Φάκελος Ανθρωποφαγία στα Γκουλάγκ: Ένα σκληρό κείμενο (Δ)

Φάκελος Ανθρωποφαγία στα Γκουλάγκ: Ένα σκληρό κείμενο (Δ)

Το, εκ πρώτης όψεως, στεγνό, γραμμένο στην ξύλινη κομματική γλώσσα, αυτό έγγραφο, είναι μία μαρτυρία για τα φαινόμενα ανθρωποφαγίας στα Γκουλάγκ στην δεκαετία του 1930, γραμμένο όχι από κάποιον πράκτορα των δυτικών μυστικών υπηρεσιών ή ένα «μίσθαρνο όργανο της ιμπεριαλιστικής συνομωσίας κατά της Ε.Σ.Σ.Δ.», όπως συνήθως χαρακτηρίζουν οι απολογητές του κομμουνιστικού ζόφου τους συντάκτες παρόμοιων κειμένων.

Ο συγγραφέας είναι χαμηλόβαθμο κομματικό στέλεχος μίας μακρινής κομματικής οργάνωσης, ο οποίος εμφορείται όχι από τις αρχές του πανανθρώπινου ουμανισμού, αλλά από τον ζήλο του κομματικού στελέχους που επιθυμεί διακαώς την οικοδόμηση του «φωτεινού μέλλοντος» και ανησυχεί μήπως οι μέθοδοι που ακολουθούνται δεν είναι οι ενδεδειγμένοι.

Με την ορμή του ζηλωτή, αποφασίζει να γράψει στα ανώτατα κλιμάκια της κομματικής εξουσίας, να περιγράψει την κατάσταση και να υποδείξει τρόπους βελτίωσης της κατάστασης, προκειμένου να εξοικονομηθούν οι ανθρώπινοι πόροι για τον «μεγάλο και ένδοξο σκοπό».

Το κείμενο είναι σκληρό και δεν συνίσταται για αναγνώστες με επιλεκτικές ευαισθησίες και υποχρεωτικές σιωπές.

Θα το διαβάσουν άνθρωποι που έχουν κότσια και ξέρουν πως η αλήθεια, όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα βγει στην επιφάνεια, θα συγκλονίσει με τη δύναμή της

* * *

[ΙΙΙ]

Τα τμήματα ήταν κατανεμημένα κατά μήκος του ποταμού Ναζινό, σε απόσταση 200 χιλιομέτρων από τις εκβολές και η μετακίνηση γινόταν με βάρκες. Τα τμήματα αυτά βρίσκονταν σε ακατοίκητα σημεία της ταϊγκάς, όπου δεν είχαν γίνει καθόλου προπαρασκευαστικές εργασίες. Εδώ για πρώτη φορά άρχισαν να ψήνουν ψωμί, σε ένα φούρνο που έφτιαξαν βιαστικά και το μοίραζαν σε πέντε τμήματα. Συνεχιζόταν η αεργία, όπως και στο νησί. Οι ίδιες φωτιές, τα ίδια βάσανα. Η εξάντληση των ανθρώπων συνεχιζόταν κανονικά. Αρκεί η παράθεση ενός στοιχείου. Στο πέμπτο τμήμα ήρθαν με βάρκες 78 άτομα. Απέμειναν ζωντανοί μόνο 12.

Οι θάνατοι συνεχίζονταν.

Τα τμήματα κρίθηκαν ακατάλληλα και όλοι οι άνθρωποι άρχισαν να μετακινούνται σε νέα τμήματα, στον κάτω ρου του ποταμού, πιο κοντά στις εκβολές.

Δραπετεύσεις είχαμε από τότε που ήταν ακόμη στο νησί (εκεί όμως ήταν πιο δύσκολο: το εύρος του ποταμού Ομπά και οι πάγοι), εδώ όμως πήρε μαζικές διαστάσεις. Άρχισαν να διάφορες προβοκάτσιες.

