#10yearschallenge

#10yearschallenge

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Είχα γράψει τις προάλλες ότι μία των ημερών θα υποκύψω κι εγώ στην (ωραία) μόδα τού #10yearschallenge, οπότε —ελπίζοντας ότι δεν είμαι εκπρόθεσμος— ιδού.

[ 2009 ] Ήταν η χρονιά που αποφάσισα να αφήσω την Αθήνα μετά από 25 χρόνια εκεί — μετά από μια ζωή δηλαδή. Συγκεκριμένα, μάλιστα, μετά από μια ζωή στα Εξάρχεια, καθώς ποτέ μου δεν άλλαξα ούτε γειτονιά, ούτε δουλειά: αυτό το ένα τέταρτο του αιώνα ζούσα και εργαζόμουν σ' αυτήν που κάποτε ήταν μια από τις πιο όμορφες, για ένα πλήθος λόγους, συνοικίες των Αθηνών.

Η βρόμα από τα καμένα τού 2008 δεν είχε ξεπλυθεί ακόμη τέτοιες μέρες. Ούτε είχαν αντικατασταθεί οι κατεβασμένες τζαμαρίες ή τα σπασμένα μάρμαρα. Όχι όλα τουλάχιστον. Τα περισσότερα απλώς είχαν μπαλωθεί: τα σκουπίδια είχαν παραχωθεί κάτω από το χαλί, σαν να λέμε, να μη φαίνονται. Όπως δεν είχε φτιαχτεί και το ολοσχερώς καμένο εστιατόριο στην Μπενάκη, εκείνο από όπου σχεδόν όλοι έχετε περάσει έστω και μία φορά: τον προηγούμενο Δεκέμβριο, μία συμμορία πέρασε από εκεί και είπε στην ιδιοκτήτριά του, που στεκόταν έντρομη στην πόρτα, να τους δώσει ένα συγκεκριμένο ποσόν για να μην της κάψουν το μαγαζί? η σπουδαία εκείνη γυναίκα αρνήθηκε, και της το έκαψαν το επόμενο δευτερόλεπτο. (Να μην ξεχνάτε ότι στα «Δεκεμβριανά» του 2008 αναρχικοί και ναζί είχαν συμμαχήσει και έσπαγαν και έκαιγαν μαζί, σαν μια παρέα που ούτως ή άλλως είναι. Τα παραπλήσια κομματικά τους αντίστοιχα θα αδελφώνονταν ενάμιση χρόνο μετά στην Άνω και Κάτω Πλατεία). Η γυναίκα εκείνη ήταν φίλη. Ανίκανη να συνέλθει, πέθανε λίγο καιρό μετά.

Όλη η πόλη όμως ήταν πεθαμένη. Ακόμη χειρότερα: ήταν νεκροζώντανη. Θα έχετε δει τις ταινίες με τους ζωντανούς-νεκρούς που τριγυρνούν στους δρόμους χωρίς λόγο, έτοιμοι να σωριαστούν ή να ορμήσουν σε ό,τι δουν να κινείται δίπλα τους. Έτσι ήταν. Παραδομένη στον εφιάλτη της. Κάτι πολύ Κακό και τελεσίδικο ξεκινούσε να γεννηθεί, και δεν ήθελα να είμαι εκεί όταν θα έκανε τις πρώτες του βόλτες, πόσο δε μάλλον όταν θα οριζόταν σαν «κανονικότητα» και δεν θα ενοχλούσε κανέναν.

Φτιάχνοντας τα πράγματά μου —όχι ότι είχα και πολλά—, αποφάσισα να μιλάω από τότε και στο εξής όσο περισσότερο και σε όσο περισσότερους μπορούσα για αυτό που έβλεπα ότι θα γινόταν. Δεν το είχα συστηματοποιήσει —δύσκολα το κάνουμε αυτό—, αλλά πράγματι έτσι έγινε εντέλει. Έτσι, σε μια πυρετική κρίση ψευδούς αλτρουισμού, ξεκίνησα να αρθρογραφώ για αυτό που φοβόμουν ότι θα κατέληγε σε έξοδο από την Ευρώπη, σε μία περίοδο αλλοφρόνων ταραχών και εντέλει σε μόνιμη αλλαγή του πολιτεύματος. Παράτησα σχεδόν απολύτως τη δουλειά μου, και 100% το γράψιμο και τα βιβλία, και αφοσιώθηκα σε αυτό.

