Αμαλία Μεγαπάνου: «Διάλογος με την Άννα»

Αμαλία Μεγαπάνου: «Διάλογος με την Άννα»

«-Δεν ήταν καλός; τη ρώτησα δειλά.

Με βλέμμα θλιμμένο, ένωσε τα χέρια της, άπλωσε μπροστά μου τις χούφτες της και, δείχνοντάς τις μου απάντησε:

-Εδώ μέσα έβαλα την καρδιά μου και του την πρόσφερα. Κι αυτός την πήρε και σαπουνίστηκε».

Ο «Διάλογος με την Άννα» κυκλοφόρησε το 1988. Τα «Ελληνικά Κεντήματα» που εκδόθηκαν από το Μουσείο Μπενάκη, δεν είχαν προετοιμάσει το αναγνωστικό κοινό της συγγραφέως Αμαλίας Μεγαπάνου για το βιβλίο αυτό.

Ήταν ένα λογοτεχνικό βήμα καινοτόμο, τολμηρό και πρωτοποριακό. Από την άποψη της δομής, πρώτα απ’ όλα. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με τη μορφή συνέντευξης. Μια βιογραφία με την μορφή συνεδριών ή εξομολόγησης. Όπου η συνέντευξη ζωντανεύει με την γλώσσα της ηρωίδας, μια κατάσταση και μια ζωή. Την πορνεία της και την πορνεία στην Ελλάδα και τη ζωή της Άννας. Και όπου ο συγγραφέας κρατά τον λόγο του εξομολόγου ή του ψυχαναλυτή: δεν είναι εκεί για να κρίνει, για να έχει άποψη, περιορίζεται να ρωτά τα απολύτως απαραίτητα, ενώ ταυτοχρόνως αφουγκράζεται και τον δισταγμό, και την σιωπή του συνομιλητή, της Άννας επί του προκειμένου.

Η Άννα είναι ψευδώνυμο. Το έχει επιλέξει η ίδια η ηρωίδα. Άννα θα ήθελε να την λένε ιδανικά. Ενώ είναι «ιερόδουλη», δηλωμένη κι αληθινή. Και είναι η συζήτηση της Αμαλίας Μεγαπάνου με μια γυναίκα πενήντα δυο ετών που εκδίδεται σε οίκο ανοχής.

Πρόκειται για μια από τις τριακόσιες πενήντα χαρακτηρισμένες σαν ιερόδουλες της Αθήνας. Μια από τις εννιά γυναίκες του ίδιου επαγγέλματος που δέχτηκαν να μιλήσουν με τη συγγραφέα και ν’ αποκαλύψουν τα προσωπικά κι επαγγελματικά τους προβλήματα, καθώς και τις σκέψεις τους. Η επιλογή της Άννας έγινε από την συγγραφέα επειδή ήταν θυμόσοφος, μιλούσε «παστρικά» όπως λέει, αυτοσαρκαζόταν, είχε χιούμορ, επίγνωση της κατάστασης και ήταν ευφυής. Στον πρόλογό της η συγγραφέας ευγνωμονεί όλες αυτές τις γυναίκες «που δεν αρνήθηκαν να μου φανερώσουν σκληρά, πικρά, γλυκόπικρα και διασκεδαστικά γεγονότα, καθώς επίσης και τις βαθύτερές τους σκέψεις. Που εκφράστηκαν πολλές φορές με κυνισμό ή με υπερβολική δραματικότητα, αλλά ποτέ με ελαφρότητα. Καμιά τους δεν ήταν ανέμελη», επισημαίνει η Αμαλία Μεγαπάνου, «όλες φοβούνται να μην τρελαθούν μέχρι το τέλος της ζωής τους».

Οι συνεδρίες – συνομιλίες έλαβαν χώρα στο σπίτι της συγγραφέως και απευθύνονταν η μια στην άλλη, μέχρι το τέλος, στο πληθυντικό.

Στην αρχή φοβήθηκε η Άννα πως δεν θα την καταλάβει «μια κυρία του κόσμου» και ότι θα χρειαστεί μεταφραστή. Η Αμαλία Μεγαπάνου, όμως, αποδεικνύει περίτρανα εκείνο που λέμε αλλά δεν το εννοούμε συγχρόνως, πως δεν υπάρχει χυδαία γλώσσα αλλά χυδαίοι άνθρωποι, εκείνο που προκύπτει είναι ελεύθερο, αβίαστο, αξιοσέβαστο, αληθινό.

