βιωσιμότητας του χρέους.

Όμως το χρέος μετράται πάντοτε ως ποσοστό του ΑΕΠ. Μια φιλική προς τις μεταρρυθμίσεις κυβέρνηση θα αυξήσει την προσφορά, δηλαδή το ΑΕΠ και θα επιτύχει τον ίδιο επιθυμητό στόχο αναφορικά με την βιωσιμότητα του χρέους με μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα.