ΓΔ: 817,24 2,14 (0,26 %)

Τζίρος: 53,08 εκατ. €   RT

7ος χρόνος, ημέρα 1951η
Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2021

ΓΔ: 817,24 2,14 (0,26 %)

Τζίρος: 53,08 εκατ. €   RT

Κάθε μήνα χρειαζόμαστε και από μια νέα επένδυση

Κάθε μήνα χρειαζόμαστε και από μια νέα επένδυση

Η φετινή χρονιά θα είναι πιο δύσκολη από την περυσινή. Το πέπλο κρατικής στήριξης συνεχίζει να καλύπτει το πρόβλημα, χωρίς φυσικά να το λύνει. Τάσεις και κίνδυνοι που προϋπήρχαν της ύφεσης, φέτος θα επιταχυνθούν. Χιλιάδες εργαζόμενοι σε διασωληνωμένες και μη βιώσιμες επιχειρήσεις, όταν αναπόφευκτα αυτές αποσωληνωθούν, κινδυνεύουν να πυροδοτήσουν απρόβλεπτες συνέπειες στον κοινωνικό ιστό. Το ένα επομένως πρόβλημα είναι αυτό. Χρειάζεται ένα συνολικό σχέδιο μετάβασης των επιχειρήσεων και της οικονομίας στην επόμενη ημέρα. 

Το δεύτερο πρόβλημα αφορά τις επενδύσεις. Δεν φτάνει μόνο η ανάκαμψη του τουρισμού, η επάνοδος του λιανεμπορίου και η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης για να επανέλθουμε σε ανάπτυξη. Το δείχνουν οι ίδιοι οι αριθμοί. Στο ΚΕΠΕ υπολογίζουμε ύφεση 10,4% για το 1ο τρίμηνο σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό. Στο 2ο, αναμένουμε την αρχή ενός θετικού γυρίσματος με ανάπτυξη 3,5%, ενώ κατά την προσωπική μου εκτίμηση, το 3ο, θα μπορούσε να κλείσει ακόμη και με μια εκτίναξη 10% έναντι του αντίστοιχου, απολύτως καταστροφικού για τον τουρισμό, περυσινού. Στο τρίμηνο αυτό θα δούμε μια κορύφωση του φετινού ρυθμού ανάπτυξης.

Το μεγάλο όμως στοίχημα βρίσκεται στο 4ο τρίμηνο. Όταν τα επιδημιολογικά δεδομένα θα βρίσκονται σε σημαντική ύφεση, το οικονομικό κλίμα θα έχει βελτιωθεί αισθητά, πολλά έργα θα έχουν ωριμάσει, τα πρώτα κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης θα έχουν πέσει στην οικονομία. Τότε θα πρέπει να δούμε μαζικά τις επενδύσεις να παίρνουν σάρκα και οστά. Δεν αναφέρομαι στην Microsoft, την Pfizer και τα μέχρι σήμερα γνωστά projects, (αλήθεια που βρίσκεται το Ελληνικό ;), αλλά σε νέα τα οποία θα έρθουν σταδιακά και με επιταχυνόμενο ρυθμό προς τα τέλη του έτους, εφόσον νωρίτερα έχουμε κάνει όλα όσα πρέπει. Δηλαδή μεταρρυθμίσεις. Από την αλλαγή των όρων εισαγωγής στα ΑΕΙ και την ασφάλεια στα πανεπιστήμια, μέχρι την μεταρρύθμιση στο ΕΣΥ. Από τις προωθούμενες αλλαγές στην αγορά εργασίας και στο Ασφαλιστικό, μέχρι την επιτάχυνση του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης. Από την μείωση του κόστους εργασίας, όπως εισηγείται η έκθεση Πισσαρίδη, έως την περαιτέρω ψηφιοποίηση του Δημοσίου, την μείωση του ενεργειακού κόστους για την βιομηχανία, την μείωση του μεγέθους του κράτους μέσω ιδιωτικοποιήσεων αλλά και τις συγχωνεύσεις οργανισμών που κάνουν παρόμοια πράγματα.

Μπορεί κάποιοι να αντιτάξουν ότι αυτό που προέχει φέτος είναι να δημιουργηθεί από την κυβέρνηση ένα κοινωνικό δίχτυ για τους συμπατριώτες μας και τις οικογένειές τους, που θα πληγούν πιο άμεσα από την επικείμενη αναδιάρθρωση της οικονομίας. Σωστό. Αλλά από μόνο του δεν αρκεί. Οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν το εργαλείο για τη λύση προβλημάτων όπως τα παραπάνω, όχι το αντίστροφο. Για να το πω διαφορετικά. Οσο περισσότερο αναβάλλουμε τις μεταρρυθμίσεις, τόσο περισσότερο συσσωρεύουμε προβλήματα. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε.

Η κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι μπορεί να σπάει αυγά όταν θέλει, ενώ με το πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει έχει μια χρυσή ευκαιρία να αλλάξει την χώρα και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για φυγή προς τα εμπρός μέσω των επενδύσεων.

Σκεφτείτε ότι η τελευταία χρονιά όπου η Ελλάδα είχε κάνει ιστορικό υψηλό επενδύσεων, ήταν το 2007. Δηλαδή πριν από δεκατρία και πλέον χρόνια. Τότε ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου - δηλαδή ο οικονομικός δείκτης που αποτυπώνει την συνολική πορεία των επενδύσεων- είχε διαμορφωθεί στα 60,5 δισ ευρώ. Εκτοτε και ειδικότερα την τελευταία δεκαετία, έχει «κολλήσει» στα 20-25 δισ ευρώ το χρόνο. Μάλιστα το 2018 ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου υποχώρησε στα επίπεδα του… 1996 τόσο σε τρέχουσες όσο και σε σταθερές τιμές. Πρέπει λοιπόν φέτος οι επενδύσεις να εκτιναχθούν στα 30-35 δισ. Σαν να λέμε ότι σχεδόν κάθε μήνα θα πρέπει να ανακοινώνεται και από μια νέα επένδυση. Δύσκολος πολύ ο στόχος αλλά όχι ανέφικτος.

* Ο Παναγιώτης Λιαργκόβας είναι πρόεδρος του ΚΕΠΕ και καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσο