Μια σύντομη αυτοβιογραφία, ή: Πολλά με λίγα

Τετάρτη 06 Νοεμβρίου 2019, 00:02
-A +A

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Σήμερα γίνομαι 56 χρονών. Γεννήθηκα το 1963, στη Θεσσαλονίκη. Τα πρώτα χρόνια μέναμε κάπου στις Συκιές. Στην αυλή, υπήρχε και ένα μικρό κοτέτσι. Θυμάμαι βέβαια τα φανάρια που είχαμε για το φαγητό, όπως και τον παγοπώλη που κουβαλούσε τις κολόνες έχοντας ρίξει πρώτα ένα τσουβάλι στον ώμο του. Γερός άντρας. Μετά, κάπου στις αρχές της χούντας, κατηφορίσαμε κατά την Μπότσαρη, και μείναμε εκεί μέχρι που έβγαλα το σχολείο. Πήγαινα στο Χαριλάου, κοντά στο γήπεδο, τον Ναό.

Έκανα κάμποσες μικροδουλειές μέχρι τότε: πήρα μέρος στη σύνταξη ενός λεξικού, φέρ’ ειπείν, ενώ από την άλλη μαζεύαμε φρούτα —ροδάκινα κυρίως— στα χωριά της Βέροιας και αλλού. Θα έκανα πολλές αγροτικές εργασίες και στη συνέχεια, ενήλικας πια. Στην Κρήτη κυρίως, στα θερμοκήπια με τις ντοματιές κυρίως και στα χωράφια, μπόλικες σεζόν συγκομιδής. Κάμποσα μεροκάματα κάναμε και στη Μοδιάνο με τα ζαρζαβατικά και στο Καπάνι, κουβαλώντας κρέατα. Και σε μια μεταφορική: μετακομίσεις. Μοιράζαμε και διαφημιστικά. Έπρεπε να δουλεύεις όσο γινόταν, δεν πήγαινε αλλιώς. Πουλούσα την «Προλεταριακή Σημαία» και το «Αμφί».

Πιο μετά δούλεψα για τρία χρόνια και κομπάρσος στο Κρατικό. Δεν έδωσα στη σχολή τού ΚΘΒΕ όπως ήταν το πρόγραμμα, αλλά πήγα στο Δυτικό Βερολίνο για να σπουδάσω σινεμά υπό τον Φασμπίντερ, που αγαπούσα πολύ τότε. Ήξερα και τα γερμανικά, είχα και κάποια εφόδια. Έφτασα όμως τη μέρα που πέθανε, για όνομα του καλού Θεού. Για μια σειρά από άλλους λόγους στράβωσε το πράγμα και επέστρεψα μετά από πέντ’-έξι μήνες, μαγεμένος για πάντα από την πόλη και τρομαγμένος από τον ζόφο του Ανατολικού.

Στα είκοσί μου είχα παιδί. Η κόρη μου δεν βαφτίστηκε, επιλέξαμε την «ονοματοδοσία» — δεν είμαι της εκκλησίας. Είχαμε παντρευτεί κιόλας με πολιτικό· ο γάμος μας ήταν ο δεύτερος που έγινε στο Δημαρχείο της πόλης (αν και μου είχαν πει ότι θα ήμασταν οι πρώτοι, κάποιοι βάλανε μέσον και μας πέρασαν: σπολλάτη). Για καναδυό χρόνια πουλούσαμε γλυκά που φτιάχναμε σπίτι στη Λέσχη τού ΑΠΘ, ροξ και ρεβανί, και τρώγαμε κιόλας εκεί. Την Πέμπτη είχε κοτόπουλο με πουρέ. Τα βράδια έκανα διορθώσεις για τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις και τον Παρατηρητή. Έκανα και τον σερβιτόρο στο Ντορέ για άλλα δυο χρόνια, και μοίραζα και πίτσες στα σπίτια με μια Βέσπα που είχα. Δούλευε κανείς πολύ εκείνο τον καιρό. Πηγαίναμε στη Σελήνη, στον Λωτό, σε τέτοια. Και σε όλους τους σινεμάδες, έναν-έναν με τη σειρά, σαν τους καμικάζι που μεταφέρανε τις μπομπίνες.

Το καλοκαίρι τού ’86 πήγα στη Λέσβο, έβγαλα όλη τη σεζόν εκεί σε μια ψαροταβέρνα, μάζεψα έτσι κάμποσα λεφτά και κατέβηκα στην Αθήνα — όλα αυτά με το καράβι, κατάστρωμα· ήταν όμορφα. Έπιασα ένα σπίτι, δούλεψα για μισό χρόνο στις εφημερίδες, διόρθωση, μετά βρήκα δουλειά στις εκδόσεις και έμεινα εκεί· στα βιβλία. Την επόμενη χρονιά έβγαλα και το δικό μου πρώτο βιβλίο. Είχε προηγηθεί —μεγάλη μου τιμή— ένα διηγηματάκι μου στο περιοδικό «Το Δέντρο». Δεν θα ξαναείχα ποτέ διήγημά μου σε λογοτεχνικό περιοδικό, τουλάχιστον όχι στα βασικά και γνωστά, της Αθήνας —αλλά ούτε και της Θεσσαλονίκης. Τουλάχιστον είχα ένα στο «Τέταρτο», του Χατζιδάκι και σε καναδυό πολύ φίλων.