Κατορθώνοντας, μάλιστα, με συγγραφική και αφηγηματική μαεστρία να μας μεταφέρει τα δυο πρόσωπα και το κυριολεκτικά δίγλωσσο ιδίωμα αυτής της γυναίκας που είπαμε να την αποκαλούμε Άννα, εκείνο της ιερόδουλης και το άλλο, του δυναμικού, γεμάτο όνειρα αλλά με πικρό παρελθόν, κοριτσιού που ήρθε στα Βριλήσσια από ένα χωριό της Πελοποννήσου.

Μια σπαρταριστή ζωή που περικλείει μέσα της όλα τα τελευταία χρόνια της ελληνικής ιστορίας (τη μαμά της με τον μικρό αδελφό, βίασαν και σκότωσαν οι γερμανοί), το νεοελληνικό όνειρο (ένας γάμος κι ένα κεραμίδι), τον καθαρό άνθρωπο που μπορείς – όπως και τον ακάθαρτο- να τον συναντήσεις παντού.

Η Άννα επιθυμούσε διακαώς να γίνει η ζωή της βιβλίο «γιατί αν βγει στους δρόμους, θα λογαριαστεί σαν τίμια εξομολόγηση, ότι ξεμπροστιάστηκα με άλλα λόγια, κι ας μην ξέρουν πια είμαι», κι ας ξεμπροστιάζει κι όλη την κοινωνία μαζί. Ωστόσο αρνείται να το διαβάσει, όταν θα βγει: «Εγώ; Αδύνατο! Αδύνατο να ξαναζήσω άλλη μια φορά τα περασμένα! Ούτε για χάρη σας, κυρά μου, δεν θα το έκανα!»

Το αποτέλεσμα, ένα καλομελετημένο (με το μοιρογνωμόνιο, εντελώς) βιβλίο που ζωντανεύει την ανθρωπογεωγραφία της χώρας μας μέσα από την σπαρακτική και σπαρταριστή αφήγηση μιας αποσυνάγωγης, ένα βιβλίο που λύνει γρίφους, απορίες, εγείρει εκατοντάδες ερωτηματικά και ξαναμοιράζει την τράπουλα σε όλους μας. Αποδεικνύοντας, βέβαια, ότι η Αμαλία Μεγαπάνου είμαι μεγάλη λογοτέχνης και ότι δικαίως αυτό ειδικά το βιβλίο και έχει ακουστεί και έχει αγαπηθεί.

Ο Φιλελεύθερος, φροντίζει το Σάββατο στις 5 Σεπτεμβρίου, αυτό ακριβώς το βιβλίο της Αμαλίας Μεγαπάνου «Διάλογος με την Άννα», να φτάσει παντού. Στους αναγνώστες του, οπωσδήποτε.

Με τα λόγια του βιβλίου:

«Τους έχετε δει ποτέ πώς μπαίνουν; Με ρώτησε μεμιάς αλλά έδωσε την απάντηση μόνη της: Ή που πάνε ξυστά στον τοίχο και γλιστράνε μέσα σαν τα σαυρίδια, ή που περπατάνε άκρη άκρη στο πεζοδρόμιο, τάχατες άσχετοι, κοιτάζοντας αλλού, και ξαφνικά δίνουν μια βουτιά για την πόρτα, σαν τα καταδιωχτικά αεροπλάνα που πέφτουν στο στόχο. Είναι να γελάς! Τέλος πάντων! Για να ξαναγυρίσουμε όμως στους οίκους ανοχής, φανταστείτε ότι κοτζάμ Κολωνάκι έχει όλο όλο ένα αναγνωρισμένο σπίτι. Άλλο αν δουλεύουν και δυο τρεις αδήλωτοι οίκοι κι αν στην περιοχή εκείνη ανάβει η άσφαλτος από αυτές που κάνουν πεζοδρόμιο».

Εξακρίβωσα αργότερα πως είχε δίκιο. Στην Αθήνα- 1988 τουλάχιστον- υπάρχουν περίπου εκατόν πενήντα οίκοι ανοχής, διάσπαρτοι σε διάφορες συνοικίες, με μεγαλύτερη πυκνότητα στις περιοχές που καλύπτουν το 6ο, το 8ο και το 4ο παράρτημα Ασφαλείας. Αυτοί όμως είναι οι επίσημοι αριθμοί- αυτοί που έχει το Τμήμα Ηθών και Ασέμνων της Αστυνομίας-, οι οποίοι όμως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως το παραδέχονται και οι ίδιοι οι αστυνομικοί. Η αλήθεια είναι ότι, ενώ οι “χαρακτηρισμένες” ιερόδουλες της Αθήνας είναι γύρω στις τριακόσιες πενήντα, υπάρχουν τουλάχιστον τρισήμισι με τέσσερις χιλιάδες γυναίκες ακόμα που είναι “αδήλωτες” κι εκδίδονται στα διαμερίσματά τους, σε μπαρ ή σε δωμάτια ξενοδοχείων».

