Αλέξανδρος Διονυσιάδης: Καταραμένη να 'σαι Κολιμά (Α)

Αλέξανδρος Διονυσιάδης: Καταραμένη να 'σαι Κολιμά (Α)

Ο Αλέξανδρος Διονυσιάδης είναι ένας γενναίος άνθρωπος, όχι γιατί έκανε κάποιες ηρωικές πράξεις, μα γιατί όταν η συνείδηση και η αντίληψη του ήρθαν σε μετωπική σύγκρουση με την πραγματικότητα, συνειδητοποίησε τα λάθη του και άλλαξε. Η αλλαγή αυτή κάθε άλλο παρά εύκολη και ανώδυνη ήταν, μα την τόλμησε. Λίγοι μπορούν να το κάνουν αυτό. 

Νέος θα δει να συλλαμβάνουν και να εξορίζουν τον πατέρα του στην εσχατιά του κόσμου τούτου την Κολιμά. Μετά από ένα σύντομο διάλειμμα, ακολούθησε η οικογενειακή εξορία στην ανατολική Σιβηρία, η επιστροφή στην Μόσχα, ο ξαφνικός και παράξενος θάνατος του αδελφού του και η νέα ζωή στην βιομηχανία της χώρας, όπου διακρίθηκε. Κι ακολουθούν οι επισκέψεις στην μητέρα πατρίδα, η επανένωση με τους χαμένους συγγενείς, η πίκρα του νέου πρόσφυγα. Σελίδες συγκινητικές, σελίδες εξομολογητικές, σελίδες μιας αλήθειας που πρέπει να μαθευτεί.  

Από το βιβλίο «Από τον Πόντο στην κόλαση του Στάλιν», δημοσιεύουμε σε συνέχειες, δύο συγκλονιστικά κεφάλαια, για τα δεινά και τις κακουχίες μίας ελληνικής οικογένειας στις εσχατιές του «σοσιαλιστικού παραδείσου». 

* * *

Ρωσία. «Καταραμένη να ’σαι Κολιμά» 

1937-1948 

Μετά τη σύλληψη του πατέρα, η μητέρα ζούσε μέσα στην αγωνία: τι να κάνω; τι θα γίνει; θα τον εκτελέσουν ή όχι; Τα ερωτήματα αυτά μας βασάνιζαν διαρκώς για έξι ατελείωτους μήνες. Παρόλο που εγώ κι ο Δημήτρης ήμασταν μικροί και δεν καταλαβαίναμε πολλά, η γενική ανησυχία δεν μας άφηνε ανεπηρέαστους. 

Η αλληλογραφία και οι συναντήσεις απαγορεύονταν. Μπορούσαμε μόνο να πάμε δέματα στη φυλακή, χάρη στα οποία ζούσε ο πατέρας. Αν σταματούσαν να δέχονται τα δέματα κάποιου, αυτό σήμαινε το τέλος: ο άνθρωπος αυτός είχε εκτελεστεί. Αν δέχονταν τα δέματα, τότε υπήρχε ελπίδα. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές Ιουλίου, όταν απήγγειλαν τις τυποποιημένες κατηγορίες: άρθρο 58 του Ποινικού Κώδικα «αντεπαναστατική δραστηριότητα». Ο πατέρας κατηγορείτο για παράλογα, μα εντελώς συνηθισμένα πράγματα εκείνης της εποχής: τρομοκρατία (με αφορμή το δίκαννο που βρέθηκε κατά την έρευνα), κατασκοπεία (για τη φωτογραφική μηχανική που χάρισε στον Λάζαρο) και αντισοβιετική προπαγάνδα. Μέχρι τη σύλληψή του, ο πατέρας μου είναι τακτική αλληλογραφία με τον Δημήτρη Παρτσαλίδη (ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ εκείνη την εποχή), ο οποίος του έστελνε ελληνικές εφημερίδες, πράγμα που τεκμηρίωνε την κατηγορία της αποδοχής και διάδοσης μεταξύ των Ελλήνων της Υπερκαυκασίας φασιστικών εντύπων. Η κατασχεμένη γραφομηχανή, στην οποία η μητέρα δαχτυλογραφούσε τους προϋπολογισμούς οικοδομικών εργασιών του πατέρα, «μαρτυρούσε» για την αντιγραφή αντισοβιετικών κειμένων. Αυτά ήταν τυποποιημένα τεχνάσματα: η τρομοκράτηση, η εξαπάτηση, ο ξυλοδαρμός, ώστε ο συλληφθείς να ομολογήσει την ενοχή του, ακόμη κι αν ήταν εντελώς παράλογη. Ο πατέρας αργότερα μας είπε πως υπογράφοντας την κατάθεσή τους, οι συλληφθέντες υπολόγιζαν πως στο δικαστήριο θα απεδείκνυαν την αθωότητά τους. Αφελείς άνθρωποι... Ποια δίκη; Ειδική συνεδρίαση των οργάνων της N.K.V.D., επισφράγιζε τις καταδικαστικές αποφάσεις χωρίς ανάκριση και δίκη, χωρίς καν παρουσία του κατηγορουμένου. Έτσι, στις 2 Ιουλίου 1938 ανακοίνωσαν στον πατέρα μου πως καταδικάστηκε σε 10 χρόνια εγκλεισμού σε Σωφρονιστικό Στρατόπεδο Εργασίας στην Κολιμά. 

