Νίκος Βέττας: Δανειζόμαστε ρυθμούς ανάπτυξης από τις επόμενες γενεές

Δανειζόμαστε ρυθμούς ανάπτυξης από τις επόμενες γενεές

Στο βαθμό που η παγκόσμια ανάπτυξη στηρίζεται στο πολύ χαμηλό κόστος χρήματος και στον υπερβολικό δανεισμό, χωρίς τις κατάλληλες επενδύσεις, είναι σαν “να δανειζόμαστε ρυθμούς ανάπτυξης από τις επόμενες γενεές”, τονίζει στο liberal.gr ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας. Στην ουσία μέσω του δανεισμού προεξοφλείται ένα κομμάτι της μελλοντικής ανάπτυξης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.

"Σε ένα πλαίσιο όπως αυτό, ένα τυχαίο γεγονός και με αβέβαιο μέγεθος επίδρασης, όπως ο νέος ιός στην Κίνα, θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για ανακοπή της πορείας ανόδου και στροφής μακριά από επενδυτικούς προορισμούς ρίσκου”, αναφέρει με νόημα, με αφορμή και την χθεσινή εκδήλωση του ΙΟΒΕ για τις τάσεις της ευρωπαϊκής οικονομίας και τις προοπτικές της Ελλάδας.

Το κατά πόσο ένα “ατύχημα”, όπως η συγκεκριμένη επιδημία, θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση μεγάλης κλίμακας ή η διόρθωση που καταγράφεται θα αποδειχθεί παροδική, θα εξαρτηθεί, όπως λέει, από τα χαρακτηριστικά εξάπλωσης του ιού. Επισημαίνει ωστόσο ότι αν υπάρξει ισχυρή επιβράδυνση στο κινεζικό ΑΕΠ, μπορεί να προκληθούν αλυσιδωτές επιδράσεις παγκοσμίως, μέρος των οποίων θα αποτυπωθούν και στην ελληνική οικονομία, της οποίας πάντως η ανάπτυξη εκτιμά ότι θα εξαρτηθεί κυρίως από τη καθαρότητα και στόχευση της οικονομικής πολιτικής στην ίδια την Ελλάδα, παρά από τις διεθνείς αναταράξεις. “Οι εξωτερικές αρνητικές επιδράσεις θα πρέπει να θεωρούνται δεδομένο ότι θα υπάρχουν τα επόμενα χρόνια. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτές και να σχεδιάζουμε ανάλογα”, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά.

Σχολιάζοντας τις χθεσινές επισημάνσεις του αντιπροέδρου της ΕΚΤ Λουίς Ντε Γκίντος για τα κόκκινα δάνεια, απαντά ότι η λύση στο πρόβλημα εξαρτάται και από την περαιτέρω μείωση του συνολικού κόστους χρηματοδότησης της χώρας και τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, δίχως τα οποία η διαχείριση των κόκκινων δανείων θα συνεχίσει να κινείται σε ένα φαύλο κύκλο.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

- Ας ξεκινήσουμε από το διεθνές περιβάλλον, για τον οποίο δεν έκρυψε την ανησυχία του και ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Λούις Ντε Γκίντος κατά την χθεσινή εκδήλωση του ΙΟΒΕ. Πόσο σας ανησυχεί η αντίδραση των αγορών για την επιδημία με τον κορονoϊό και τι επιπτώσεις μπορεί αυτός να έχει στην παγκόσμια οικονομία;

Στο διάστημα που μεσολάβησε από την τελευταία διεθνή κρίση, και μετά τα επείγοντα μέτρα των πρώτων ετών στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, έχουμε δει σχετικά υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης συνοδευόμενους και από μια έντονη άνοδο στις χρηματιστηριακές αγορές διεθνώς.

