Με δύο νέα ιστορικά ρεκόρ σε έξι ημέρες συναλλαγών μέσα στο 2026, ο S&P 500 δίνει ελπίδες στους επενδυτές για συνέχιση του ράλι, τουλάχιστον μέχρι να σημειωθεί κάποια σημαντική αρνητική εξέλιξη στο τρίπτυχο που εκτιμάται ότι θα καθορίσει την τάση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Τα εταιρικά αποτελέσματα ως αποτέλεσμα των οικονομικών συνθηκών, η νομισματική πολιτική και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, είναι οι βασικοί παράγοντες που θα κρίνουν την πορεία των μετοχών.
Την ίδια ώρα, οι μεγαλύτεροι επενδυτικοί οίκοι «βλέπουν» στις αρχές του νέου έτους παρόμοιες οικονομικές προοπτικές με το 2025, με τους γεωπολιτικούς κινδύνους να είναι εσχάτως αυξημένοι, την Τεχνητή Νοημοσύνη να συνεχίζει να μονοπωλεί σχεδόν το επενδυτικό ενδιαφέρον και τις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες να μειώνουν τα επιτόκια και να προσεγγίζουν το «ουδέτερο» επίπεδο.
Μέχρι στιγμής στο 2026, ο S&P 500 κερδίζει 1,76%, ο Nasdaq ενισχύεται κατά 1,86%, αλλά ξεχωρίζει ο Dow Jones με άνοδο 3%. Στην Ευρώπη, ο πανευρωπαϊκός Stoxx 600 καταγράφει κέρδη 2,95% με τον γερμανικό DAX να ενισχύεται κατά 3,10% και τον βρετανικό FTSE 100 κατά 1,95%.
Σύμφωνα με την Morgan Stanley, η οικονομία αναδεικνύεται ως ο βασικός καταλύτης για το νέο έτος. Όπως σημειώνουν οι αναλυτές της αμερικανικής τράπεζας, οι οικονομικές προοπτικές βελτιώνονται με παρόμοιο τρόπο με το 2025, ωστόσο υπάρχει ένας πολύ σημαντικός παράγοντας διαφοροποίησης. Φέτος, σε αντίθεση με πέρσι, οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη βρίσκονται σε φάση χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής και αναμένεται σε πολλές περιπτώσεις να φτάσουν ακόμα και κάτω από το «ουδέτερο» επιτόκιο, ευνοώντας έτσι τις επενδύσεις και την ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας.
Είναι η οικονομία, λοιπόν, αυτή που θα «αποφασίσει» για τη συνέχιση του bull run;
Στις ΗΠΑ, τα οικονομικά στοιχεία του γ’ τριμήνου έδειξαν ότι η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου παραμένει ανθεκτική. Έδειξαν όμως και κάτι ακόμα. Ότι οι επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να περνούν το αυξημένο κόστος – ελέω δασμών – στους καταναλωτές, αντί να τους «ροκανίζει» τα περιθώρια κέρδους. Αυτή η τάση θα μπορούσε στην πορεία να ανατρέψει τα δεδομένα, καθώς αν οι Αμερικανοί καταναλωτές «φρενάρουν», το ντόμινο θα επηρεάσει αργά ή γρήγορα και τα χρηματιστήρια.
Σε αυτό το σημείο μπαίνει στη συζήτηση η νομισματική πολιτική και η πορεία των επιτοκίων σε ΗΠΑ και Ευρώπη προς το ουδέτερο επίπεδο. Το λεγόμενο ουδέτερο επιτόκιο είναι εκείνο που θεωρητικά δεν βοηθά την ανάπτυξη, αλλά ούτε την περιορίζει. Επομένως, το πόσο χαμηλά θα φτάσουν τα επιτόκια της Fed και της ΕΚΤ αποτελεί ένα πολύ κρίσιμο θέμα ανάλυσης για τους επόμενους μήνες, καθώς εκτιμάται ότι μέχρι τον Ιούνιο θα έχει καθαρίσει πλήρως ο ορίζοντας αναφορικά με τις προθέσεις τόσο της Κριστίν Λαγκάρντ, όσο και του νέου επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.
Σήμερα, τα πονταρίσματα των επενδυτών «δείχνουν» ότι ο Τζερόμ Πάουελ θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στις 28/1 (95,6% πιθανότητες δίνει το FedWatch Tool) και ότι η Fed θα προχωρήσει συνολικά σε δύο μειώσεις επιτοκίων μέσα στο 2026. Όμως θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι ο Πάουελ αποχωρεί τον Μάιο και θα τον αντικαταστήσει ένα πρόσωπο που θα συμφωνεί με το δόγμα Τραμπ για χαμηλότερα επιτόκια. Που συνεπάγεται ότι μπορεί να δούμε μεγάλες εκπλήξεις σε αυτό το πεδίο, ιδιαίτερα στην περίπτωση που το επιτρέψει ο πληθωρισμός.
Τέλος και σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, υπάρχει το θέμα των τεχνολογικών μεγαθηρίων που οδηγούν το ράλι όλα αυτά τα χρόνια. Όσο οι τεχνολογικοί κολοσσοί θα δαπανούν τεράστια ποσά για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της νέας εποχής και όσο αυτή η «σπατάλη» θα θεωρείται βιώσιμη, τόσο θα αυξάνονται οι πιθανότητες να δούμε ένα τέταρτο διαδοχικό έτος ισχυρής ανόδου των μετοχών. Μόνο που το στοίχημα του 2026 είναι να διευρυνθεί το ράλι και η ανάπτυξη, διότι μέχρι στιγμής τα οφέλη της επανάστασης που συντελείται τα απολαμβάνουν λίγοι.