Οι σημαντικότερες είναι οι εξής δυο:

- η απόφαση εξόντωσης 200.000 (ή 20.000) εκτοπισμένων εκφυλισμένων ταξικών στοιχείων (συμπλήρωναν: εφ’ όσον δεν γίνεται πόλεμος)

- σε 70 χιλιόμετρα (η σε 40 χιλιόμετρα) υπάρχει σιδηροδρομική γραμμή.

Η τελευταία προβοκάτσια «επιβεβαιωνόταν» πως σε ένα από τα τμήματα, τις ημέρες που ο καιρός ήταν καλός, ακουγόταν από μακριά ο ήχος ενός ακορντεόν, το κακάρισμα ενός πετεινού και ήχοι που έμοιαζαν με σφύριγμα τραίνου. Ήταν ένα μικρό χωριουδάκι, το οποίο χωρίζονταν από το τμήμα από ένα αδιάβατο έλος. Οι άνθρωποι, μη γνωρίζοντας που βρίσκονται, δραπέτευαν στην ταϊγκά, κολλούσαν στα έλη, ένιωθαν πως αν μείνουν θα πεθάνουν κι επέστρεφαν.

Εκτοπισμένοι στο νησί του Θανάτου

[IV]

Αμέσως μετά την εγκατάσταση στα νέα τμήματα, ξεκίνησαν την κατασκευή ημιυπόγειων παραπηγμάτων, χώρους για να σκοτώνουν τις ψείρες και λουτρών. Αυτό ξεκίνησε μόλις στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου. Υπήρχαν ακόμη υπολείμματα ανθρωποφαγίας και σε ένα από τα τμήματα (Νο 1), παραχώθηκαν στην γη χαλασμένο αλεύρι και ψημένα χαλασμένα ψωμιά, ενώ σε άλλο τμήμα (Νο 3) είχε χαλάσει το σιτάρι.

Η ζωή άρχισε να μπαίνει στ’ αυλάκι: άρχισαν να δουλεύουν, ωστόσο η καταπόνηση των οργανισμών ήταν τόσο μεγάλη που οι άνθρωποι ακόμη κι όταν έτρωγαν από 750-800-900-1000 γραμμάρια (συσσίτιο) ψωμιού, συνέχιζαν να αρρωσταίνουν, να πεθαίνουν, να τρώνε βρύα, φύλλα, χόρτα κ.λπ.

Μαζί με την αποστολή στα μέρη αυτά θαυμάσιων κομμουνιστών, οι οποίοι αφοσιώθηκαν στην δουλειά όπως έπρεπε, παρέμεναν οι διοικητές και οι τυφεκιοφόροι, διεφθαρμένα στοιχεία, τα οποία αυθαιρετούσαν σε βάρος των εκτοπισμένων χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν: ξυλοδαρμοί, πλιάτσικο, δολοφονίες ανθρώπων. Ήταν άπονοι σε βάρος τους, τους έβριζαν και αυθαιρετούσαν, πράγματα καθόλου σπάνια. Ορισμένα στοιχεία:

Οι διοικητές Βλασένκο και Πονασένκο, χτυπούσαν τους εκτοπισμένους. Ο τυφεκιοφόρος Γκολοβάτσεφ για κλοπή ενός μικρού ψαριού κατά την διάρκεια ενός ψαρέματος με βάρκα, χτύπησε τον εκτοπισμένος και στην συνέχεια τον διέταξε να πλυθεί. Όταν εκείνος το έκανε, τον διέταξε να πηδήξει από την βάρκα. Ο εκτοπισμένος το έκανε και πνίγηκε. Ο διοικητής Ασιάμοφ, συζώντας με εκτοπισμένες γυναίκες, τραυμάτισε με σκάγια έναν εκτοπισμένος, ο οποίος ψάρεψε ένα ψάρι και το έκρυψε από την διοίκηση που έκανε επιθεώρηση στα τμήματα.

