Από τις προμήθειες στις επενδύσεις: Το νέο στοίχημα της άμυνας
Shutterstock
Shutterstock

Από τις προμήθειες στις επενδύσεις: Το νέο στοίχημα της άμυνας

Για δεκαετίες, οι αμυντικές δαπάνες στην Ελλάδα – και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης – αντιμετωπίζονταν ως μια ειδική κατηγορία δημοσίων προμηθειών. Το κράτος αποφασίζει, αγοράζει και συντηρεί. Στην πράξη, πρόκειται για ένα μονοψώνιο: ένας κυρίαρχος αγοραστής καθορίζει τη ζήτηση, τους όρους της αγοράς και, συχνά, το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο των εταιρειών.

Το μοντέλο αυτό λειτούργησε όσο οι απειλές ήταν προβλέψιμες, οι τεχνολογικοί κύκλοι αργοί και η βιομηχανική βάση μπορούσε να στηριχθεί σε λίγες, μεγάλες προμήθειες.

Σήμερα, όμως, το πλαίσιο έχει αλλάξει ριζικά. Η άμυνα εξελίσσεται με ρυθμούς τεχνολογικής αγοράς: drones, λογισμικό, αισθητήρες, κυβερνοασφάλεια, δορυφορικές επικοινωνίες. Οι κύκλοι καινοτομίας έχουν συμπιεστεί, οι απειλές είναι μαζικές και φθηνές και η ανάγκη προσαρμογής συνεχής. Αυτό θέτει ένα απλό αλλά άβολο ερώτημα: μπορεί να επιβιώσει μια αμυντική βιομηχανία που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο κράτος ως πελάτη;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να έχει ήδη απαντήσει. Το SAFE, με δυνατότητα άντλησης έως €150 δισ. για αμυντικές επενδύσεις, δεν είναι απλώς ένα εργαλείο κάλυψης επειγουσών αναγκών. Είναι μια συνειδητή προσπάθεια να μετατραπεί η άμυνα από αποσπασματική εθνική δαπάνη σε προβλέψιμο επενδυτικό πεδίο ευρωπαϊκής κλίμακας. Το γεγονός ότι η ζήτηση για το SAFE ξεπέρασε τις αρχικές προσδοκίες και ήδη συζητείται η συνέχειά του, δείχνει ότι τα κράτη-μέλη δεν αναζητούν μόνο χρηματοδότηση, αλλά σταθερότητα και βιομηχανική συνέχεια.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι πρόσφατες «omnibus» παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πίσω από τη γλώσσα της απλοποίησης και της τεχνικής ευελιξίας, το μήνυμα είναι καθαρό: λιγότερα εμπόδια, ταχύτερες διαδικασίες και περισσότερα επενδυτικά κανάλια για άμυνα και ασφάλεια. Η άμυνα παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση και εντάσσεται στο κέντρο της ευρωπαϊκής βιομηχανικής και χρηματοδοτικής πολιτικής.

Το ίδιο σήμα εκπέμπεται ακόμη πιο καθαρά από τις πρώτες κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (MFF). Εκεί, η άμυνα και η ασφάλεια δεν εμφανίζονται πλέον ως περιθωριακές γραμμές δαπανών αλλά ως διακριτή προτεραιότητα, που συνδέεται με ανταγωνιστικότητα, τεχνολογία και στρατηγική αυτονομία. Με απλά λόγια, η Επιτροπή προετοιμάζει το έδαφος ώστε η άμυνα να χρηματοδοτείται όχι μόνο ως ανάγκη αλλά ως επένδυση μακράς πνοής.

Αυτή η μετατόπιση έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει τη σύνθεση της ίδιας της αγοράς. Όλο και περισσότερες νεοφυείς και ταχέως αναπτυσσόμενες εταιρείες εισέρχονται στον χώρο, όχι ως παραδοσιακοί «αμυντικοί προμηθευτές», αλλά ως τεχνολογικές επιχειρήσεις με σαφή επενδυτική λογική. Παραδείγματα όπως η Helsing στη Γερμανία, η Anduril Europe, η Quantum Systems, η Tekever ή η Exail δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή άμυνα αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με τεχνολογικό οικοσύστημα και λιγότερο με κλειστό κλαμπ προμηθειών. Δεν περιμένουν το κράτος για να καινοτομήσουν∙ αναπτύσσουν προϊόντα και βρίσκουν πελάτες.

Σε αυτό το σημείο γίνεται εμφανές και το όριο του παραδοσιακού μονοψωνίου. Όσο η άμυνα λειτουργεί με έναν αγοραστή τόσο περιορίζεται η καινοτομία και η επενδυτική δυναμική. Η μετάβαση σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά –μέσω SAFE, κοινών προμηθειών, και νέων δημοσιονομικών εργαλείων στο πλαίσιο του MFF– δημιουργεί τις προϋποθέσεις για πραγματικές επενδύσεις και όχι απλώς για αγορές εξοπλισμών.

Και εδώ αναδύεται φυσικά το ζήτημα του dual use. Ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όλο και περισσότερο, αμφισβητείται η ιδέα ότι οι αμυντικές εταιρείες μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά στο κράτος ή σε ένα υπουργείο. Οι τεχνολογίες που στηρίζουν την άμυνα δεν μπορούν να αναπτυχθούν σε στεγανά. Ένα ασφαλές σύστημα επικοινωνιών μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αεροδρόμια και λιμάνια. Ένα προηγμένο σύστημα κρυπτογράφησης αφορά τόσο στρατιωτικά δίκτυα όσο και κρίσιμες πολιτικές υποδομές.

Αυτή η υβριδική διάσταση δεν αποδυναμώνει την άμυνα – την καθιστά επενδύσιμη. Και αυτό είναι που βλέπει ο ιδιωτικός επενδυτής: όχι έναν προμηθευτή του κράτους αλλά μια επιχείρηση με αγορά, κλίμακα και προοπτική ανάπτυξης.

Για την Ελλάδα, το δίλημμα είναι ξεκάθαρο. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών είναι δεδομένη. Το ερώτημα είναι αν θα τις χρησιμοποιήσουμε για να συντηρήσουμε ένα κλειστό σύστημα προμηθειών ή για να δημιουργήσουμε ένα πεδίο επενδύσεων, που συνδυάζει άμυνα, τεχνολογία και αγορά. Σε μια Ευρώπη που αλλάζει – και με τις Βρυξέλλες να το επιβεβαιώνουν πλέον και δημοσιονομικά – η απάντηση δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι στρατηγική.


*Ο Παναγιώτης-Αλέξανδρος Σεβδαλής είναι Policy Officer στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Έρευνας και Ανάπτυξης.