Shutterstock
Tι πυροδότησε το νέο sell off
Shutterstock

Tι πυροδότησε το νέο sell off

H 23η Σεπτεμβρίου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και επισήμως ως η μέρα που εγκαινίασε τη  «δεύτερη» φάση αστάθειας στις αγορές, και  για τη οποία μιλήσαμε εκτεταμένα στο άρθρο για το τέλος του συνδρόμου ΤΙΝΑ. (σ.σ: περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ).

Οι αφορμές για τον καταιγισμό των πωλήσεων είναι πολλές και οι αιτίες ακόμα περισσότερες.

Δεδομένου ότι οι τελευταίες έχουν αποτελέσει υλικό εκτεταμένων αναλύσεων της στήλης, ας δούμε τις αφορμές που άνοιξαν τον ασκό του Αιόλου αυτή την Παρασκευή.

-Ο συγχρονισμός αύξησης των επιτοκίων από τις μεγαλύτερες Κεντρικές Τράπεζες

Καταρχάς να υπενθυμίσουμε ότι η τρέχουσα εβδομάδα σηματοδότησε έναν νέο δυνατό γύρο αύξησης επιτοκίων από τις μεγαλύτερες Κεντρικές Τράπεζες του κόσμου-περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ- ενώ την ίδια στιγμή έγινε κατανοητό ότι αν χρειαστεί, οι Κεντρικοί Τραπεζίτες δεν θα διστάσουν να συνεχίσουν με την ίδια ένταση τη νομισματική σύσφιξη, δίνοντας προτεραιότητα στον πληθωρισμό έναντι της ανάπτυξης. 

-Τα απογοητευτικά μάκρο 

Την Παρασκευή οι μακροοικονομικές ανακοινώσεις επιβάρυναν ακόμη περισσότερο το ήδη τεταμένο κλίμα στις αγορές και ειδικά τα μακροοικονομικά στοιχεία για τη μεγαλύτερη βιομηχανία της Ευρώπης.

Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία, τον Σεπτέμβριο επιδεινώθηκε η ύφεση στη γερμανική επιχειρηματική δραστηριότητα με το υψηλότερο ενεργειακό κόστος να είναι η κύρια αιτία της μείωσης των  δραστηριοτήτων αρκετών μεγάλων επιχειρήσεων. 

Ο σύνθετος ΡΜΙ της S&P Global, που καταγράφει τη συμπεριφορά τόσο της μεταποίησης όσο και του κλάδου των υπηρεσιών, σημείωσε πτώση στις 45,9 μονάδες από τις 46,9 μονάδες τον Αύγουστο, με τους αναλυτές να είναι προετοιμασμένοι για μια πτώση στις 46 μονάδες. 

Υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για τον τρίτο συνεχόμενο μήνα που οι μετρήσεις  είναι χαμηλότερες των 50 μονάδων -το όριο που διαχωρίζει  την ανάπτυξη από τη συρρίκνωση- ενώ οι επιδόσεις αυτές είναι πλέον στα επίπεδα του  πρώτου τριμήνου του 2020, όταν ήμασταν στις αρχές της πανδημίας.  

Μεμονωμένα τώρα τα στοιχεία, έχουν ως εξής:O δείκτης μεταποίησης μειώθηκε στις 48,3 μονάδες έναντι 49,1 μονάδων τον Αύγουστο, αλλά τουλάχιστον η μέτρηση ήταν σε συμφωνία με τις εκτιμήσεις των αναλυτών.  

Αντίθετα, ο  δείκτης των υπηρεσιών μειώθηκε στις 45,4 μονάδες από τις 47,7 μονάδες τον Αύγουστο και έναντι εκτιμήσεων για πτώση έως τις 47,2 μονάδες. 

Ο αναπληρωτής διευθυντής της S&P Global Market Intelligence, Phil Smith, ψαλίδισε τις όποιες προσδοκίες ότι κάπου εδώ μπορεί να είναι το τέλος της συρρίκνωσης του μεταποιητικού τομέα, δηλώνοντας με ειλικρίνεια ότι η γερμανική οικονομία αναμένεται να συρρικνωθεί στο γ΄ τρίμηνο, ενώ και ο προοπτικές για το τέταρτο τρίμηνο «δεν φαίνονται καλές». 

-Οι εκθέσεις των χρηματοοικονομικών Οίκων 

Αν κάποιος παρατηρήσει τις εκθέσεις των χρηματοοικονομικών Οίκων από την αρχή της χρονιάς, θα συνειδητοποιήσει ότι οι προβλέψεις τους χαρακτηρίζονταν από μια συγκρατημένη απαισιοδοξία που, κατόπιν εορτής βέβαια, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι άγγιζε ακόμα και τα όρια μιας αισιόδοξης προσέγγισης της επίδρασης των τεκτονικών αλλαγών που προκαλούν στις  οικονομίες οι δυνάμεις της πανδημίας, του πολέμου και φυσικά της απότομης σύσφιξης μετά από χρόνια αχαλίνωτης ποσοτικής χαλάρωσης. 