Ο διοικητής Σουλεϊμάνοφ, εκτός από το γεγονός ότι χτυπούσε τους ανθρώπους, κατά την διανομή ζάχαρης στους εκτοπισμένους (μπροστά σε όλους) έτρωγε απίστευτα μεγάλες ποσότητες και τώρα, σύμφωνα με δική του δήλωση, έχει χάσει την αίσθηση της γεύσης. Εκτός από αυτό, υποχρέωνε εκτοπισμένους να κάνουν τους κωπηλάτες για να κάνει βόλτα με την βάρκα του.

Αν οι άνθρωποι ήταν πιο ευέλικτοι, η θνησιμότητα θα είχε μειωθεί στο ελάχιστο, αφού κατά κύριο λόγο οφειλόταν στην διάρροια, ωστόσο, ανεξάρτητα από τις αυστηρότατες διαταγές της διοίκησης, δεν δίνονταν παξιμάδια στους αρρώστους, όταν το παξιμάδι θα μπορούσε να σώσει εκατοντάδες ανθρώπων, γιατί δεν υπήρχαν καθόλου φάρμακα, υπήρχε άμεση ανάγκη για τη χρήση κάθε μέσου κατά της διάρροιας. Ταυτόχρονα, τεράστια αποθέματα γαλετών υπήρχαν στα αντίσκηνα και στις βάσεις, αφού δεν υπήρχε η διαταγή που να διευκρίνιζε αν μπορούσαν οι γαλέτες αυτές να καταναλωθούν από τους αρρώστους. Η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε και με την αποξηραμένη πατάτα και με τις λαμαρίνες, όταν ήρθαν οι φθινοπωρινές παγωνιές και οι άρρωστοι ήταν στα αντίσκηνα και μετά σε παραπήγματα χωρίς παράθυρα και πόρτες. Μπορούμε να παραθέσουμε και στοιχεία άμεσης προβοκάτσιας: ανεξάρτητα από το γεγονός πως οι συνοικισμοί βρίσκονταν στην ταϊγκά, οι άρρωστοι ήταν ξαπλωμένοι στο έδαφος, ενώ όσοι ήταν στα ξυλοκρέβατα φτιαγμένα από σανίδες, ήταν ξαπλωμένοι πάνω σε βρύα, μέσα στα οποία υπήρχαν σκουλήκια. Ή: στολές και ρούχα υπήρχαν στις αποθήκες, αλλά οι άνθρωποι ήταν γυμνοί και ξυπόλυτοι, γεμάτοι ψείρες. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως όλα όσα περιγράφονται ήταν επίσης εν γνώσει της διοίκησης και των εργαζομένων στην πλειοψηφία των τμημάτων πως πτώματα βρίσκονταν στα μονοπάτια του δάσους, έπλεαν στο ποτάμι, προσάραζαν στις όχθες και δεν προκαλούσαν την παραμικρή δυσαρέσκεια. Επιπλέον, ο άνθρωπος είχε πάψει να είναι άνθρωπος. Παντού κυριαρχούσε μόνο μία λέξη στην μεταξύ τους επικοινωνία: ΤΣΑΚΑΛΙ. Θα πρέπει, για να είμαστε δίκαιοι, να πούμε πως αυτή η άποψη με συνέπεια εφαρμοζόταν σε σειρά περιστατικών, όπως για παράδειγμα:

Στις 3 Αυγούστου από την βάση στο Ναζινό προς το τμήμα Νο 5 εστάλη συνοδεία του τυφεκιοφόρου συντρόφου Σαγκίτα, μία βάρκα με ανθρώπους. Δεν τους είχαν εφοδιάσει με τρόφιμα και ήταν πεινασμένοι. Καθώς περνούσαν από διάφορα τμήμα ζητούσαν ψωμί. Δεν τους έδωσαν πουθενά ψωμί και σε κάθε τμήμα ξεφόρτωναν από την βάρκα τους νεκρούς. Στο τμήμα έφτασαν 36 άτομα, από τους οποίους οι 6 ήταν νεκροί. Δεν κατάφερα να μάθω πόσοι είχαν αναχωρήσει συνολικά.