Αυτή η δυναμική, σε ένα βαθμό μόνο αντανακλά την αντιμετώπιση των βασικών παθογενειών που οδήγησαν στην κρίση και ανάλογη βελτίωση της παραγωγικότητας, ενώ σε μεγάλο βαθμό έχει υποστηριχθεί από εξαιρετικά υψηλή μόχλευση, από πολύ χαμηλό κόστος χρήματος και δανεισμό που έχει ανέλθει σε υψηλά επίπεδα. Έτσι, μέρος των δομικών προβλημάτων έχει κρυφτεί παρά επιλυθεί, ενώ αναπόφευκτα δημιουργούνται μικρότερες ή μεγαλύτερες “φούσκες” σε τμήματα της διεθνούς οικονομίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί κανείς να συμπεριλάβει την συνεχιζόμενη μη συμβατική νομισματική πολιτική στην Ευρώπη, ενώ αντίστοιχα στις ΗΠΑ η δημοσιονομική πολιτική παραμένει χαλαρή. Κοινός σκοπός είναι η υποβοήθηση της ανάπτυξης, αλλά στο βαθμό που αυτό γίνεται μέσω υπερβολικού δανεισμού θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι «δανειζόμαστε ρυθμούς ανάπτυξης από τις επόμενες γενεές». Δηλαδή, ότι μέσω του δανεισμού προεξοφλείται ένα κομμάτι της μελλοντικής ανάπτυξης. Αυτό δεν θα αποτελούσε πρόβλημα εφόσον χρησιμοποιούσαμε σήμερα τους διαθέσιμούς πόρους προκειμένου να αυξήσουμε την παραγωγικότητα της οικονομίας στο μέλλον, μέσω κατάλληλων επενδύσεων σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο. Όμως, η διάθεση για επενδύσεις παραμένει ασθενής. 

Σε ένα πλαίσιο όπως αυτό, ένα τυχαίο διαταρακτικό γεγονός και με αβέβαιο μέγεθος επίδρασης, όπως ο νέος ιός στην Κίνα, θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για ανακοπή της πορείας ανόδου και στροφής μακριά από επενδυτικούς προορισμούς ρίσκου. 

- Εδώ όμως και πολύ καιρό οι οικονομολόγοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ότι η νομισματική πολιτική έφτασε στο τέλος της και ότι πρέπει να αναλάβει δουλειά η δημοσιονομική πολιτική, ωστόσο ακόμη δεν το έχουμε δει να συμβαίνει…

Αυτό αφορά την Ευρώπη. Τα τελευταία χρόνια το μεγάλο βάρος για την στήριξη της ανάπτυξης, έχει προέλθει από τη νομισματική πολιτική και συνεχίζεται η συζήτηση για το πώς μέρος αυτού του βάρους θα αναλάβουν η δημοσιονομική πολιτική και μια πολιτική διαρθρωτικών αλλαγών. Στα δημοσιονομικά, το πρόβλημα είναι η ασυμμετρία που δημιουργείται από οικονομίες που έχουν  μεγάλο δημοσιονομικό περιθώριο, όπως η Γερμανία, αλλά χωρίς ιδιαίτερη διάθεση να το χρησιμοποιήσουν και άλλες που έχουν υψηλό δημόσιο χρέος και άρα περιορισμένους βαθμούς ελευθερίας. 

Ταυτόχρονα, οι περισσότερες κυβερνήσεις επαναπαύονται στην υποστήριξη από τη νομισματική πολιτική και δεν προχωρούν στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, ιδίως στο άνοιγμα των αγορών προϊόντος και τη διασύνδεση με την καινοτομία. Στόχος όλων των επιμέρους πολιτικών πρέπει να είναι να μεταμορφωθεί η Ευρώπη σε περιοχή με υψηλότερη παραγωγικότητα. Εδώ υπάρχουν δύο ζητήματα. Πρώτον, κατά πόσο οι ευρωπαϊκές οικονομίες θα είναι θωρακισμένες όταν ξεσπάσει μια νέα διεθνής κρίση, η οποία σε περιβάλλον αγορών που έχουν «φουσκώσει» υπερβολικά, μπορεί να συμβεί με την οποιαδήποτε αφορμή. Και δεύτερον, κατά πόσο καλύπτεται σταδιακά το έλλειμμα παραγωγικότητας, πεδίο όπου η Ευρώπη υστερεί σε σχέση με τις ΗΠΑ και τις οικονομίες της Ασίας.

