Στην τελική ευθεία μπαίνει η προετοιμασία σύγκλησης του ΑΣΣ Ελλάδας–Τουρκίας και της συνάντησης κορυφής Μητσοτάκη–Ερντογάν στις αρχές Φεβρουαρίου, με τις συναντήσεις για τον Πολιτικό Διάλογο χθες και τη Θετική Ατζέντα σήμερα στην Αθήνα.
Στον Πολιτικό Διάλογο που έγινε υπό την προεδρία της υφυπουργού Εξωτερικών Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, και του Τούρκου ομολόγου της Μ. Κ. Μποζάϋ, εξετάστηκε όλο το φάσμα των διμερών σχέσεων και ανταλλάγησαν απόψεις για περιφερειακά και διεθνή ζητήματα, ενώ η τουρκική αντιπροσωπεία έγινε δεκτή και από τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη. Σύμφωνα με πληροφορίες, το κλίμα κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ήταν ιδιαίτερα θερμό, αλλά δεν τέθηκε κανένα από τα δέοντα θέματα σχετικά με τις οριοθετήσεις. Πάντως, υπήρξε κοινή αντίληψη ότι πρέπει να υπάρχει διμερής κατανόηση την περίοδο αυτή, που το διεθνές περιβάλλον είναι τόσο ευμετάβλητο και ευαίσθητο. Σε ό,τι αφορά τη συνεδρίαση του ΑΣΣ, πληροφορίες αναφέρουν ότι θα πραγματοποιηθεί, το πιθανότερο, γύρω στις 15 Φεβρουαρίου.
Σε μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή για το διεθνές περιβάλλον, με την απειλή βαθύτατου ρήγματος στις διατλαντικές σχέσεις, με την εφαρμογή ενός νέου δόγματος από τις ΗΠΑ στις διεθνείς σχέσεις και με μια μεγάλη ανακατάταξη δυνάμεων και ισορροπιών στην Αν. Μεσόγειο και στην ευρύτερη Μ. Ανατολή, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις προς το παρόν δείχνουν να ακολουθούν τον δικό τους ρυθμό.
Η Τουρκία και ο Τ. Ερντογάν, είναι σαφώς προσανατολισμένοι στην αναζήτηση του περιφερειακού ρόλου που επιδιώκει η Τουρκία σε αυτό το νέο σκηνικό, με ενεργό εμπλοκή σε κρίσεις όπως στη Γάζα, στην Ουκρανία, στο Κέρας της Αφρικής, στη Λιβύη, προσδοκώντας νέες συμμαχίες και κυρίως στο να κεφαλαιοποιήσει αυτόν τον ρόλο έναντι της Ουάσινγκτον και του Ντ. Τραμπ.
Στο πλαίσιο αυτό, η τουρκική ηγεσία δεν δείχνει να έχει στις προτεραιότητές της τα ελληνοτουρκικά, παρά μόνο στον βαθμό που της δημιουργούν προβλήματα στην Αν. Μεσόγειο, αλλά και στις σχέσεις με την ΕΕ και τις ΗΠΑ. Η συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ, η οποία έχει και τις ευλογίες των Αμερικανών, καθώς και η ελληνική αντίδραση στη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE, καθώς και οι προσπάθειες άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας που αμφισβητούν τη «Γαλάζια Πατρίδα», είναι θέματα τα οποία ενοχλούν την Άγκυρα.
Εκ των πραγμάτων, η πολιτική των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο, αποτέλεσμα της Διακήρυξης των Αθηνών, δεν μπορεί να συνεχιστεί με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται η Άγκυρα, ως εκούσια αποχή από την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας. Και αυτό το σημείο διαρκούς τριβής θα συνεχίσει να υπάρχει όσο δεν λύνεται η μεγάλη εκκρεμότητα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών.
Οι διαμετρικά αντίθετες θέσεις των δύο χωρών είναι γνωστές και έχουν καταγραφεί τόσο στη διάρκεια των πολυετών διερευνητικών επαφών όσο και στις διμερείς συναντήσεις Γεραπετρίτη–Φιντάν που ακολούθησαν. Μάλιστα, τον τελευταίο χρόνο η Τουρκία βρήκε την ευκαιρία, με αφορμή τον ΘΧΣ, τα θαλάσσια πάρκα, επιστημονικές έρευνες στο Αιγαίο κ.λπ., να επικαιροποιήσει δημοσίως και επισήμως όλο το φάσμα των θέσεων που συνθέτουν το γενικό πλαίσιο αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας: από τις γκρίζες ζώνες, το casus belli, την αποστρατικοποίηση των νησιών, το θέμα του εύρους του εναέριου χώρου, τη μονομερή και αυθαίρετη ερμηνεία του διεθνούς δικαίου, τις ζώνες δικαιοδοσίας και αρμοδιοτήτων…
Παρότι δεν υπάρχει κανένα στίγμα αλλαγής στην τουρκική στάση, στην Αθήνα αρκετοί «καλόπιστοι» (ο πιο μετριοπαθής χαρακτηρισμός) σπεύδουν να ανακαλύψουν διαφοροποιήσεις στο ύφος ή στο λεξιλόγιο δηλώσεων του Τούρκου ΥΠΕΞ Χ. Φιντάν, κάτι που απλώς οδηγεί σε έναν εξωραϊσμό των διεκδικήσεων και αμφισβητήσεων της Τουρκίας εις βάρος της χώρας μας και προκαλεί σύγχυση για το ποια είναι η πλευρά που εμποδίζει τη δρομολόγηση της εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και πυροδοτεί τις εντάσεις.
