Συναγερμός έχει σημάνει στις παγκόσμιες αγορές καθώς παρατηρούνται οι πρώτες μεγάλες ελλείψεις καυσίμων σε χώρες της Ασίας και η πετρελαϊκή αναταραχή χαρακτηρίζεται ήδη η μεγαλύτερη στα χρονικά. Οι ανησυχίες για τα όσα έρχονται αρχίζουν να αντικατοπτρίζονται στα χρηματιστήρια. Ο S&P 500 καταγράφει απώλειες της τάξης του 7,8% από την έναρξη του πολέμου, ενώ υποχωρεί κατά 9,1% από το ιστορικό υψηλό της 27ης Ιανουαρίου, με τη διόρθωση να βαθαίνει επικίνδυνα.
Το κλίμα στις αγορές συνεχώς επιδεινώνεται και ίσως γι’ αυτόν τον λόγο ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να είναι αποφασισμένος να τερματίσει τον πόλεμο κατά του Ιράν χωρίς να προσπαθήσει να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, ο Αμερικανός πρόεδρος εκτιμά ότι μία στρατιωτική αποστολή με στόχο το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ θα παρέτεινε τον πόλεμο πέρα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα των 4-6 εβδομάδων.
Στο μεταξύ, οι αναλυτές υποβαθμίζουν τις προβλέψεις για την ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο καθώς οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν για 15 ημέρες πάνω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων, ενώ ορισμένοι από τους κορυφαίους παράγοντες της ενεργειακής αγοράς προειδοποιούν ότι ο κόσμος δεν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Όπως μεταδίδει το πρακτορείο Bloomberg, στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι οι ελλείψεις καυσίμων που παρουσιάζονται σε αγορές της Ασίας, από την Ταϊλάνδη μέχρι το Πακιστάν, σύντομα θα εξαπλωθούν προς τη Δύση, επηρεάζοντας συνολικά την παγκόσμια οικονομία.
Μην ξεχνάμε ότι η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας έχει χαρακτηρίσει την τρέχουσα αναταραχή ως τη μεγαλύτερη κρίση εφοδιασμού πετρελαίου στην ιστορία, αφού η παγκόσμια αγορά χάνει 8 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, ξεπερνώντας κατά πολύ την κρίση του Σουέζ το 1956, αλλά και τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970.
Υπενθυμίζεται ότι το αραβικό εμπάργκο του 1973 είχε ως αποτέλεσμα την απότομη αύξηση των τιμών του πετρελαίου, προκαλώντας ένα ακραίο ενεργειακό σοκ στη Δύση, ενώ το 1979 η ιρανική επανάσταση και ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ οδήγησαν σε διπλασιασμό τις τιμές και σε ύφεση την παγκόσμια οικονομία. Το κατά πόσο θα φτάσουμε ξανά σε τέτοιες καταστάσεις θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια του πολέμου και γι’ αυτό βλέπουμε να επιταχύνονται οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης της έντασης με το Ιράν.
Όπως σημειώνει η ING, είναι τόσα τα σημάδια κινδύνου στις αγορές που χρειάζεται άμεσα μία ξεκάθαρη ένδειξη όχι μόνο ότι δεν επιδεινώνεται το κλίμα αλλά ότι γίνονται σοβαρές προσπάθειες να τερματιστεί ο πόλεμος. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε τα σημάδια κινδύνου θα μετατραπούν σε συναγερμό και θα αρχίσουν να σπάνε οι αντιστάσεις σε όλα τα επίπεδα, προκαλώντας μία χιονοστιβάδα φόβου στις αγορές.
Και αν οι αγορές ήλπιζαν στις μειώσεις επιτοκίων που θα έφερνε ο διάδοχος του Τζερόμ Πάουελ, τώρα απλώς ελπίζουν να μην αυξηθούν τα επιτόκια με φόντο τον κίνδυνο αναθέρμανσης του πληθωρισμού. Σημειώνεται ότι ήδη οι επενδυτές ποντάρουν ότι ο πληθωρισμός θα ξεπεράσει το 4% στις ΗΠΑ στα επόμενα τρίμηνα.
Με το Fed effect να εξανεμίζεται οι αγορές εξέλαβαν πολύ θετικά τις χθεσινές δηλώσεις του Πάουελ που έδειξαν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα τηρήσει στάση αναμονής μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Όμως μέχρι τότε η μεταβλητότητα θα κυριαρχεί και η ένταση θα είναι αυξημένη στα χρηματιστήρια. Ο δείκτης φόβου VIX έχει ξεπεράσει το 30, υποδηλώνοντας ότι η ανησυχία αρχίζει να εξελίσσεται σε φόβο για σοβαρό στρες και πολύ εύκολα μπορεί να φτάσει σε επίπεδα που έχουμε να δούμε από το 2020 και προηγουμένως το 2008, στο σενάριο που συνεχιστεί για εβδομάδες ο πόλεμος.
Η αυξημένη ένταση αντανακλάται στα ομόλογα και στην αγορά συναλλάγματος. Στα ομόλογα, το swap spread βρίσκεται λίγο κάτω από τις 50 μονάδες βάσης, που σημαίνει ότι η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς είναι 50 μονάδες βάσης πάνω από το «risk-free» SOFR (Secured Overnight Financing Rate) επιτόκιο. Το επιτόκιο δηλαδή με το οποίο δανείζονται οι τράπεζες στη διατραπεζική με εγγύηση κρατικά ομόλογα. Είναι, με άλλα λόγια, το τίμημα που πληρώνει το αμερικανικό δημόσιο πάνω από το risk-free rate για τη δημοσιονομική χαλαρότητα. Όσο οι αγορές ανησυχούν για την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας θα πιέζουν το swap spread πάνω από το επίπεδο κινδύνου των 60 μονάδων βάσης.