Η πλειοψηφία των Ελλήνων της Ε.Σ.Σ.Δ. την εποχή εκείνη καταδικάστηκε σε τέτοιες ποινές. Στο βιβλίο του Ιβάν Τζούχα «Η ελληνική επιχείρηση» (Αγία Πετρούπολη, 2006) που προανέφερα, με βάση εκατοντάδες έγγραφα, επιστολές και απομνημονεύματα, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τη φρικτή εποχή των εκκαθαρίσεων κατά των Ελλήνων στις δεκαετίες του 1930 και 1940, περιγράφει τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις, τη ζωή και τον θάνατο στα στρατόπεδα. Η ιστορία του πατέρα μου αποτελεί μία ψηφίδα αυτής της ιστορίας. Παρόμοια είναι και η ιστορία των αγαπημένων φίλων του πατέρα, των αδελφών Ηλιόπουλου, του Σοφοκλή και του Αλέκου (Αλέξανδρου), οι οποίοι ζούσαν στο Μπατούμι. Ο εγγονός του Σοφοκλή, ο Ανδρέας Ηλιόπουλος, θυμάται τις αφηγήσεις του παππού για όλα όσα συνέβησαν. Στην αρχή πήγαν να συλλάβουν τον αδελφό Σοφοκλή, μα στο σπίτι βρήκαν μόνο τον Αλέκο. Τον έβαλαν στο αυτοκίνητο και είπαν: «Πάμε να μας δείξεις πού είναι ο Σοφοκλής». Δεν τον ξαναείδαν ποτέ, ούτε επέστρεψε στο σπίτι. Αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια της Ελληνικής επιχείρησης, τον Δεκέμβριο του 1937. Συνέλαβαν λίγο αργότερα τον Σοφοκλή, στις αρχές του 1938. Μετά τον πόλεμο, το 1948, συνέλαβαν τον Χαρίκο και τον Ζόρα (Γεώργιο) Ηλιόπουλο. Ο πρώτος ακολούθησε την ίδια διαδρομή προς την Κολιμά, όπου ήταν ο πατέρας μου και τα μικρότερα αδέλφια των Ηλιόπουλων. Ο δεύτερος ήταν «πιο τυχερός», τον εξόρισαν «απλά» στο Καζακστάν, απ’ όπου το 1956 κατάφερε να φύγει για την Ελλάδα. Γενικά, η οικογένεια Ηλιόπουλου κατάφερε να κατακτήσει το θλιβερό ρεκόρ συμμετοχών στην Κολιμά με έξι μέλη της! 

