Τι μάθαμε από το Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός
Shutterstock
Shutterstock

Τι μάθαμε από το Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός

Κάθε χρόνο, στα μέσα Ιανουαρίου, η μικρή ελβετική πόλη Νταβός γίνεται για λίγες μέρες το επίκεντρο της παγκόσμιας συνάντησης των ισχυρότερων πολιτικών και οικονομικών παραγόντων του πλανήτη. Φέτος, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF) επέστρεψε με θέμα «Rebuilding Trust», δηλαδή τη αναδόμηση της εμπιστοσύνης. Της εμπιστοσύνης, που ενώ αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής ανάπτυξης και της γεωπολιτικής ηρεμίας, έχει διαταραχθεί με βίαιο τρόπο σε τέτοιο βαθμό, που να αποτελεί πλέον αντικείμενο ταχείας αναζήτησης. Και από αυτά που ακούσαμε και διαβάσαμε, η εμπιστοσύνη απουσίαζε φέτος από τις χιονισμένες Άλπεις. Διότι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης απαιτεί πράξεις, δεσμεύσεις και όχι ευχολόγια.

Οι CEO των ισχυρότερων επιχειρηματικών ομίλων ήταν ξεκάθαροι. Επιθυμούν σταθερότητα, προβλεψιμότητα και κράτος δικαίου. Πράγματα που όπως τόνισαν, αρχίζουν να εκλείπουν από το σύστημα. 

Το πρώτο που μάθαμε είναι ότι η Ευρώπη μπορεί να αντιμιλήσει στις ΗΠΑ. Έτσι οι απαιτήσεις του Λευκού Οίκου σχετικά με το μέλλον της Γροιλανδίας, θεωρήθηκε ότι ξεπέρασαν τις κόκκινες γραμμές μετά την πρόταση του για στρατιωτική λύση και αντιμετωπίστηκε με απειλές επιβολής δασμών, που οδήγησαν προς το παρόν σε αμερικανική αναδίπλωση. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες εκτιμούν ότι η Ουάσινγκτον δεν είναι πλέον ο αξιόπιστος εταίρος που γνώριζαν τον περασμένο αιώνα. Η εμπιστοσύνη στην διατλαντική σχέση έχει ραγίσει σε βάθος. Και τώρα στην ΕΕ ψάχνουν τρόπους για να αποφασίζουν πιο γρήγορα και να είναι προετοιμασμένοι για την επόμενη φορά που θα έρθει κρίση. Ουσιαστικά οι ηγέτες της ΕΕ, διαπίστωσαν με τον «σκληρό τρόπο» ότι πρέπει να υιοθετήσουν ταχύτερους ρυθμούς στη λήψη των αποφάσεων τους.

Το δεύτερο που μάθαμε είναι ο γεωπολιτικός κατακερματισμός της παγκόσμιας οικονομίας έχει έρθει για να μείνει. Και το ζητούμενο θα πρέπει να είναι η μείωση του αυξημένου ρίσκου που συνοδεύει πλέον κάθε οικονομική, εμπορική, παραγωγική και επενδυτική δραστηριότητα. Ο πρόεδρος Τραμπ αναφέρθηκε εκ νέου στην πολιτική του «America First» και την ανάγκη για ισχυρότερη εγχώρια παραγωγή. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μίλησε για «στρατηγική αυτονομία» της ΕΕ. Η Κίνα επιδίδεται σε έναν έντονο εμπορικό και τεχνολογικό ανταγωνισμό με τη Δύση. Οι χώρες της Αραβικής χερσονήσου μεταβάλλουν τον αναπτυξιακό και επενδυτικό τους χάρτη. Η Ινδία εκμεταλλεύεται την ανάγκη της Δύσης να απαγκιστρωθεί από την παραγωγική μηχανή της Κίνας. Οι αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής διεκδικούν δυναμικά τον δικό τους ρόλο και το δικό τους μερίδιο στην παγκόσμια ανάπτυξη. Και η Ρωσία εξακολουθεί να παραμένει απομονωμένη. 