[V]

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από τα 6.100 άτομα που ήρθαν από το Τομσκ, συν τους 500-600-700 (δεν κατάφερα να μάθω τον ακριβή αριθμό), μεταφέρθηκαν στα τμήματα του Ναζιμό και από άλλες διοικήσεις, στις 20 Αυγούστου είχαν απομείνει 2.200 άτομα.

Όλα αυτά, ιδιαίτερα το νησί, απέμειναν άπιαστο όνειρο όλων των εκτοπισμένων, ακόμη και των υπότροπων, οι οποίοι είχαν δει πολλά στον αιώνα τους. Το νησί απέκτησε το όνομα «Νησί του Θανάτου». Ή «Θάνατος νησί» (σπανιότερα Νησί των ανθρωποφάγων). Ο ντόπιος πληθυσμός υιοθέτησε αυτή την ονομασία, ενώ οι φήμες για το τι συνέβη στο νησί, διαδόθηκε τόσο στον κάτω, όσο και στον άνω ρου των ποταμών.

Οι εκτοπισμένοι έφτιαξαν στο νησί και τα δικά τους τραγούδια. Θα παραθέσω λίγα αποσπάσματα:

1. Δύσκολα περνάμε αδελφοί στην Ναριμά,

Δύσκολα να πεθάνουμε μπορούμε.

Σαν ήρθαμε στο θανάτου το νησί

Είδαμε ανθρωποφάγους.

(από το τραγούδι «Στο νησί του θανάτου»)

2. Θεούλη μου, θεούλη μου γλυκέ,

Κράτα όρθιο μέχρι την άνοιξη.

(Αναφέρεται στο πρήξιμο των ανθρώπων και κυρίως των ποδιών)

3. Δεν θα ‘ρθει η μάνα με θερμή προσευχή

Πάνω απ’ του γιου τον τάφο για να κλάψει

Μόνο το δάσος το τραγούδι της Ναρίμα

Αιώνια θα τραγουδάει πάνω από αυτόν.

(Από το τραγούδι «Ανάμεσα σε έλη αδιάβατα»

Κ.λπ, κ.λπ.

Στο νησί σήμερα τα χόρτα έχουν φτάσει στο ύψος του ανθρώπου. Οι ντόπιοι κάτοικοι πήγαιναν εκεί για να μαζέψουν καρπούς τους δάσους και γύρισαν πίσω όταν ανακάλυψαν μέσα στα χορτάρια πτώματα και καλύβια γεμάτα σκελετούς.

[VI]

Δεν είναι, όμως, όλα αυτά που με υποχρέωσαν να σας γράψω. Η μεγάλη συμφορά είναι, επίσης, πως ανάμεσα στους εκτοπισμένους υπάρχουν, τυχαία, και δικά μας στοιχεία. Η βασική τους μάζα έχει πεθάνει, γιατί δεν ήταν ικανή να προσαρμοστεί σε αυτές τις συνθήκες που υπήρχαν στο νησί και στα τμήματα, και, εκτός από αυτό, οι σύντροφοι αυτοί υπέφεραν πιο πολύ από το βάρος της αυθαιρεσίας, των εκτελέσεων και του πλιάτσικου από την μεριά των υπότροπων τόσο στις μαούνες, όσο και στο νησί και κατά το πρώτο διάστημα στα τμήματα.

Είναι δύσκολο να πούμε πόσοι ήταν, είναι, επίσης, δύσκολο να πούμε ΠΟΙΟΙ ήταν γιατί τα έγγραφα τους κατάσχονταν επί τόπου από κατά την σύλληψή τους από τα όργανα, τα οποία τους απομόνωναν αμέσως και, κατά κύριο λόγο, στις μεταγωγές από τους υπότροπους, οι οποίοι τα χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν τσιγάρα, ωστόσο ορισμένοι έφεραν τέτοια έγγραφα: κομματικά βιβλιάρια και κάρτες υποψήφιων μελών του κόμματος, βιβλιάρια της Κομσομόλ, ταυτότητες, βεβαιώσεις εργοστασίων, άδειες εισόδου σε εργοστάσια και άλλα.