Η στήλη είχε ευθέως δηλώσει ότι είναι θέμα χρόνου η μια καθοδική επανεκτίμηση να αρχίσει να διαδέχεται την άλλη. Ήγγικεν η ώρα λοιπόν. Για την ακρίβεια το πλήρωμα του χρόνου έχει αρχίσει ήδη να μετράει από το καλοκαίρι. Απλά πλέον οι εκθέσεις γίνονται απροκάλυπτα αποκαλυπτικές όσον αφορά τις προσδοκίες για την επερχόμενη ύφεση και για την κάθετη αύξηση του ρίσκου. 

Δείτε την τελευταία έκθεση της HSBC. O Γουίλιαμ Σελς, ο υπεύθυνος Private Banking και Wealth Management μιλώντας στο  CNBC αναφορικά είπε ξεκάθαρα ότι οι επενδυτές θα πρέπει να αποφύγουν τις τοποθετήσεις στις ευρωπαϊκές αγορές, ακόμα και όσον αφορά τις μετοχές αξίας, καθώς η ενεργειακή κρίση στη Γηραιά ήπειρο καθιστά μη κατάλληλη την  ανταμοιβή κινδύνου. 

Ο Γουίλιαμ Σελς δεν είπε κάτι καινούργιο, καθώς όλοι ξέρουμε ότι το μακροοικονομικό outlook στην Ευρώπη είναι αρνητικό εδώ και καιρό λόγω των  διαταραχών στις αλυσίδες εφοδιασμού και την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας εξαιτίας της ρήξης των σχέσεων με τη Ρωσία μετά την έναρξη του πολέμου με την Ουκρανία.  Όμως η σύσταση για αποφυγή των ευρωπαϊκών μετοχών τη δεδομένη χρονική στιγμή για όσους αναζητούν μετοχές αξίας έναντι των τίτλων του σταθερού εισοδήματος που  αντιμετωπίζουν τη δική τους «φουρτούνα» λόγω της αύξησης των επιτοκίων, ήταν πιο απροκάλυπτη από ποτέ. 

Σύμφωνα με τον Γουίλιαμ Σελς μάλιστα,  αν και η ευρωπαϊκή αγορά είναι φθηνότερη από εκείνη των ΗΠΑ, η διαφορά στους δείκτες τιμής προς κέρδη ανά μετοχή (Price-to-Earnings ratio ) και στις αποτιμήσεις «δεν αντισταθμίζει τον πρόσθετο κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι επενδυτές». 

Στην ουσία ο Σελς έθεσε θέμα «διαφοράς ποιότητας μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ» καλώντας τους επενδυτές να ρίξουν το βάρος σε αυτή τη σύγκριση  και όχι στο γενικό δίπολο μεταξύ των μετοχών ανάπτυξης και αξίας.

Όμως ούτε η Wall έμεινε αλώβητη από τις επανεκτιμήσεις των αναλυτών.

Λαμπρό παράδειγμα η έκθεση της Goldman Sachs, με την οποία ο χρηματοοικονομικός οίκος  προχώρησε σε ισχυρή υποβάθμιση του στόχου για τον δείκτη S&P 500 στο τέλος του έτους στις 3.600 μονάδες από την πρότερη εκτίμηση των  4.300 μονάδων.

Ο λόγος της καθοδικής επανεκτίμησης δεν είναι άλλος από τη  δραματική αλλαγή του outlook για τα επιτόκια, το οποίο  θα επηρεάσει νομοτελειακά  τις αποτιμήσεις των αμερικανικών μετοχών. 

Σύμφωνα με το μοντέλο αποτίμησης της Goldman, το σενάριο των υψηλότερων επιτοκίων  εμφανίζει τον δείκτη τιμών ανά κέρδη -forward P/E- στις 15 φορές από τις 18 που έδειχνε προηγουμένως. 

Ο στρατηγικός αναλυτής της τράπεζας David J. Kostin τόνισε ότι  αναμένεται η Fed να αυξήσει το βασικό της επιτόκιο κατά 75 μονάδες βάσης (+0,75%) τον Νοέμβριο, κατά 50 μ.β. τον Δεκέμβριο και κατά 25 μ.β. τον Φεβρουάριο, φτάνοντας σε ένα εύρος 4,5% - 4,75%. 

Αυτό το σενάριο άλλωστε προοιώνισε  και με την ομιλία του ο κεντρικός τραπεζίτης της Fed αυτή την εβδομάδα. 

Όταν όλα τα assets σημειώνουν απώλειες, το sell off έχει μέλλον

Η Παρασκευή δεν ήταν μια σκληρή ημέρα μόνο για τις μετοχές. 