Έμενα σχεδόν από την αρχή στα Εξάρχεια, και για κοντά είκοσι πέντε χρόνια. Τα αγάπησα πολύ, έζησα κι αν έζησα εκεί, κι έχω μάλλον ένα λόγο παραπάνω να θλίβομαι για το κατάντιο τους. Τρίτο Μάτι, Άμα Λάχει, Παρασκήνιο, Μπάρμπα-Γιάννης, Αυλή. Το Ανάγραμμα του Μπαλή. Ο Άσιμος. Ο Ξενοφών, ο Αρμάος, ο Ηρακλής. Η Σόλωνος, η Πρωτοπορία, η Πολιτεία, η Βαβέλ, το Solaris. Το «Αντί» και η «Εποχή». Και βέβαια ο Παπαγιώργης. Το Μωρό και η Ανατολή. Η Βαρβάκειος και το Δίπορτο. Και πάντα μα πάντα τα τυπογραφεία.

Για να φτιάξεις ένα βιβλίο εκείνο τον καιρό έπρεπε να κρατάς στιγμόμετρο και κοπίδι —και να ξέρεις να τα δουλεύεις καλά—, και να κουβαλάς τα φιλμ τρέχοντας από καμιά φορά, στην ντάλα. Έπρεπε να μπορείς να ψάχνεις σε όλα τα λεξικά, κάμποσων γλωσσών. Να ανεβαίνεις τρία-τρία τα σκαλοπάτια για το γραφείο του Παπαλέξη να του αλλάξεις την καταχώριση τελευταία στιγμή. Να βλέπεις μπας και δεν βγήκε η ψιλή-περισπωμένη από την περασιά. Να τηλεφωνάς στην τάδε πρεσβεία να δεις πώς προφέρεται στ’ αλήθεια αυτή η λέξη για τη μετάφραση. Και να μάθεις πως μπορείς να μην κοιμάσαι για παραπάνω από πέντε ώρες το εικοσιτετράωρο, για χρόνια και χρόνια στη σειρά, με τα Σαββατοκύριακα μέσα. Έβγαλα και κάμποσα δικά μου βιβλία ακόμη, και αρκετά με άλλα ονόματα: ψευδώνυμα. Και δυο-τρεις άλλων, με το όνομά τους.

Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια. Το 2008 τρόμαξα με όσα έγιναν. Και πια δεν ήθελα να ζήσω άλλο εκεί (αν και έγραφα κι από καμιά φορά και στη «Διαδρομή Ελευθερίας», ήμουν αναρχικός). Είχα μπουχτίσει και με τη δουλειά, ένιωθα πως κορόιδευα πια. Έβγαζα καλά λεφτά, αλλά δεν είχα μια πετυχημένη καριέρα: εν ολίγοις, δεν έβγαζα όλα τα βιβλία που ήθελα να βγάλω, είτε Ελλήνων είτε ξένων. Οπότε δεν είχε και πολλή σημασία. Έτσι, η επιστροφή στη Σαλονίκη ήταν μονόδρομος. Το 2009.

Στη Χαριλάου πάλι, πιο κοντά στο γήπεδο αυτή τη φορά. Δουλειά με το κομμάτι και με το ταχυδρομείο, κατακόρυφη άρα πτώση στα εισοδήματά μου, αλλά έβλεπα τουλάχιστον την ομάδα χωρίς να ανεβοκατεβαίνω με το τρένο. Κάποια στιγμή φτιάξαμε ένα ιντερνετικό ραδιόφωνο, και αρχίσαμε όλοι να αρθρογραφούμε από το ’10 και μετά — ολοένα και πιο τρομαγμένοι από αυτό που βλέπαμε να έρχεται, αυτό που ξεκίνησε δυο χρόνια πριν καίγοντάς τα όλα, αλλά που είχε τις αληθινές και διψασμένες ρίζες του πολύ πιο πίσω, στους αγώνες των «Μακεδονομάχων» τού ’97. Γράφαμε καλά, δεν θα το κρύψω. Αλλά το πιο σοφό που κάναμε ήταν που ξέραμε ότι δεν θα κερδίζαμε τίποτε. Θα κατατροπωνόμασταν. Πολλά με λίγα.

Όπως κι έγινε.

Στο μεταξύ η πόλη άλλαζε μέρα με την ημέρα. Σαν να την κατάπινε ένα κύμα που όμως δεν ερχόταν από τη θάλασσα, αλλά από ψηλά: δεν σ’ έβρεχε, σε έθαβε. Ένα κύμα ανάστροφο, γκρίζο, γεμάτο σκόνη. Και στις μαρκίζες άρχισε να γράφει «Obey». Ακόμη το γράφει. Όπου να ’ναι άρχισαν και οι απειλές, οι βρισιές, όλ’ αυτά. Κάποια στιγμή, είπαν ότι θα ρίξουν φόλα στον σκύλο μας αν δεν το βουλώναμε. Πήραμε μέρος στο Μένουμε Ευρώπη, χωρίς ενθουσιασμό. Και το ’17 πήγαμε να μείνουμε πράγματι στην Ευρώπη. Και πάλι χωρίς ενθουσιασμό: κανείς δεν αφήνει τον τόπο του πανηγυρίζοντας. Περάσαν δυόμισι χρόνια από τότε. Προ δέκα ημερών έγινα και παππούς. Είμαστε καλά εδώ με τη γυναίκα μου. Κυρίως όμως:

Πάλι καλά που υπάρχουμε.

-A +A

Ροή Ειδήσεων

Τετάρτη 06/11/2019
Σελίδα με όλες τις ειδήσεις

Δημοφιλέστερα Άρθρα