Βρισκόμαστε λοιπόν σε ένα μεταίχμιο. Στις μεν διεθνείς αγορές πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί καθώς η άνοδός τους έχει στηριχθεί στον υψηλό δανεισμό. Στην δε Ευρώπη, οι προσπάθειες για θεσμική ενίσχυση έχουν ατονήσει τα τελευταία χρόνια, μετά την αρχική αντιμετώπιση της κρίσης. Στο επόμενο διάστημα, όμως, πρέπει να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή οικονομία αφενός μέσω επενδύσεων που θα στηρίξει ο θετικός δημοσιονομικός χώρος ορισμένων χωρών, αφετέρου με την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και με την εμβάθυνση μεταρρυθμίσεων, κυρίως στη λειτουργία των αγορών προϊόντος.

- Ας επιστρέψουμε στον κίνδυνο μετάδοσης του κορονοϊού στην παγκόσμια οικονομία. Αναφέρατε νωρίτερα ότι σε περιβάλλον αγορών που έχουν “φουσκώσει” υπερβολικά, μια κρίση μπορεί να συμβεί με την οποιαδήποτε αφορμή. Τέτοια αφορμή θα μπορούσε να είναι ένα “ατύχημα”, ένα γεγονός όπως η επιδημία του κορονοϊού, εφόσον αυτή προσλάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις από υγειονομικής άποψης;

Πράγματι, θα μπορούσε να είναι. Το εάν θα συμβεί αυτό σε μεγάλη κλίμακα ή η διόρθωση που καταγράφεται θα αποδειχθεί παροδική θα εξαρτηθεί από τα χαρακτηριστικά εξάπλωσης του ιού όπως θα φανούν μέσα στις επόμενες λίγες ημέρες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι διεθνείς αγορές έχουν δείξει πρόσφατα την ικανότητα απορρόφησης ισχυρότατων κραδασμών, όπως το Brexit και τη στροφή σε προστατευτική εμπορική πολιτική από τις ΗΠΑ.

Εάν φανεί πάντως πως η πρωτογενής βλάβη στην παραγωγή στην Κίνα και στο εμπόριο με αυτή την οικονομία είναι σημαντική, είναι πιθανό να αντιστραφεί γρήγορα η δυναμική της υψηλής μόχλευσης και να υπάρξουν ισχυρές διεθνείς αναταράξεις. Η κινεζική οικονομία αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο κομμάτι της παραγωγής, αλλά πλέον και της κατανάλωσης της παγκόσμιας οικονομίας. Αν υπάρξει ισχυρή επιβράδυνση στο κινεζικό ΑΕΠ, μπορεί να προκληθούν αλυσιδωτές επιδράσεις διεθνώς. Οι χρηματιστηριακές αγορές πάντως είναι πιθανό πως θα κινηθούν επίσης με ορόσημο και τις αμερικανικές εκλογές σε μερικούς μήνες.

- Αυτό το σύνθετο και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον τι επιπτώσεις μπορεί να έχει στον φετινό στόχο για ανάπτυξη 2,8% στην Ελλάδα;

Εάν υπάρξει επιβράδυνση στην διεθνή οικονομία, ένα μέρος της θα αποτυπωθεί και στην ελληνική μέσω των μειωμένων εξαγωγών. Παρ’ όλα αυτά ο ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας για την τρέχουσα χρονιά, αλλά και η ποιοτική της διάσταση, δηλαδή σε ποιο βαθμό θα τονωθούν οι επενδύσεις και οι εξαγωγές, θα εξαρτηθούν κυρίως από τη καθαρότητα και τη στόχευση της οικονομικής πολιτικής στην ίδια τη χώρα, παρά από τις αναταράξεις στο εξωτερικό περιβάλλον, εφόσον φυσικά αυτές δεν είναι ακραίες.

- Άρα λέτε ότι μια καλύτερη επίδοση φέτος στον τομέα των επενδύσεων, μπορεί να απορροφήσει κάποιες απώλειες για παράδειγμα στον τομέα του τουρισμού από Κινέζους τουρίστες που δεν θα έρθουν ;

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται στην αρχή μιας πορείας όπου, έχοντας εξισορροπήσει στα κύρια ελλείμματά της, πρέπει να δείξει με σαφήνεια την κατεύθυνσή της. Ειδικότερα, χρειάζεται να προσελκύσει υψηλό επίπεδο ξένων επενδύσεων ιδίως σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και ταυτόχρονα να κινητοποιήσει εγχώρια αποταμίευση και να στηρίξει συστηματικά τις εγχώριες επιχειρήσεις και κυρίως τις εξωστρεφείς.