Στα τέλη Ιουλίου 1938 μία μεγάλη ομάδα καταδικασμένων Ελλήνων μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς στο Βλαδιβοστόκ και από εκεί ήταν να τους μεταφέρουν στην Κολιμά. Ταξίδευαν περίπου δύο μήνες μέχρι να φτάσουν στις 21 Σεπτεμβρίου στο Βλαδιβοστόκ. Δεν ξέρω αν έφτασαν μαζί με τον πατέρα μου στην ίδια αποστολή, αλλά στο κέντρο μεταγωγών του Βλαδιβοστόκ συναντήθηκε με τον Σοφοκλή και τον Αλέκο Ηλιόπουλο. Η μοίρα της ήταν πλέον κοινή, μόνο που αυτή τη φορά σε δύσκολες και τραγικές συνθήκες. Ο πατέρας μου τα τελευταία χρόνια της ποινής του τα εξέτισε στο ίδιο χρυσορυχείο Σουσουμάν μαζί με τον Σοφοκλή, ενώ ο Αλέξανδρος δεν έφτασε ποτέ στο στρατόπεδο, πέθανε στο Βλαδιβοστόκ τον Δεκέμβριο του 1938. 

Στο στρατόπεδο που λειτουργούσε ως κέντρο μεταγωγών στο Βλαδιβοστόκ, ο πατέρας μου έμεινε οκτώ μήνες. Παρόλο που ήταν μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μας, καταφέραμε, τελικά, να παίρνουμε γράμματά του. Το πρώτο διάστημα η αλληλογραφία ήταν μονόπλευρη. Εμείς παίρναμε τα γράμματά του, της μητέρας όμως ο πατέρας δεν τα έπαιρνε. Φαντάζομαι τη χαρά του, όταν τον Ιανουάριο του 1939 πήρε το πρώτο γράμμα με τη φωτογραφία των παιδιών. 

Στα πρώτα του γράμματα ο πατέρας ζητούσε μόνο ένα πράγμα: να πάμε στη Μόσχα, στην ελληνική πρεσβεία και να ζητήσουμε να μεσολαβήσει. Εκεί δούλευε ο παλιός του φίλος Φιοντόρ Καραγιαννόπουλος, στη βοήθεια του οποίου ήλπιζε. 

Η μακρά παραμονή στο Βλαδιβοστόκ, η καθυστέρηση της μεταγωγής στην Κολιμά αλλά και στο γεγονός ότι άρχισε να παίρνει τα γράμματα από το σπίτι, γέννησαν την ελπίδα ότι μπορεί κάτι να κινήθηκε στην «υπόθεσή» του. Σε κάθε του γράμμα μας παρακαλεί να πιέσουμε πιο πολύ την ελληνική πρεσβεία στη Μόσχα. Εκτός από αυτό, σε κάθε του γράμμα ρωτούσε αν η Βιργινία έγινε δεκτή από τον Βισίνσκι1.. Πιθανόν να είχε την σκέψη ότι ο Δημήτρης Παρτσαλίδης (ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν μέλος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε.), θα προσπαθούσε μέσω των δικών του γνωριμιών, να τον βοηθήσει. Στα τέλη Ιανουαρίου 1939 μας έγραφε: «... νομίζω πως τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο θα μας μεταφέρουν δυτικά, για να είμαστε πιο κοντά στο σπίτι. Ίσως και προς την πλευρά όπου μένουν η θεία Όλγα, η αδελφή της μαμάς... Ζω με την ελπίδα ότι θα συναντηθούμε γρήγορα». Αν το μεταφράσουμε αυτό στην γλώσσα του Αισώπου, σήμαινε: πιθανόν σύντομα θα μου επιτρέψουν να γυρίσω στο σπίτι ή θα μας επιτρέψουν όλους να φύγουμε για την Ελλάδα (η θεία Όλγα, η αδελφή της Βιργινίας, ζούσε στη Θεσσαλονίκη). Ο πατέρας δεν γνώριζε ότι την άνοιξη του 1939 ο Δημήτρης Παρτσαλίδης είχε συλληφθεί και έζησε στην φυλακή μέχρι το 1944. Έτσι, ο παιδικός του φίλος δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει...