Εννοείται πως απέτυχα παταγωδώς. (Όλοι αποτύχαμε). Δεν μπορείς να αλλάξεις την ιστορία, και σίγουρα όχι με τα λόγια. Και, για να διευκρινίσω αυτό που είπα παραπάνω: λέγοντας ότι ο αλτρουισμός μου ήταν ψευδής (πάντα ο αλτρουισμός είναι ψευδής βέβαια), εννοώ πως έκανα ό,τι έκανα για να μην τύχει και βρεθώ να ζω εγώ σε μια χώρα που θα μισούσα, και που δεν θα την άντεχα. Δεν το 'κανα για κανέναν άλλον, παρά μόνο για μένα. Έτσι βαδίζει ο άνθρωπος.

Εν πάση περιπτώσει, το 2009 άφηνα μετά από 25 χρόνια την Αθήνα, τη δουλειά μου, τους ανθρώπους και τους δρόμους μου, και ουσιαστικά όλη μου τη ζωή — και επέστρεφα, με τα πράγματά μου που χώρεσαν όλα σε ένα βαν, στην πόλη μου, τη Θεσσαλονίκη.

[ 2019 ] Δέκα χρόνια μετά, συμβαίνουν δύο τινά. Το ένα είναι ότι οι φόβοι μου επαληθεύτηκαν, ως προς το ήμισυ: η χώρα κινδύνευσε να γίνει δικτατορία, αφού πρώτα θα περνούσε από μία περίοδο θυελλωδών ταραχών. Χωρίς το ευρώ, τα πάντα θα κατέρρεαν, και οι πάντες θα εξεγείρονταν. (Αν και το πάνω χέρι θα είχαν μόνο οι ένοπλες και καλά οργανωμένες συμμορίες). Δόξα τω Θεώ, οι Μεγάλες Δυνάμεις έβαλαν το χέρι τους το καλοκαίρι τού '15, και οι χοροί στο Σύνταγμα έμειναν χοροί. Και το καραβάνι άρχισε απλώς να προσλαμβάνει ακόμη περισσότερους φελάχους. Γιατί αυτό τού έμεινε να κάνει για να συνεχίσει να βαδίζει στην έρημο.

Το άλλο είναι ότι πλέον, εδώ και ενάμιση χρόνο, αποδιωγμένος και από την —παραδομένη τότε— στη Ρωσία Θεσσαλονίκη (πράγμα εξουθενωτικό, πιστέψτε με), ζω σε μία κανονική χώρα. Μία χώρα ζωντανή. Δεν είναι σπουδαία: δεν είναι Αμερική, Αγγλία, Γερμανία ή Αγγλία. Δεν είναι εξωτική. Δεν είναι μεγάλη. Είναι μικρή σαν την Ελλάδα. Έχει όμως όρεξη για ζωή, πολλή όρεξη. Οι πολίτες εδώ αδυνατούν να καταλάβουν έννοιες όπως το «Δεν πληρώνω»: τους φαίνονται ακατάληπτες — μόλο που στις δοσοληψίες τους μετράνε και το λεπτό. Υπακούν τυφλά στους νόμους — όχι από «αγαθοσύνη», αλλά επειδή ξέρουν ότι έτσι θα έχουν πολλαπλό κέρδος, όλοι. Δεν έχουν μπουζούκια και συναφή, και, μολονότι πίνουν, δεν ξενυχτούν. Είναι κάπως πλαδαροί σε σχέση με αυτό: προτιμούν τις εκδρομές στην επαρχία. Τους λες και βαρετούς: δεν έχει γίνει καμιά απεργία τα τελευταία πάρα πολλά χρόνια, να φανταστείτε, σε κανέναν τομέα. Ωστόσο η ανάπτυξη τρέχει με 2,5%-3% τον χρόνο, οι αυξήσεις των μισθών είναι απανωτές, ελάχιστοι παίρνουν κάτω από χιλιάρικο, και η ανεργία είναι η μικρότερη στον κόσμο. (Στον κόσμο, επαναλαμβάνω). Διαβάζουν μανιωδώς στα τραμ και στο μετρό. Μαζεύουν τις ακαθαρσίες των σκύλων τους. Τέτοια πράγματα. Βαρετά. Όχι πολύ σπουδαία.

Αν ήμασταν βιβλία, η Ελλάδα θα ήταν ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, και η Τσεχία ένας οδηγός μελισσοκομίας, ή κάτι εξίσου βαρετό. Παρά ταύτα, σε ενάμιση χρόνο εδώ έγραψα 5 δικά μου μυθιστορήματα και επιμελήθηκα άλλα 3 βιβλία σαν ανθολόγος. Δεν το λες και κακό για κάποιον που ζει σε μια τόσο βαρετή χώρα.