Οι CEOs των μεγάλων εταιρειών που συμμετείχαν στο φόρουμ, συμφώνησαν ότι η παγκοσμιοποίηση αλλάζει μορφή, με λιγότερη εξάρτηση από τις «μοναδικές» αλυσίδες εφοδιασμού, εστιάζοντας στην δημιουργία νέων δικτύων και συμμαχιών. Ορισμένες συζητήσεις ενίσχυσαν την άποψη ότι οι χώρες και οι εταιρείες εκτός Αμερικής, θα πρέπει να διαφοροποιήσουν τις εμπορικές σχέσεις τους, μακριά από τις ολοένα και πιο προστατευτικές και «δύσκολες» για συνεργασία ΗΠΑ.

Το τρίτο που μάθαμε είναι ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν θα είναι τόσο εύκολη και ανέφελη. Η ΕΕ έχει δεσμευτεί για μείωση εκπομπών κατά 55% μέχρι το 2030, ενώ οι ΗΠΑ επιστρέφουν σήμερα στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο, με την Κίνα να αναπτύσσεται ραγδαία στη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, από μονάδες ΑΠΕ, χωρίς ωστόσο να αποκόπτεται από τη χρήση ορυκτών καυσίμων. 

Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ ανέφερε ότι η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου πρέπει να διπλασιαστεί για να καλυφθεί η ζήτηση. Υποστήριξε δε ότι η Ευρώπη και η πολιτεία της Καλιφόρνια «σπαταλούν» χρήματα σε πράσινες επενδύσεις. Αντιθέτως ο Ίλον Μασκ, εκτίμησε ότι η ηλιακή ενέργεια μπορεί να καλύψει όλες τις ενεργειακές ανάγκες των ΗΠΑ, με το πρόβλημα να εστιάζεται στους δασμούς πάνω τα ηλιακά πάνελ που κατασκευάζονται στην Κίνα. Που έχουν ως αποτέλεσμα να αυξάνεται δυσανάλογα πολύ το κόστος κατασκευής των ηλιακών πάρκων. Ο CEO της TotalEnergies εκτίμησε ότι η παγκόσμια μετάβαση θα κοστίσει $150 τρισεκατομμύρια, μέχρι το 2050. Και ο CEO της JPMorgan πρόσθεσε ότι οι τράπεζες δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα επενδύσεις για την εξόρυξη ορυκτών καυσίμων και για την ανάπτυξη πράσινων τεχνολογιών. 

Εντύπωση προκάλεσαν οι παρεμβάσεις του Τζέιμι Ντίμον της JPMorgan, του Λάρρυ Φινκ της της BlackRock και της Κριστίν Λαγκάρντ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που ανέδειξαν το μεγαλύτερο οικονομικό πρόβλημα το οποίο τελικά και κυριάρχησε στις συζητήσεις που ακολούθησαν τα πάνελ των ομιλητών. Και το πρόβλημα δεν είναι άλλο από την ανισότητα. Σύμφωνα με τους προαναφερόμενους τραπεζίτες, η ανισότητα αποτελεί το μεγαλύτερο μακροοικονομικό ρίσκο της εποχής μας, η οποία οδηγεί στη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης. Η ανάγκη ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής είναι πλέον το ζητούμενο, που είναι πιο επιτακτικό από ποτέ άλλοτε. 

Όλοι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι η ανισότητα είναι ένα σοβαρότατο ζήτημα. Ωστόσο οι προτάσεις για την επίλυση του, παρέμειναν στο επίπεδο της γενικολογίας. Ειδικά μπροστά στο δυσοίωνο φάσμα των εξελίξεων της τεχνητής νοημοσύνης που θα αφαιρέσει θέσεις απασχόλησης. Στα γενικά τέθηκε ως στόχος η αύξηση επενδύσεων στην εκπαίδευση, στην επανειδίκευση και στις «πράσινες» θέσεις εργασίας. Δεν υπήρξαν ωστόσο δεσμεύσεις για άμεσες φορολογικές μεταρρυθμίσεις ή αναδιανομή εισοδήματος. Οπότε εδώ οι συμμετέχοντες παρέμειναν στο στάδιο των διαπιστώσεων.