Οι ελπίδες εξανεμίστηκαν όταν μετέφεραν τον πατέρα στην Κολιμά. Ο μοναδικός τρόπος για να φτάσει κανείς στην Κολιμά από το Βλαδιβοστόκ, ήταν από τη θάλασσα, μέχρι τον όρμο Ναγκάγιεβο, όπου βρισκόταν η πολίχνη Μαγκαντάν. Τα βρωμερά αμπάρια των καραβιών ήταν γεμάτα ανθρώπους, ο αριθμός των οποίων κυμαινόταν από 3 μέχρι 5 χιλιάδες. Η μεταγωγή διαρκούσε οκτώ-εννέα ημέρες και είναι τρομακτικό όταν σκέφτεσαι τι γινόταν κατά τη διάρκεια της θαλασσοταραχής. Ο όρμος Ναγκάγιεβο είναι γνωστός από τα απομνημονεύματα του Βαρλάμ Σαλάμοφ, του Γκεόργκι Ζένοφ και των άλλων συγγραφέων του λογοτεχνικού είδους «λογοτεχνία του Γκουλάγκ», οι οποίοι είχαν την ίδια διαδρομή με τον πατέρα μου. 

Θα πρέπει να πούμε πως ποτέ ο πατέρας μου δεν μοιράστηκε μαζί μου τις αναμνήσεις του από εκείνη την εποχή. Δεν ξέρω, ίσως να του ήταν ανυπόφορο να θυμάται τη ζωή στο στρατόπεδο, ίσως να μην ήθελε να μας πληγώσει, αφού τότε ήμασταν μέλη της Κομσομόλ2 και φανατικοί μέχρι το μεδούλι των κοκάλων μας σοβιετικοί πολίτες. Μπορεί η ζωή να του έμαθε να είναι πολύ προσεκτικός και να φοβόταν να μας δώσει  «περιττές πληροφορίες», τις οποίες, αν μάθαιναν άλλοι, θα μπορούσαν να μας καταστρέψουν. Το μόνο που έκανε κατά τη διάρκεια των γλεντιών την εποχή της εξορίας στη Σιβηρία και μετά στη Μόσχα, ήταν να τραγουδάει το ίδιο πάντα τραγούδι «Θυμάμαι εκείνο το λιμάνι του Βανίν», τον ύμνο των καταδίκων στην Κολιμά...

Θυμάμαι εκείνο το λιμάνι του Βανίν

τη σκυθρωπή του καραβιού εικόνα,

πως πήραμε το μονοπάτι για τον μόλο

την παγωμένη, μαύρη φυλακή.

Πυκνώνει στη θάλασσα η ομίχλη,

ουρλιάζει του πελάγους το στοιχειό.

Μπροστά ήταν το Μαγκαντάν

πρωτεύουσα της Κολιμά.

Παραπονιάρικη κραυγή αντί για ένα τραγούδι

έβγαινε από τα στήθη καθενός.

«Έχε για στεριά για πάντα!» -

μούγκριζε το ατμόπλοιο σαλπάροντας.

Στενάζουν οι κατάδικοι από τη θαλασσοταραχή.

Σαν αδελφοί αγκαλιάστηκαν.

Μόνο πνιχτές κατάρες

εκτόξευαν οι γλώσσες τους.

Καταραμένη να ’σαι Κολιμά,

διάσημε κατά πώς λεν πλανήτη!

Τρελαίνεσαι χωρίς να θες

από εκεί επιστροφή δεν έχει.

Η ταϊγκά χιλιόμετρα πολλά,

που ζουν θηρία μοναχά.

Δεν έχει αυτοκίνητα

μα μόνο τριγυρνάν  ελάφια.

Σκορβούτο με θάνατο ανάκατα,

γεμάτα είναι τα ιατρεία,

τούτη την άνοιξη άδικα,

απάντηση απ’ την αγαπημένη μου προσμένω.

Δεν γράφει γράμμα τώρα πια

ούτε και περιμένει

στη φωτισμένη του σταθμού την έξοδο

ξέρω πως θα έρθει,

όπως μου είχε υποσχεθεί.

Έχε γεια μάνα και κυρά!

Έχετε γεια κι εσείς γλυκά παιδιά.

Ξέρω πως το ποτήρι το πικρό

θα πιω μέχρι τον πάτο.

Αύριο η συνέχεια

Παραπομπές

1.. Αντρέι Βισίνσκι (1883-1954), διαβόητος Γενικός Εισαγγελέας της Μόσχας, πρωταγωνιστής στις «δίκες» του 1936-1938, υπεύθυνος για την εξόντωση εκατομμυρίων αθώων ανθρώπων. (Σ.τ.Μ.)

 2. Κομσομόλ. Η κομμουνιστική οργάνωση νεολαίας της Ε.Σ.Σ.Δ. (σ.τ.μ)