Με τα λόγια της συγγραφέως:

«Είχα αγανακτήσει. Το έκανα γιατί η αστή Ελληνίδα δεν γνώριζε τίποτε για ένα πρόσωπο το οποίο ο σύμπας κόσμος ήξερε πολύ καλά και μόνον εκείνη αγνοούσε» [μιλώντας για τον «Διάλογο με την Άννα» στο Βήμα]

Και σε συνέντευξή της στη Ρέα Βιτάλη:

- Στο βιβλίο σας «Διάλογος με την Άννα», μια ιερόδουλο, ανακάλυψα την Αμαλία με τσαγανό. Στοιχεία έρευνας, σεβασμού, σοφών αποστάσεων, διεισδυτικότητα, ανατροπή… Για μια κυρία του καλού κόσμου… Θέλει τσαγανό!

Α.Μ.:Η ζωή θέλει τσαγανό. Για να τα βγάλεις πέρα. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι όσα χρόνια δεν μιλώ δημόσια δεν είναι από έλλειψη αντίληψης, αλλά από επιλογή.

- Υπάρχει μια φράση στο «Διάλογος με την Άννα» που έρχεται όλο και πιο συχνά στο μυαλό μου, καθώς είναι μελαγχολικές οι μέρες μας και θορυβώδης η κατάρρευση αξιών. Γράφετε «έβαλα την καρδιά μου στα χέρια μου και του την πρόσφερα. Κι αυτός την πήρε και σαπουνίστηκε». Το έχετε νιώσει ποτέ αυτό το συναίσθημα;

Α.Μ.: Όχι, γιατί δεν καταλογίζω σε άλλους πώς χειρίστηκαν την καρδιά μου.

- Μοιάζετε τόσο μετρημένη! Μα, δεν ασφυκτιάτε ποτέ μέσα στο μέτρο;

Α.Μ.: Μα, το μέτρο είναι η ζωή… Για ποιο μέτρο μιλάτε; Ό,τι θέλησα, ό,τι με ενδιέφερε, το έκανα στη ζωή μου. Όσο μεγαλώνω νομίζω ότι είναι ευλογία να ξεφεύγει κανείς από τις προδιαγραφές του.

- Πότε ξεφύγατε εσείς;

Α.Μ.: Όταν βγήκε το πρώτο μου βιβλίο. Το πρώτο. Για τα κεντήματα… Σκεφτείτε ότι, για να μπορέσω να μεταδώσω αυτό που ήθελα, κέντησα εγώ, προσωπικά, 90 κεντήματα!

- Έχω την αίσθηση ότι στη γενιά σας οι γυναίκες πορεύονταν στη σκιά των ανδρών. Στις μέρες μας;

Α.Μ.: Μητροκρατία είχαμε πάντα. Από τις θεές του Ολύμπου, ακόμα. Αλλά θα σας πω και κάτι ακόμα: Ο Ευριπίδης δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τις γυναίκες… Ωστόσο, τους έδωσε τους καλύτερους ρόλους.

- Από την Αμαλία των ασπρόμαυρων φωτογραφιών μέχρι την Αμαλία των 21.625 ΠΡΟΣΩΠΩΝ τι δεν άλλαξε καθόλου;

Α.Μ.: Η αφοσίωση να κάνω το σωστό.

- Σας άκουσα να λέτε ενώ ερχόσασταν «με δυσκολεύουν οι σκάλες. Όχι, δεν είναι δύσκολο, είναι επίφοβο». Η σκάλα της εξουσίας είναι δύσκολη ή επίφοβη;

Α.Μ.: Πού θέλετε να γνωρίζω εγώ από εξουσία;

- Περάσατε ξυστά… Έχω την αίσθηση ότι δεν την εκτιμάτε ιδιαίτερα…

Α.Μ.: Εκτιμώ το να εργάζεσαι για το καλό του άλλου. Η πολιτική, παγκοσμίως, έχει αλλάξει όψη. Είναι θέμα ήθους… Όπως η Ιατρική. Αν το καλοσκεφτείς, δεν έχει αλλάξει από τα χρόνια του Ιπποκράτη… Είναι μόνο θέμα ήθους!

ΥΓ. Ο Φιλελεύθερος προσφέρει στους αναγνώστες του, μαζί με τα υπόλοιπα βιβλία της Μεγαπάνου, και τον «Διάλογο με την Άννα» το πρώτο Σάββατο του Σεπτεμβρίου (αύριο, δηλαδή).