Διεθνείς αβεβαιότητες μπορούν να λειτουργήσουν αντίρροπα σε αυτή την δυναμική, ωστόσο το κενό που έχει να καλύψει η ελληνική οικονομία είναι τόσο μεγάλο, ώστε αν κινηθεί αποφασιστικά, θα μπορεί να διασφαλίσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης τουλάχιστον για τα επόμενα λίγα χρόνια. Εάν αυτό δεν συμβεί, όμως, η οικονομία θα παλινδρομήσει γρήγορα προς επικίνδυνα χαμηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης.

- Τα ρωτώ αυτά γιατί τα γεωπολιτικά δεν αφήνουν ανεπηρέαστο το οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα και την καταναλωτική συμπεριφορά. Το δείχνει η μηνιαία έρευνα του ΙΟΒΕ για τον Ιανουάριο όπου ένας λόγος υποχώρησης του δείκτη έναντι εκείνου του Δεκεμβρίου ήταν και η ένταση στην ΝΑ Μεσόγειο…

Πράγματι, για τον Ιανουάριο μετρήσαμε μια μικρή κάμψη του δείκτη οικονομικού κλίματος έπειτα από μια συνεχή άνοδο των τελευταίων μηνών. Προφανώς, οι γεωπολιτικές και άλλες εντάσεις στην περιοχή, όπως και οι διεθνείς αναταράξεις επηρεάζουν το οικονομικό κλίμα, ωστόσο επιτρέψτε μου την επισήμανση πως οι εξωτερικές αρνητικές επιδράσεις θα πρέπει να θεωρούνται δεδομένο ότι θα υπάρχουν τα επόμενα χρόνια. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτές και να σχεδιάζουμε ανάλογα.

Η ελληνική οικονομία δεν πρέπει να στοιχηματίζει ότι θα πετυχαίνει ισχυρή ανάπτυξη μόνο όταν την ευνοεί το διεθνές περιβάλλον. Πρέπει να ισχυροποιήσει τη δομή της, προκειμένου να μπορεί να ανταπεξέρχεται εν μέσω κραδασμών οι οποίοι είναι αναπόφευκτο ότι θα επανέρχονται ανά κάποια διαστήματα.

- Στο μέτωπο της οικονομίας, χθες ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Λουίς Ντε Γκίντος ναι μεν έδωσε εύσημα για την δημοσιονομική πορεία της χώρας, ωστόσο έκρουσε και το καμπανάκι για τα NPLs, λέγοντας διερευνήστε όλους τους τρόπους για την μείωσή τους. Βλέπει κάτι η ΕΚΤ που την ανησυχεί;

Το θέμα, φυσικά, δεν είναι καινούργιο. Η διαχείριση των κόκκινων δανείων πρέπει να γίνει με προσοχή αλλά αποφασιστικότητα. Έχουν πλέον δρομολογηθεί πρωτοβουλίες, προκειμένου μέρος από αυτά να ελαφρύνουν τους ισολογισμούς των τραπεζών. Θέλω όμως να τονίσω ότι η λύση στο πρόβλημα εξαρτάται και από την περαιτέρω και συστηματική μείωση του συνολικού κόστους χρηματοδότησης της χώρας, δίχως την οποία τα οποιαδήποτε σχέδια αντιμετώπισης και των κόκκινων δανείων θα δυσκολέψουν πάρα πολύ.

Σήμερα, μπορεί το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου να έχει μειωθεί πολύ, ωστόσο η διαφορά του κόστους δανεισμού από την πλειονότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών εξακολουθεί να είναι μεγάλη. Είναι κρίσιμο η πορεία αποκλιμάκωσης να συνεχιστεί. Ταυτόχρονα, η αποτελεσματική διαχείριση των κόκκινων δανείων, διευκολύνεται όσο υπάρχουν υψηλότεροι ρυθμοί μεγέθυνσης της οικονομίας. Χωρίς συνέχιση της αποκλιμάκωσης στο κόστος χρηματοδότησης και υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης, η διαχείριση των κόκκινων δανείων θα κινείται σε φαύλο κύκλο. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που καθιστά αναγκαία την σταθερή στόχευση την οικονομικής πολιτικής, συνολικά, προς την ανάπτυξη.