Στις 17 και 30 Ιουλίου έφτασαν οι μεταγωγές με ταξικά εκφυλισμένα στοιχεία στον ποταμό Πανιά και τους παραποτάμους του.

Ιδιαίτερα πολλοί τέτοιοι άνθρωποι υπήρχαν στις διοικήσεις αυτού του ποταμού και των παραποτάμων του.

Από αυτά που είπαν οι ίδιοι οι άνθρωποι, μπορώ να παραθέσω τα παρακάτω στοιχεία λανθασμένης εκτόπισης ανθρώπων.

Ποταμός Ναζινά

1. Νοβοζίλοφ Βλ. Από την Μόσχα. Εργοστάσιο «Κομπρέσορ». Οδηγός, έλαβε πριμ παραγωγικότητας τρεις φορές. Η σύζυγος και το μωρό στην Μόσχα. Τελείωσε η βάρδια του, θέλησε να πάει με την σύζυγο στον κινηματογράφο, όσο εκείνη ντυνόταν, πήγε να πάρει τσιγάρα και τον άρπαξαν.

2. Γκούσεβα, ηλικιωμένη γυναίκα. Ζει στην πόλη Μούρομ, ο σύζυγός της είναι παλιός κομμουνιστής, γενικός σταθμάρχης στον σταθμό Μούρομ, εργασιακή εμπειρία 23 ετών, ο γιος βοηθός μηχανοδηγού στο ίδιο μέρος. Η Γκούσεβα ήρθε στην Μόσχα για να αγοράσει κοστούμι στον σύζυγο και άσπρο ψωμί. Δεν την βοήθησε καθόλου η ύπαρξη εγγράφων.

3. Ζελένιν Γκρι. Εργαζόταν ως μαθητευόμενος τεχνίτης στο εργοστάσιο υφαντουργίας «Κόκκινος Οκτώβρης», πήγε με παραπεμπτικό γιατρού στην Μόσχα για θεραπεία. Το παραπεμπτικό δεν βοήθησε, τον άρπαξαν.

4. Γκορνστέιν Γκρι. Μέλος της Ένωσης Κομμουνιστικής Νεολαίας από το 1920. Μέλος του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι) από το 1925, εργάτης στο εργοστάσιο φυσικού αερίου στην Μόσχα. Ο ίδιος ο Γκορνστέιν ήταν οδηγός τρακτέρ στο σοβχόζ «Πανιάσκοβο» στο Βέρχ-Νιατσίνσκε. Πήγαινε στον πατέρα του. Τον άρπαξαν στον σταθμό, μόλις κατέβηκε από το τραίνο. Είχε όλα τα απαραίτητα έγγραφα.

5. Φρολόφ Αρσέντι, μέλος της Ένωσης Κομμουνιστικής Νεολαίας από το 1925. Ο πατέρας του μέλος του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι), έκανε την παρανομία, εργάζεται ως γιατρός στον σιδηροδρομικό σταθμό Σουζέμκα, της Δυτικής Περιοχής. Ο ίδιος ο Φρολόφ συνελήφθη στο Σότσι στην οικοδομή του θερέτρου «Σβετλάνα» (εργαζόταν ως μαραγκός), την ώρα που έφευγε από την δουλειά. (Ο αδελφός του είναι στην Βιάζμα, στέλεχος της Ο.ΓΚΕ.ΠΕ.ΟΥ.).

6. Καρπούχιν Μ. Λ. Σπουδαστής της Τεχνικής Εργοστασιακής Σχολής Νο 6 στην Σέννα (Μόσχα). Ο πατέρας μοσχοβίτης και ο ίδιος ο Καρπούχιν γεννήθηκε στην Μόσχα. Έφευγε από την Τεχνική Εργοστασιακή Σχολή μετά την δουλειά, πηγαίνοντας σπίτι και τον άρπαξαν στην μέση του δρόμου.