Έτσι, είδαμε προ μερικών εβδομάδων τη δήλωση Φιντάν ότι «εγώ δεν αποδέχομαι τα 12 μίλια, εσύ δεν αποδέχεσαι τα 6 μίλια, αυτά μπορούν να συζητηθούν…» να ερμηνεύεται από καλοθελητές ακόμη και ως έμμεση απόσυρση του casus belli.
Την περασμένη εβδομάδα, πάλι, ο Χ. Φιντάν, ενόψει του ΑΣΣ, δήλωσε: «να λύσουμε μόνιμα το πρόβλημα του Αιγαίου, θέματα όπως χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα, να βάλουμε σε παρένθεση τα θέματα της εσωτερικής πολιτικής», επιχειρώντας και πάλι να επιρρίψει την ευθύνη για τα προβλήματα στην Ελλάδα και στους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς…
Και για αυτή τη δήλωση του κ. Φιντάν δόθηκαν εσπευσμένες ερμηνείες: ότι μιλά για «πρόβλημα» και όχι «προβλήματα» του Αιγαίου και ότι αναφέρθηκε μόνο σε «χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα», και συνεπώς αυτό υπονοεί ότι η Τουρκία εγκατέλειψε τη θέση για αντιμετώπιση υπό μορφή πακέτου όλων των διεκδικήσεών της στο Αιγαίο.
Η Τουρκία έχει ως στρατηγικό στόχο να ακυρώσει ή τουλάχιστον να περιορίσει στο ελάχιστο την περιοχή που θα μπορούσε η Ελλάδα να μετατρέψει σε περιοχή κυριαρχίας της με μελλοντική επέκταση των χωρικών υδάτων της έως τα 12 ν.μ. Και μέχρι να το επιτύχει αυτό, δεν πρόκειται να αποστεί από τις διεκδικήσεις και αμφισβητήσεις που θεωρεί ότι ενισχύουν τη διαπραγματευτική της θέση.
Το πρόβλημα, όμως, είναι ακριβώς ότι η απόφαση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, με βάση το δικαίωμα αλλά και τους περιορισμούς που προβλέπει η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας και δεν τίθεται υπό συζήτηση ή διαπραγμάτευση με οποιαδήποτε άλλη χώρα ή μέρος. Και εκ των πραγμάτων, η Ελλάδα δεν μπορεί, όπως επανειλημμένα έχουν δηλώσει ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών, να μπει σε μια τέτοια συζήτηση.
Είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα, βεβαίως, το ότι η Ελλάδα θα λάβει υπόψη της, σε κάθε απόφαση για επέκταση των χωρικών υδάτων της, τους περιορισμούς που θέτει το Δίκαιο της Θάλασσας· όμως σε καμία περίπτωση δεν τίθεται υπό την έγκριση τρίτης χώρας η άσκηση της κυριαρχίας της.
Εξάλλου, όσοι θέλουν να βλέπουν διαρκώς τη «θετική» εικόνα στις τουρκικές θέσεις, ας θυμηθούν ότι όταν, στη διάρκεια των διερευνητικών επαφών, είχαν τεθεί υπόψη της τουρκικής πλευράς οι ιδέες για κλιμακωτή επέκταση των χωρικών υδάτων, αφού η ελληνική πλευρά εξάντλησε τα διαπραγματευτικά της όρια, θεωρώντας ότι θα εξασφάλιζε τη συναίνεση της Τουρκίας, άκουσε από την άλλη πλευρά να τίθεται θέμα… «γκρίζων ζωνών», με στόχο την περαιτέρω υποχώρηση της ελληνικής πλευράς στο θέμα των χωρικών υδάτων.
Ο εξωραϊσμός των θέσεων της Τουρκίας δεν βοηθά όπως ίσως θεωρούν ορισμένοι την προώθηση του διαλόγου για την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών αλλά αντιθέτως αθωώνουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό και δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα στην ελληνική διπλωματία η οποία στο τραπέζι του διαλόγου αντιμετωπίζει τις πραγματικές θέσεις της Τουρκίας και όχι αυτές που φαντάζονται ορισμένοι ότι έχει στο βάθος του μυαλού του ο Χ.Φινταν …