Οι φόβοι για ύφεση οδήγησαν το πετρέλαιο σε απώλειες έως και 6%, ενώ και το φυσικό αέριο στον ολλανδικό κόμβο κινήθηκε κάτω από τα 200 ευρω/MWh. (σ.σ: Bέβαια αυτό έχει επί της ουσίας «θετική ανάγνωση»).

O χρυσός έκλεισε στο χαμηλό δύο ετών, ενώ εκτεταμένες ήταν οι απώλειες και στα εμπορεύματα, από το παλλάδιο, τον χαλκό και την πλατίνα έως το κακάο τον καφέ, το σιτάρι και το καλαμπόκι.

Αυτό που θα πρέπει να έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους οι traders είναι ότι στην αρχή ενός sell off δεν υπάρχει καταφύγιο σε κανένα asset, πέραν των παραγώγων φυσικά για όσους έχουν τη γνώση και τα αντανακλαστικά. 

Παρατηρώντας για παράδειγμα  την περίοδο του 2008-2009 βλέπει κανείς ότι η πτώση ξεκίνησε με βίαιες απώλειες σε όλα τα assets.

O μεγάλος κερδισμένος της εβδομάδας που μας πέρασε ήταν το δολάριο, κάτι που λειτουργεί βέβαια όπως θα εξηγήσουμε τη Δευτέρα σαν επιπλέον βαρίδι για τις αμερικανικές μετοχές, τα εμπορεύματα και όχι μόνο. 

Για όσους δε ευελπιστούν ότι η Παρασκευή ήταν το τέλος του sell off και η μητέρα των αγορών θα γράψει έναν διπλό πάτο πέριξ των 3636-3666 μονάδων, παραθέτουμε ένα μικρό μέρος από την ανάλυση της 20ης Σεπτεμβρίου:

«...Για την ακρίβεια, αυτό που βιώσαμε μέχρι τώρα ήταν μια ενσωμάτωση της προοπτικής μιας ήπιας μείωσης των ρυθμών ανάπτυξης και των εταιρικών περιθωρίων.

Οι επίμονα όμως υψηλές τιμές του πληθωρισμού, η αποκαθήλωση της παγκοσμιοποίησης όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα και η ανάταξη των εφοδιαστικών αλυσίδων που ξεκίνησε μεν από την πανδημία, αλλά αποκτά πλέον ένα μόνιμο προφίλ εξαιτίας των νέων εμπορικών μπλοκ που θα διαχωρίσουν τις δημοκρατικές οικονομίες από τις υπόλοιπες, δημιουργούν ένα περιβάλλον πιο έντονης επιβράδυνσης. Και η επιβράδυνση αυτή  συνεπάγεται  σημαντικές επιπτώσεις στις εταιρικές επενδύσεις.

Βλέπετε, η αύξηση  των επιτοκίων από τις περισσότερες Κεντρικές Τράπεζες σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση του κινεζικού real estate, την ευρωπαϊκή ενεργειακή «ασπίδα» που ετοιμάζουν σύσσωμες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για τους καταναλωτές και την επιτάχυνση ενός ευρύτερου παγκόσμιου σχεδίου νέων εφοδιαστικών αλυσίδων και «πράσινων»  πηγών ενέργειας, παράγουν συνθήκες κάθετης αύξησης του  δημόσιου χρέους.

Μόνο που στον συγκεκριμένο κύκλο που διανύουμε, το χρέος αυτό δεν θα υποστηριχθεί από μια υπερβολικά ευνοϊκή νομισματική πολιτική, χάρη στην οποία την τελευταία δεκαετία τα δημοσιονομικά κενά «γέμιζαν» με τυπωμένο χρήμα.

Αντίθετα, θα αναπτυχθεί σε έναν κόσμο νομισματικής και ενεργειακής σύσφιξης-ένας νέος όρος που καλό θα ήταν να συνηθίσουμε τα επόμενα χρόνια-  με πολλές ανισορροπίες και γεωπολιτικές εντάσεις. Και όλα αυτά μετά από μια δεκαετία πλεονάζουσας ρευστότητας και εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων.

Ήδη έχουμε εισέλθει σε μια εποχή  μικρότερης ανάπτυξης και μεγαλύτερου πληθωρισμού και τα αρνητικά επιτόκια μας «εγκαταλείπουν» τη στιγμή που τα δημοσιονομικά ελλείμματα αυξάνονται, προκειμένου οι κυβερνήσεις να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις και να συγκρατήσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Νομοτελειακά όλα τα παραπάνω θα έχουν ως αποτέλεσμα μια σημαντική προσαρμογή στην αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, πολύ μεγαλύτερη από αυτή που έχουμε βιώσει τους πρώτους οκτώ μήνες του 2022».

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.